Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Το φεγγάρι και το τριζόνι∙... - «Ω τριζόνι! Ψυχή μυστηριώδης, απόκοσμο πλάσμα που έρχεσαι από κάποιον άλλον κόσμο, μαζί με τη νύχτα, μαζί με το φεγγάρι!»


... oι αιώνιοι σύντροφοι της νύχτας

του Φώτη Κόντογλου

«Κάθουμαι βουτηγμένος μέσα στο μυστήριο της νύχτας, και κοιτάζω το φεγγάρι που εβγήκε πίσω από τα βουνά, και στέκεται στον ουρανό.
Εβγήκε, κι όλη η πλάση άλλαξε, σά να μαγεύτηκε, τυλίχθηκε με κάποιο βαθύ κι ανεξιχνίαστο μυστήριο.
Ω Σελήνη, ω μάγισσα Κίρκη, που μεταμορφώνεις ψυχές και σώματα! Από ποιόν άλλον κόσμο έρχεσαι στον δικό μας, και τον κάνεις αγνώριστον;
Από το υδραργυρένιο κεφάλι σου διαχύνεται ένα μαγικό πέπλο, που τα σκεπάζει όλα, βουνά, θάλασσες, δέντρα, βράχους, κάμπους, πολιτείες!
Θαρρεί κανένας πως βρίσκεται κάτω, βαθιά στον πάτο της θάλασσας και πως η συντεφένια σφαίρα σου πλέει απάνω στο νερό ρίχνοντας το ειρηνικό φως της σαν μπάλσαμο, που γλυκαίνει κι αποκοιμίζει κάθε πλάσμα.
Μυστήριο βαθύ κι ανεξιχνίαστο τυλίγει την πλάση. Κι οι φωνές από τα ζώα, από τα πουλιά, από τους ανθρώπους, είναι κι αυτές, τώρα που στέκεται το φεγγάρι στον ουρανό, παράξενες και μυστηριώδεις. Οι άνθρωποι περπατάνε σαν φαντάσματα, σά νυχτοπάτες.



Τα δένδρα σηκώνουνε τα φουντωμένα κλαριά τους κατά τον ουρανό, δίχως να σαλεύει μήτε ένα φύλλο, κι είναι γεμάτα από πνεύματα που σιγομουρμουρίζουνε. Πνεύματα νυκτολάλα, αστρομαγικά. Κάτω από τα δέντρα περπατά σαν ίσκιος κανένας άνθρωπος, μέσα στο θαμποφέγγισμα. Από μέσα από τους μαύρους ίσκιους, ακούγονται οι άνθρωποι που μιλούνε, μα οι ομιλίες τους δεν μοιάζουνε με τις ομιλίες που κάνουνε τη μέρα.

Αλλά και τα σπίτια, οι δρόμοι, τα δέντρα, είναι αλλοιώτικα άπ’ ό,τι ήτανε τη μέρα. Όλα αλλάξανε. Λές κι είναι τα πνεύματά τους.
***
Στην άβυσσο τ’ ούρανού αργοταξιδεύει, δίχως να φαίνεται πως σαλεύει η μυστική βασίλισσα της νύχτας. Από τις κορφές των δένδρων κι από τις σκεπές των σπιτιών βγαίνει ένας ασημένιος αχνός κι ανεβαίνει στον συντεφένιον ουρανό.

Πέρα, το πέλαγος χάνεται μέσα στο δάμπος. Τα βαθιά νερά της θάλασσας τα χρυσώνει το φεγγάρι, σαν να ναι εικόνισμα μαλαμοκαπνισμένο. 
Μέσα στην άβυσσο, τα ψάρια και τ’ άλλα πλάσματά της ξαγρυπνάνε από τη μυστική φωτοχυσία που απλώνει απάνω από τα νερά, κοιτάζοντας το φεγγάρι μέσα από το θαμπόφωτο. 
Το μαργαριταρένιο φως του κατεβαίνει ως τον πάτο, μπαίνει μέσα στα σκοτεινά θολάμια, που φωλιάζουνε τα παράξενα τέρατα, μέσα στις μαύρες κουφάλες, ανάμεσα στα κοράλλια, στα γιούσουρα και στα άλλα ζωόφυτα, που είναι γεμάτα μάτια. 
Το χταπόδι, με τα γουρλωμένα μάτια του, κοιτάζει κατά κεί που κατεβαίνει το φως του φεγγαριού, κι αργοσαλεύει τα πλοκάμια του. Ό αστακός, με την αρματωσιά του, κάθεται στην τρύπα του, κι είναι σαν μεθυσμένος από το υδραργυρένιο θάμπος που κατεβαίνει από πάνω. Οι σαργοί και τ’ άλλα τα μικρόψαρα αργοκολυμπάνε κοπαδιαστά, σαν να κάνουνε λιτανεία μέσα στο συντεφένιο νερό. Η πονηρή η σμέρνα ξαγρυπνά και κείνη, χωμένη μέσα στο θολάμι της.


