Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Μη διστάζετε να ζητάτε κι εσείς "συγγνώμη"
από το παιδί σας

Η σημασία της «συγγνώμης» στην οικογένεια
Τι διδάσκει τα παιδιά αλλά και τους γονείς

«
Η "συγγνώμη" είναι μια λέξη μαγική που κρύβει μέσα της βάθος και έντονα συναισθήματα. Είναι μια λέξη που γεφυρώνει τους ανθρώπους, συνειδήσεις και ενδυναμώνει σχέσεις» τονίζει η ομάδα της Γραμμής 115 25 και του Συμβουλευτικού Κέντρου του Μαζί για το Παιδί.

Όπως σημειώνει: «Ειδικό βάρος αποκτά όταν την λέμε στα παιδιά μας καθώς μέσα από αυτήν παραδεχόμαστε τα λάθη μας, τις παραλείψεις μας αλλά και τις αδυναμίες μας. Είναι ένα ισχυρό παιδαγωγικό εργαλείο καθώς μαθαίνουμε στα παιδιά την ανάληψη της ευθύνης για την πράξη τους και τα βοηθάμε να επεξεργαστούν τα συναισθήματα που απορρέουν από την πράξη ή συμπεριφορά, την αξία και την παραδοχή του λάθους και τις έννοιες της συγχώρεσης και της ειλικρίνειας.

Διευρύνουμε τον ορίζοντα της σκέψης τους
καθώς τα παιδιά μιμούνται τους γονείς τους και μαθαίνουν να παραδέχονται τα λάθη τους και ταυτόχρονα να αποδέχονται τα λάθη των άλλων κατά τη διάρκεια της ζωή τους. Παράλληλα ενισχύουμε την ενσυναίσθησή τους αφού τους βοηθάμε να αναγνωρίσουν και τη θέση του άλλου που είναι ο δέκτης μιας μη θεμιτής πράξης ή συμπεριφοράς.

Είναι λογικό και κοινά αποδεκτό πως τα παιδιά με τη φαντασία τους για να καλύψουν κάποια αταξία τους θα πλάσουν μια ιστορία που πολύ πιθανό το ψέμα να είναι το κύριο συστατικό της. Αν όμως τα παιδιά έχουν διδαχθεί να είναι πομποί και δέκτες μιας συγγνώμης τότε θα τη ζητήσουν και το όποιο θέμα έχει προκύψει θα είναι διαχειρίσιμο. 
Και στο κάτω-κάτω οι γονείς πρέπει να ξέρουν ακριβώς τι συμβαίνει στη ζωή του παιδιού τους για να μπορούν να το καθοδηγήσουν με τρόπο ορθό και να μην βρεθούν να αντιμετωπίζουν κινδύνους πολύ μεγαλύτερους στη συνέχεια.
Μην αφήσετε στιγμή να πάει χαμένη.

Η συγγνώμη που ζητάμε από τα παιδιά μας κρύβει και τη δική μας αυτογνωσία. Το πότε και πως πρέπει να την λέμε την καθορίζουν οι στιγμές της καθημερινότητας. Εκεί όπου χτίζεται η δομή του χαρακτήρα του παιδιού. Δεν είναι μια λέξη που πρέπει να χρησιμοποιείται επιπόλαια, μόνο έπειτα από αρκετή σκέψη.

Το να ζητάμε συγνώμη είναι μια πράξη ωριμότητας και θάρρους
και υποδηλώνει ότι έχουμε κατανοήσει το λάθος μας και δεν σκοπεύουμε να το επαναλάβουμε.

Μη διστάσετε καθόλου να ζητάτε κι εσείς συγγνώμη από το παιδί σας, όταν ακόμη και εν αγνοία σας κάνετε κάτι εις βάρος του.
Πάρτε λίγο χρόνο και εξηγήστε του σε τι αναφέρεστε, πως νιώσατε και γιατί ζητάτε συγνώμη. 
Μέσω αυτής της διαδικασίας του δείχνετε ότι το σέβεστε, ότι η γνώμη του μετράει για εσάς και ενδιαφέρεστε για τα συναισθήματά του.

