Γη, γη σιωπηλή,
με το δέρμα καμένο, με το σώμα γυμνό-
Συγνώμη, Χιροσίμα.
Συγνώμη για το κάθε βήμα
που αγγίζει μια πληγή.
Συγνώμη για την κάθε λέξη
που ταράζει τον αέρα όπου ψάχνεις
για τα χαμένα βρέφη σου.

«Little boy», ονομαζόταν η πυρηνική βόμβα ουρανίου που σαν σήμερα (6/8) του 1945 έριξε στη Χιροσίμα το πλήρωμα του αμερικανικού βομβαρδιστικού αεροπλάνου Enola Gay. Παρεμπιπτόντως, το όνομα του εν λόγω βομβαρδιστικού -ενός αεροσκάφους Β29 της Αεροπορίας Στρατού- ήταν το όνομα της μητέρας του κυβερνήτη του, του συνταγματάρχη Πολ Τίμπετς.
Αν μη τι άλλο, παράδοξος τρόπος να τιμάς εκείνη που σε έφερε στην ζωή, καθώς το «Αγοράκι» άμα τη ρίψη του σκότωσε 70.000 ανθρώπους, ενώ κατά τους επόμενους μήνες, περί τους 60.000 ακόμα, οι οποίοι απεβίωσαν από τραύματα ή έκθεση σε ραδιενέργεια. Και βέβαια, χωρίς να υπολογίζουμε όσους πέθαναν στα επόμενα χρόνια, δηλαδή εκατοντάδες χιλιάδες.
Επί του συνόλου των θανάτων εκτιμάται ότι το 60% οφείλεται στην αρχική θερμοκρασία (από ακαριαία ολική εξαέρωση ή τήξη του σώματος), το 20% στη ραδιενέργεια και το υπόλοιπο 20% των θανάτων οφείλεται στον μηχανικό τραυματισμό από το ωστικό κύμα. Είναι ενδεικτικό ότι το Β29 υπέστη ισχυρή ανατάραξη με την έκρηξη της βόμβας, παρά το γεγονός ότι τη στιγμή εκείνη απείχε ήδη 18 περίπου χιλιόμετρα από το σημείο της έκρηξης:
«Ένα εκτυφλωτικό φως γέμισε το αεροσκάφος. Γυρίσαμε και κοιτάξαμε τη Χιροσίμα. Η πόλη ήταν σκεπασμένη από ένα τρομερό σύννεφο… που ανέβαινε σαν μανιτάρι. Κανείς δε μιλούσε. Αίφνης, όλοι άρχισαν να φωνάζουν. Κοιτάξτε, κοιτάξτε, κοιτάξτε!»
Ο συγκυβερνήτης του Enola Gay, Λιούις, έγραψε στο ημερολόγιό του:
«Θεέ μου, τί κάναμε;»
Τόσα χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει βασανιστικά αναπάντητο. Αναπάντητο ακόμα κι από τον ίδιο τον Θεό που πραγματικά θα πρέπει να δυσκολεύεται πάρα πολύ να ερμηνεύσει τον τρόπο που το καθ’ ομοίωσιν και κατά εικόνα πλάσμα Του, επιλέγει να χαράζει την πορεία του στον πλανήτη γη.
Ούτως ή άλλως η αληθινή Ιστορία του ανθρώπου δεν γράφεται από τα γεγονότα, αλλά από τις κραυγές του, αυτές που μόνο κάποιοι ματωμένοι στίχοι αντέχουν να χωράνε.

Σαν αυτούς του Εουτζέν Ζεμπελεάνου, σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου:
Δώστε μου το παιδί μου,
-δεν πειράζει, όπως νάναι,-
Κι ακόμη ας έχει
το προσωπάκι του σαν τέρας.
Θα πάω σ΄ αντάμωσή του
και θα χαμογελάσει,
θα μου χαμογελάσει,
έστω με πρόσωπο σαν τέρας
θα μου χαμογελάσει.
Και θα του ανοίξω εγώ την πόρτα,
έστω κι αν έχει πρόσωπο-
δεν πειράζει, όπως νάναι …
Όχι, όχι στάχτη…
Το ξέρω ναι, πως θα μπορούσε
το πρόσωπό του να χει αλλάξει
μα όταν θα κλάψει
αμέσως θα τ΄ αναγνωρίσω
και τότε πια για να μην κλαίει θα σβήσω το φεγγάρι
(το πρόσωπο δεν φαίνεται μες στο σκοτάδι)
τότε θα στρέψω όλα τα δάκρυά μου
στον αστροφώτιστο ουρανό.
Δε θέλω εγώ τον ουρανό
γαλάζιο ατσάλι,
τον ανελέητο ουρανό- τι να τον κάνω;
Μη μου τον δώστε.
Δώστε μου το παιδί μου.
Τ΄ αστέρια, δίχως το παιδί μου
είναι άδειες σφαίρες που κυλούν βουβά
απ΄ το τρύπιο δισάκι της νύχτας…
Δώστε μου το παιδί μου
Δώστε μου το παιδί μου- δεν πειράζει πώς
Δώστε μου το παιδί μου-δεν πειράζει όπως νάναι
Έχω τα ρουχαλάκια του μες στο συρτάρι
και το περιμένουν…