Οι ξέρες και τα νησιά στέκουνται μέσα στη θάλασσα, θαμπά και ξωτικά. Ένα χρυσό ποτάμι αυλακώνει τα νερά, και χάνεται πέρα, μέσα στο σκοτεινό πέλαγο. Περνά καμμιά βαρκούλα, δίχως να ταράξει την ησυχία, σαν ίσκιος.
Από την άλλη μεριά, τα βουνά στέκουνται βουβά, βουτηγμένα στο μυστήριο. Οι ράχες τους αχνίζουνε έναν αχνό π’ ανεβαίνει στον ουρανό. Από πάνω τους είναι κρεμασμένο το μαρμαρένιο κεφάλι του φεγγαριού, στραγγισμένο από αίμα.
***
Κοντεύουνε τα μεσάνυχτα. Σιωπή. Πάψανε όλα τα σούσουρα, τα μυστηριώδη μουρμουρίσματα, τα ξεμακρυσμένα γαυγίσματα των σκυλιών. 
Μέσα στην ησυχία ακούγεται ολομόναχο το τριζόνι: «Τρρρ…. τρρρ… τρρρ…». Αυτή η γλυκειά και μυστική φωνή θαρρείς πως βγαίνει από το στόμα του φεγγαριού, που κρέμεται μέσα στην ερημιά του ουρανού, ένα πρόσωπο υδραργυρένιο, με μάτια ανοιχτά, με κλειστό στόμα.


Αυτή η ψιλή και μακρόσυρτη φωνή ακούγεται πέρα ως πέρα, πετά απάνω από τα δέντρα, από τα χαμόδεντρα, από τα χαμόβουνα, από την ακροθαλασσιά και σκορπά απάνω από το πέλαγο.

Μα άραγες από που βγαίνει; Που κάθεται κρυμμένο αυτό το πλάσμα, που παίζει τούτη την ξωτική φλογέρα; Που είναι η φωλιά του, άπ’ όπου μαγεύει όλη την πλάση; Είναι μέσα σε τούτα τα χαμόδενδρα; Σε κείνες τις λουλουδισμένες πρασινάδες; Σε κείνον τον σκοίνο που βρίσκεται κοντά στην έρημη ακροθαλασσιά, Μήπως βρίσκεται στον αέρα; Μήπως βρίσκεται μέσα στο φεγγάρι; Μήπως είναι το ίδιο το φεγγάρι;…

Το μυστικό τραγούδι, πότε σου φαίνεται πως έρχεται από τούτη τη μεριά, πότε από κείνη, πότε δυναμώνει, πότε σβήνει, έρχεται στ’ αυτιά σου κυματιστά.

Ω τριζόνι! Ψυχή μυστηριώδης, απόκοσμο πλάσμα που έρχεσαι από κάποιον άλλον κόσμο, μαζί με τη νύχτα, μαζί με το φεγγάρι! Άραγε τραγουδάς, ή κλαίς, ή ψέλνεις; Η φωνή σου είναι ένα τίποτα, ένα τρίξιμο, μονότονο, ανάλλαχτο από τότε που έγινε ο κόσμος. Ωστόσο, πόσο βαθύ κι άδολο είναι αυτό το τρίξιμό σου, αυτό το τιποτένιο τρρρ! Γιατί, συγκινά τη ψυχή μου περισσότερο από τη μάταια μουσική που επινοήσανε οι άνθρωποι!…»

Καλοκαίρι στο χωριό!
Γεμιστά, πετρογκάζ, πράσινο σαπούνι, κοτούλες ...

“Να πίνεις ρακή μέσα σε ένα αυτοσχέδιο ποτήρι από λεπτές φλούδες μανταρινιού, προσθέτοντας φέτες αγγουριού από το χωράφι κάποιου συγχωριανού”. 
Ακούγοντας τη λέξη “καλοκαίρι”, ενεργοποιούνται σχεδόν ταυτόχρονα, όλες οι αισθήσεις που ξεπηδούν από στιγμές που κάποτε όλοι ζήσαμε... 
Είδαμε, μυρίσαμε, αγγίξαμε, γευτήκαμε.


Πολλοί συμφωνούν πως είναι η ομορφότερη εποχή του χρόνου. Όταν το καλοκαίρι δεν συνδέεται με τον τσιμεντένιο χαρακτήρα της πόλης, ανασύρει εικόνες που θα μπορούσαν να συναγωνιστούν ακόμη και το πιο ειδυλλιακό μέρος του κόσμου. 
Προσωπικά, οι μνήμες από καλοκαιρινά βιώματα είναι πολλές, όπως πολλά είναι και τα καλοκαίρια κάθε Έλληνα, στα οποία όλες οι αισθήσεις χωρούν και στροβιλίζονται, πλέκονται και καταλήγουν στο ότι αυτή η εποχή του χρόνου είναι πράγματι, μαγική αν την ζήσουμε στο σωστό μέρος.

