Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Εγκυκλο-παιδικά: Κουκί χωρίς ρεβίθι

Πριν από καμιά σαρανταριά μέρες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα ρεβίθια, που είχε τον τίτλο «Ρεβίθι χωρίς κουκί«, και είχα υποσχεθεί ότι σε επόμενο άρθρο θα ασχολιόμουν και με το κουκί, που μάλιστα έχει περισσότερο γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και θα πούμε τώρα μερικά πράγματα για το κουκί, αν και μερικά τα έχουμε ήδη αναφέρει σε παλιότερα άρθρα.

Το κουκί είναι ο καρπός της κουκιάς, που είναι ποώδες ετήσιο φυτό. Η αρχαία του ονομασία είναι «κύαμος», τόσο για το φυτό, όσο και τον καρπό, και είναι λέξη με αβέβαιη ετυμολογία -θα μπορούσε να συνδέεται με το ρήμα κύω/κυώ, απ’ όπου και η κύηση. 
Η λέξη εμφανίζεται και στον Όμηρο: στην Ιλιάδα εμφανίζονται, σε μια παρομοίωση, «κύαμοι μελανόχροες ή ερέβινθοι», μαύρα κουκια ή ρεβίθια (Ν589).

Οι αρχαίοι τα κουκιά τα έτρωγαν, τα χρησιμοποιούσαν και για ζωοτροφές, όμως τα είχαν και για μιαν άλλη χρήση. 
Όπως ξέρετε, και θα το πούμε και παρακάτω, τις ψήφους τις λέμε και κουκιά, αλλά τα κουκιά τα χρησιμοποιούσαν ήδη οι αρχαίοι Αθηναίοι για την εκλογή των δημοσίων αρχόντων –όχι όμως με ψηφοφορία, αλλά με κλήρο. Όσοι τραβούσαν άσπρο κουκί εκλέγονταν στο αξίωμα, με μαύρο αποτύγχαναν. 
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλά κείμενα της κλασικής περιόδου (Αριστοφάνη, Ηρόδοτο, Ανδοκίδη ή και σε μεταγενέστερους όπως ο Πλούταρχος) διαβάζουμε «τω κυάμω λαχών»· το ρήμα ‘λαγχάνω’ που χρησιμοποιείται μας δείχνει καθαρά, αν δεν κάνω λάθος, ότι επρόκειτο για κλήρωση και όχι για ψηφοφορία. Ο Αριστοφάνης έχει και το σκωπτικό «κυαμοτρώξ», κατά λέξη αυτός που τρέφεται με κουκιά, όπου εννοεί τους δικομανείς Αθηναίους, είτε επειδή, όπως παραδίδεται, οι δικαστές έτρωγαν κουκιά είτε επειδή βιοπορίζονταν από τον μισθό των δικαστών, που κληρώνονταν με κουκιά.

Οι Πυθαγόρειοι αποστρέφονταν τους κυάμους,
το δε δόγμα τους «κυάμων απέχεσθαι» μπορεί να ερμηνευτεί είτε κυριολεκτικά είτε σαν υπαινικτική συμβουλή για αποχή από την πολιτική· έτσι το ερμηνεύει και ο άγιος Παπαδιαμάντης στους Χαλασοχώρηδες και μ’ αυτή τη σημασία έχει γίνει παροιμιώδης η φράση σήμερα. 
(Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί. «Κυάμων απέχεσθε!», λέει ο Λέανδρος Παπαδημούλης, το άλτερ έγκο του Παπαδιαμάντη). 

Ωστόσο, τα κουκιά είχαν κι άλλους συμβολισμούς στην αρχαιότητα (είτε τον θάνατο συμβόλιζαν είτε τα γεννητικά όργανα) οπότε δεν είναι βέβαιο τι εννοούσαν οι Πυθαγόρειοι, ενώ σύμφωνα με κάποιους η απαγόρευση του Πυθαγόρα είχε βάση υγιεινή, επειδή το κουκί είναι όσπριο «πνευματώδες, φυσώδες, δύσπεπτον, δυσόνειρον» (κατά τον Διοσκουρίδη, και όταν λέμε πνευματώδες δεν εννοούμε ότι λέει έξυπνα ανέκδοτα αλλά ότι προκαλεί αέρια). Πάντως, η απαγόρευση έχει γεννήσει κι έναν γουστόζικο μύθο: τον Πυθαγόρα τον κυνηγούσαν οι κάτοικοι του Κρότωνα να τον σκοτώσουν, κι αυτός κατά κακή του τύχη βρέθηκε σ’ ένα χωράφι σπαρμένο κουκιά. Από την απέχθειά του για το όσπριο, του ήταν αδύνατο να το διασχίσει ή ακόμα περισσότερο να ξαπλώσει και να κρυφτεί ανάμεσα στα φυτά, οπότε τον πιάσανε και τον σκοτώσανε.