Δεν χάνετε το κύρος σας ως γονείς, αντίθετα, δείχνετε γενναιότητα και με αυτόν τον τρόπο λειτουργείτε ως παράδειγμα για το παιδί σας για την ειλικρίνεια, την αξία της συγχώρεσης και την απελευθέρωση των αρνητικών συναισθημάτων που μπορεί να επηρεάζουν τη σχέση σας».

Εγκυκλοπαιδικά: Φακή επαφής

Μια έκφραση που ακούγεται συχνά τον τελευταίο καιρό, όποτε γίνεται λόγος για την αξιοποίηση ή την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (το πρώτο συνθετικό αλλάζει) είναι ότι πωλείται ή ξεπουλιέται «αντί πινακίου φακής»
Πρόκειται για έκφραση που προέρχεται, θα το ξέρετε, από τη Βίβλο, και συγκεκριμένα από την ιστορία του Ησαύ και του Ιακώβ, που υπάρχει στη Γένεση. Από τα δυο παιδιά του Ισαάκ, ο πρωτότοκος, ο Ησαύ, ήταν άγαρμπος κυνηγός, ο δευτερότοκος ο Ιακώβ ήταν λεπτεπίλεπτος διανοούμενος, «άπλαστος οικών οικίαν». 
Μια μέρα που γύρισε ξεθεωμένος στο σπίτι ο Ησαύ, κι ο Ιακώβ μαγείρευε φακές, ζήτησε να φάει, κι ο συμφεροντολόγος ο μικρός απαίτησε, για να τον σερβίρει, να του παραχωρήσει ο μεγάλος τα πρωτοτόκιά του. 
«Εγώ κοντεύω να πεθάνω, τι να τα κάνω τα πρωτοτόκια;» είπε (Ιδού εγώ πορεύομαι τελευτάν και ίνα τί μοι ταύτα τα πρωτοτόκια;), οπότε του τα παραχώρησε, και μάλιστα με όρκο, και σε αντάλλαγμα του έδωσε ο Ιακώβ «άρτον και έψεμα φακού», ψωμί και βραστές φακές. 
Χρειάστηκε βέβαια και η βοήθεια της μητέρας, κι η ανημπόρια του πατέρα, αλλά τελικά τα πρωτοτόκια πράγματι πουλήθηκαν για ένα πιάτο φακές, δηλαδή δεν είναι μόνο των καιρών μας το φαινόμενο ο καπάτσος δημοσιοσχεσίτης που πουλάει αέρα να βγάζει τα εκατονταπλάσια απ’ τον εργάτη που παράγει.
Θα προσέξατε ότι στο κείμενο της Γένεσης ο Ησαύ δεν τρώει φακές, αλλά «έψεμα φακού»
Φακός ήταν η αρχαία λέξη για τη φακή, τόσο το φυτό όσο και το φαγητό. Ο Ηρόδοτος, σε ένα σημείο όπου περιγράφει τους Αλαζώνες, μια φυλή που ζούσε στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου (και από εκεί βγήκε η λέξη «αλαζόνας», που είναι κι αυτή ωραία ιστορία, αλλά την κρατάμε για κάποιαν άλλη φορά) λέει ότι καλλιεργούν σιτάρι και επίσης «κρόμμυα και σκόροδα και φακούς και κέγχρους».
Η φακή, όπως φαίνεται και από την ιστορία με τον Ησαύ, είναι μαζί μας από τα πολύ παλιά χρόνια, και είναι από τα πρώτα φυτά που άρχισε να καλλιεργεί ο άνθρωπος στην περιοχή μας (στο σπήλαιο Φράγχθι της Ερμιονίδας έχουν βρεθεί ποσότητες άγριας φακής, που χρονολογούνται γύρω στο 10.000 π.Χ.). 
Στην κλασική αρχαιότητα η φακή ήταν ένα από τα βασικά τρόφιμα, καθώς είναι φτηνή πηγή πρωτεϊνών, παρόλο που οι γιατροί συγγραφείς των επόμενων αιώνων επισήμαιναν τις βλαβερές συνέπειες της υπερκατανάλωσης φακής: ότι κάνει κακό στην όραση και φέρνει αέρια (φακός βιβρωσκόμενος συνεχώς αμβλυωπός, δύσπεπτος, κακοστόμαχος, πνευματωτικός στομάχου και εντέρων, λέει ο Διοσκουρίδης).
Και η λέξη φακή είναι αρχαία, συνηρημένος τύπος του «η φακέα», παράλληλος τύπος της λ. φακός, και σταδιακά έγινε διάκριση των σημασιών και «φακή» ονομάστηκε το φαγητό, το βρασμένο δηλαδή, ενώ φακός το ωμό όσπριο (φακή: το έψεμα του φακού, γράφει ο Φώτιος). 
Τη φακή τη συνδύαζαν με άλλα φαγητά, π.χ. είχαν την βολβοφακή όταν την ανακάτευαν με βολβούς· ο Αθήναιος αφηγείται ένα επεισόδιο που συνέβη στο σπίτι της ετοιμόλογης εταίρας Γνάθαινας, που είχε χυθεί η βολβοφακή στο ντεκολτέ της δούλας -θα φτιάξει κολποφακή, σχολίασε η αφεντικίνα της. 
Είχαν και μια παροιμία οι αρχαίοι «το επί τη φακή μύρον» για όποιον δαπανά το εκλεκτό για χάρη του ευτελούς.
Και με τον φακό είχαν παροιμίες οι αρχαίοι· δυο από τις πάμπολλες παροιμίες «περί αδυνάτου» είναι και οι «Φακόν κόπτεις» και «Φακού γωνίαν κρατείς».