Στο δικό μου καλοκαίρι, κερδίζει η αίσθηση της όσφρησης. Το χώμα, τα φρούτα, το αντηλιακό, ακόμη και η νύχτα, ο αέρας μυρίζουν διαφορετικά αυτή την εποχή του χρόνου. 
Και όλες αυτές οι μυρωδιές με την σειρά τους, ξυπνούν και τις υπόλοιπες αισθήσεις. Το τριζόνι για παράδειγμα, είναι απόλυτα συνδεδεμένο με το καλοκαίρι. 
Ο ήχος του από τα αρχαία χρόνια, θεωρείται ότι συντροφεύει τις ζεστές νύχτες της Μεσογείου, ενώ δεν ήταν λίγοι οι ρομαντικοί ποιητές που είχαν αφιερώσει πολύ μελάνι, αναλύοντας το ιδιαίτερο φωνητικό χάρισμα του γρύλου.
Τιμητική θέση στο ελληνικό καλοκαίρι κατέχουν όμως, και τα τζιτζίκια. Η αίσθηση που αφήνει μία ζεστή ημέρα στο τέλος της, συνοδεύεται πάντοτε από αυτό το άκουσμα. Από μικρή σε κάθε ταξίδι προς το χωριό, ένιωθα ότι το καλοκαίρι ξεκινούσε αμέσως μόλις περνούσαμε από μία χαρακτηριστική στροφή, στην οποία, κάπου ανάμεσα στα δέντρα στηνόταν μία ολόκληρη χορωδία.

Οι αναμνήσεις προκύπτουν αβίαστα και επιστρέφουν και πάλι στην κυρίαρχη όσφρηση. Οι μυρωδιές από την κουζίνα της γιαγιάς, όλα εκείνα τα αρώματα από τα χόρτα, τα γεμιστά, τους ανθούς, τις τηγανητές πατάτες στο πετρογκάζ. 
Μία ιδιαίτερη, αλλά υπαρκτή οσφρητική εικόνα ξυπνάει κάθε φορά που σκέφτομαι το καλοκαίρι στο χωριό. 
Δεν είναι άλλη από την μυρωδιά που άφηνε κάθε ζεστό πρωί μετά το ντους, το αγαπημένο κίτρινο σαμπουάν για “όχι πια δάκρυα”.
Καλοκαίρι είναι ένα σωρό εικόνες, μαζεμένες στο μυαλό του καθενός από εμάς. 
“Το μάζεμα αχιβάδων για να μαγειρέψει η γιαγιά”, “οι μεγάλες φέτες από καρπούζι που λερώνουν τα καθαρά ρούχα”, “οι απογευματινές βόλτες στο αλώνι”, “τα μεγάλα μακροβούτια”, “οι νυχτερινοί περίπατοι σε κάποιο παραθαλάσσιο εξωκλήσι”. 
Ένα καλοκαίρι στο χωριό ίσως, υπενθυμίζει πως είναι από τις λίγες φορές που έχουμε την όρεξη να ακούσουμε τους κόκορες να λαλούν, που θέλουμε να ξυπνήσουμε μαζί τους, να βγούμε έξω και να εκμεταλλευτούμε κάθε ευκαιρία που παρουσιάζεται μέσα στην ημέρα.
Με αυτό τον τρόπο καλλιεργούνται οι ξεχωριστές εικόνες που συνδυάζουν αισθήσεις. Από μία απλή αλλά γεμάτη στιγμή γεννιούνται οι καλοκαιρινοί έρωτες, τα έντονα σκιρτήματα, οι δυνατές αναμνήσεις που δημιουργούνται μόνο, μέσα σε λίγες ημέρες του χρόνου, όσο κρατάει ένα καλοκαίρι. 
Οι ομορφότερες ιδέες και στιγμές αυτής της εποχής συλλαμβάνονται σε ένα μπαλκόνι, σε μία παραλία, σε μία ταράτσα με θέα που εμπνέουν να δοκιμάσουμε κάτι για πρώτη φορά... Την πρώτη τσιχλόφουσκα, το πρώτο τσιγάρο, το πρώτο φιλί.

Ό,τι ξεκινά από τις αισθήσεις, γίνεται μεγαλειώδες. 
Και το καλοκαίρι είναι μια εποχή που μας ωθεί να ζήσουμε τα πάντα πιο έντονα, με όλη μας την ψυχή, και με κάθε πειραματισμό. Ένα παράδειγμα είναι αυτό ενός πατέρα με τον μικρό του γιο πέρσι το καλοκαίρι. 
Παρότι οικονομικά ευκατάστατος, προσπαθούσε να μάθει στο παιδί πώς να μαζεύει σύκα για να τα πουλάει από χωριό σε χωριό με το ποδήλατο. Ποιος θα περίμενε να ακούσει την παράδοση ενός μαθήματος για την αποφυγή της ευνοιοκρατίας μέσα σε ένα χαλαρό μεσημέρι; Κι όμως, η έμπνευση μπορεί να δοθεί από την "αφή" της άμμου... Στην αρχή μίας ζεστής, καλοκαιρινής ημέρας.

Ας "μυρίσουμε" ένα ακόμα καλοκαίρι!