Σήμερα δεν λέμε «κύαμος», αν και την κληρονομική αρρώστια που εκδηλώνεται με αιμόλυση όταν ορισμένα άτομα φάνε κουκιά, και που οφείλεται στην απουσία ενός ενζύμου από τον οργανισμό, τη λέμε κυάμωση (λέτε εκεί να οφειλόταν ο φόβος ή η αντιπάθεια του Πυθαγόρα; ). 
Σήμερα λέμε «κουκί», που είναι υποκοριστικό του κόκκος. Κοκκίον και μεσαιωνικό κουκκίον, κουκίν, κουκί. 
Γι’ αυτό το λόγο, ο μεν Μπαμπινιώτης γράφει το κουκί με δύο κάπα, κουκκί, επειδή θέλει να διατηρήσει το ετυμολογικό ίνδαλμα, ενώ το ΛΚΝ και οι άλλοι γράφουμε το κουκί με ένα κάπα, επειδή η λέξη έχει χάσει κάθε ετυμολογική διαφάνεια.

Από τα κουκιά οι άνθρωποι της αρχαιότητας έφτιαχναν και χυλό. Τα κουκιά στα λατινικά είναι faba (vicia faba το βοτανολογικό όνομα της κουκιάς), και ο χυλός από κουκιά ονομάστηκε επίσης φάβα, και αργότερα έτσι ονομάστηκε ο χυλός από κάθε όσπριο. 
Η σημερινή φάβα, τουλάχιστον αυτή που βρίσκουμε στα περισσότερα εστιατόρια, η κίτρινη, γίνεται βέβαια όχι από κουκιά αλλά από λαθούρια, όμως υπάρχει και φάβα από κουκιά, όπως και από μπιζέλια, και έχω έναν φίλο που τις προτιμάει σαφώς. 
Η φάβα έχει βέβαια παροιμιωδώς λάκκο, που είναι ένα θέμα που ίσως το αναφέρουμε σε άλλο άρθρο γιατί δεν είναι και τόσο απλό. Να πούμε επίσης ότι από τη λατινική λέξη faba προέρχεται και το επώνυμο μιας αρχοντικής οικογένειας της Ρώμης, των Φαβίων, που επιφανέστερο μέλος της ήταν ο Φάβιος ο Μελλητής (cunctator λατινικά, και άντε πρόφερέ το), που έμεινε στην ιστορία επειδή έπαιζε κατενάτσιο (ανταρτοπόλεμο πιο σωστά) τον Αννίβα που είχε πολύ πιο πολυάριθμο στρατό, και έτσι έσωσε τη Ρώμη. Από αυτόν πήρε το όνομά της η Fabian Society, η Φαβιανή Εταιρεία, πρωτοπόροι της σοσιαλιστικής ζύμωσης στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αγγλία (υπάρχουν ακόμα).

Να πούμε επίσης ότι ο διατροφικός ρόλος των κουκιών στην αρχαιότητα ήταν πολύ μεγαλύτερος απ’ ό,τι σήμερα, επειδή στον κόσμο πριν από τον Κολόμβο δεν υπήρχαν πατάτες, δεν υπήρχε καλαμπόκι, αλλά ούτε και φασόλια, κάτι που πολλοί δεν το έχουν συνειδητοποιήσει. 
Η λέξη φασίολος ή φάσηλος είναι μεν αρχαία, αλλά σε άλλο όσπριο αναφερόταν -θα τα πούμε αυτά όταν έρθει η σειρά για το φασόλι. Προς το παρόν, ας γυρίσουμε στα κουκιά μας.

Όπως είπαμε και πιο πάνω, το ταπεινό κουκί έχει μεγάλη παροιμιακή και λαογραφική βαρύτητα. Λέμε λοιπόν είναι κουκιά μετρημένα, όταν ένας υπολογισμός είναι ακριβής και δεν επιδέχεται ούτε αμφισβήτηση, ούτε κατάχρηση· ή όταν τα εισοδήματα ή τα κέρδη από μια επιχείρηση είναι απολύτως καθορισμένα· και γενικότερα για πράγματα γνωστά και αναντίρρητα. 
Η φράση μπορεί να συνδέεται με τη σημασία των κουκιών ως ψήφων, αν και σε μεσαιωνικά κείμενα τα βρίσκουμε επίσης να χρησιμοποιούνται ως μέτρο βάρους.

Επίσης λέμε κουκιά έφαγες, κουκιά μαρτυράς (ή μολογάς), σε κάποιον ελαφρόμυαλο ή ακατατόπιστο, που δεν έχει ενημερωθεί για την κατάσταση και δεν είναι ικανός να βγάλει βάσιμα συμπεράσματα, που επομένως δεν δίνουμε σημασία στη γνώμη του.

Λέμε άρρητα αθέμιτα, κουκιά μαγειρεμένα, για ασυνάρτητες φλυαρίες, και κοντά σ’ αυτό λέμε Καλημέρα Γιάννη! / Πώς είσαι Γιάννη; Κουκιά σπέρνω για περιπτώσεις ασυνεννοησίας, όπου άλλα λέει ο ένας κι άλλα απαντάει ο άλλος. Κάποιοι πάντως (κι εγώ μαζί, κάποτε) γράφουν «Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω» το οποίο, αν το καλοσκεφτούμε, δεν είναι και τόσο παράλογη απάντηση, τουλάχιστον αν η ερώτηση εκληφθεί στην κυριολεξία της.

Για κάποιον που παρεμβαίνει άστοχα ή αναρμόδια σε συζήτηση ή υπόθεση λέμε πετάγεται σαν το ωμό κουκί, ενώ κουκί ήταν κι έσκασε λέμε για το παιδί που μοιάζει πολύ σε έναν από τους γονείς του. Τέλος, υπάρχει και η εξής εύγλωττη κρητική παροιμία: όποιος καλά του κάθεται και πιο καλά γυρεύγει, ο διάολος του κώλου του κουκιά του μαγειρεύγει.

Στην ποίηση και τη λογοτεχνία γενικά, το κουκί δεν έχει μεγάλη παρουσία. Εξαιρείται το παιδικό «το κουκί και το ρεβίθι», για το οποίο ήδη μιλήσαμε στο προηγούμενο άρθρο. Θυμάμαι και έναν στίχο του Βάρναλη, από τον Τρελό, όπου το κουκί χρησιμοποιείται σαν μέτρο σύγκρισης μεγέθους, όπως συχνά συμβαίνει και με άλλους καρπούς: Έχω τρύπα στο βρακί, λίγδα στην καπότα μου, έχω ψείρα σαν κουκί και βρομούν τα χνότα μου.

Είπαμε πιο πάνω ότι το μεσαίωνα η λέξη «κουκί» δεν σήμαινε μόνο τον καρπό της κουκιάς αλλά και μονάδα βάρους, ενώ επίσης σήμαινε τον κόκκο ή το σπυρί και άλλων φυτών, π.χ. «σίτου κουκκί». 
Η σημασία «κουκί = ψήφος» ασφαλώς είναι του 19ου αιώνα και πρέπει να έχει την προέλευσή της στα σφαιρίδια με τα οποία, όπως ξέρουμε, γινόταν τότε η ψηφοφορία. 
Σήμερα, η λέξη ειδικότερα χρησιμοποιείται για ψήφους που είναι λίγο-πολύ δεδομένες (που είναι κουκιά μετρημένα), ας πούμε τις ψήφους των βουλευτών σε μια κρίσιμη ψηφοφορία ή των μελών ενός συμβουλίου, δημοτικού, διοικητικού ή άλλου. 
Πολλές φορές έχει, ας πούμε, γραφτεί ότι «δεν βγαίνουν τα κουκιά» π.χ. για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας ή για την υπερψήφιση ενός νομοσχεδίου. Βέβαια, πολλοί χρησιμοποιούν τη λέξη «κουκί» και γενικώς για τις ψήφους στις βουλευτικές εκλογές, όπου είναι πολύ λιγότερο δεδομένες, και πάντοτε με μειωτική απόχρωση. 
Να κλείσουμε το άρθρο με αυτή τη σημασία, την εκλογική, μια και μετά τα Χριστούγεννα, θέλοντας και μη θα μπούμε σε προεκλογική περίοδο, έστω κι αν μόνο για τις ευρωπαϊκές και τις περιφερειακές εκλογές.
sarantakos
Το Χαμομηλάκι

Διάφοροι τύποι μαμάδων που συναντάμε στο σχολείο

Υπάρχουν διάφοροι τύποι μαμάδων, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που συναντάει κανείς στα σχολεία. 

Αυτοί είναι οι πέντε πιο κλασικοί τύποι:

Η κοινωνική:
Είναι η μαμά που, όσο περιμένει το παιδί να σχολάσει, πιάνει κουβεντούλα με άλλες μανάδες. Από τους πιο διαδεδομένους τύπους μαμάδων.

Η μοναχική:
Υπάρχουν και μαμάδες οι οποίες αφήνουν το παιδί το πρωί λίγο πριν το κουδούνι και το μεσημέρι φτάνουν στο σχολείο οριακά πριν το σχόλασμα. Κι εκείνες τις φορές που πάει νωρίτερα, κάθεται σε μια άκρη, μιλάει στο τηλέφωνο και γενικά μένει μακριά από το συγκεντρωμένο πλήθος των υπόλοιπων μαμάδων.

Η αντιδραστική:
Επιδιώκει συνεχώς συναντήσεις για ενημέρωση περί της προόδου του παιδιού από το/τη δάσκαλο/δασκάλα και δεν δέχεται να ακούσει κάτι αρνητικό, ακόμα κι αν αυτό ισχύει.

Η συζητήσιμη: Ο αντίθετος τύπος από την αντιδραστική, μιας και ακούει με μεγάλη προσοχή τον/την εκπαιδευτικό και ζητάει τη γνώμη του/της για τη βελτίωση του παιδιού.

Η ανικανοποίητη: Όλα της φαίνονται λάθος, γκρινιάζει και κάνει λόγο συνεχώς για αδικία και ανοργανωσιά. Και το χειρότερο είναι πως, αν τη ρωτήσει κάποιος να καταθέσει προτάσεις βελτίωσης, δε θα μπει καν στη διαδικασία.
mother
Το Χαμομηλάκι