Σιγά-σιγά, φακός ονομάστηκε, στα αρχαία, και οτιδήποτε είχε το σχήμα της φακής, δηλαδή αμφίκυρτο σχήμα. 
Φακός ονομάστηκε, ας πούμε, η θερμοφόρα, το δοχείο με το ζεστό νερό, επειδή είχε σχήμα αμφίκυρτο, αλλά φακός ήταν, στην ελληνιστικήν εποχή, και οι κηλίδες του δέρματος ή οι ελιές· και βέβαια θα καταλάβατε ότι οι φακίδες προέρχονται, ακριβώς, από τον φακό, μέσω ενός υποκοριστικού *φακίς.
Στα λατινικά η φακή ήταν lens, lentis. 
Μέσω ενός υποκοριστικού lenticula έχουμε το γαλλικό lentille, το οποίο σημαίνει τη φακή, αλλά και τις κηλίδες του δέρματος, και με την πρόοδο της οπτικής επιστήμης lentille ονομάστηκαν οι αμφίκυρτοι φακοί! 
Ακόμα και σήμερα στα γαλλικά η λέξη lentille έχει και τις δυο σημασίες, φακή και φακό, lentilles de contact είναι οι φακοί επαφής και περιέργως κανείς δεν φαίνεται να μπερδεύεται· δηλαδή, αν πάτε σε οπτικό και ζητήσετε lentilles δεν θα σας φέρουν φακές. Και στα αγγλικά άλλωστε, lens είναι ο φακός (όπως και η λατινική λέξη για τη φακή) και lentil η φακή.
Περνώντας στα φρασεολογικά της φακής, θα επιστρέψω στην αρχή του άρθρου, για να επισημάνω (αν και ασφαλώς θα το έχετε προσέξει) ότι στο βιβλικό απόσπασμα δεν υπάρχει η έκφραση «αντί πινακίου φακής», ούτε τη βρήκα πουθενά αλλού στην αρχαία και μεταγενέστερη γραμματεία, οπότε συμπεραίνω πως γεννήθηκε στα χρόνια του νεοελληνικού κράτους, μια ακόμα από τις αρχαιόπρεπες εκφράσεις που πλάστηκαν από νεοέλληνες δασκάλους. 
Τη λέμε, φυσικά, όταν παραχωρούμε πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο με ευτελές αντάλλαγμα. 
Περίπου συνώνυμη με την «για ένα κομμάτι ψωμί», η οποία ίσως να έχει περισσότερο τονισμένο το στοιχείο της αδήριτης ανάγκης που σπρώχνει στην ασύμφορη συναλλαγή.
Πολύ γνωστή έκφραση είναι και το «παλικάρι της φακής», που λέγεται για τους ψευτοπαλληκαράδες, τους θρασύδειλους. 
Ο Νατσούλης λέει πως η έκφραση βγήκε από τον τίτλο κωμωδίας του Πλαύτου, κάτι που δεν με πείθει καθόλου, χωρίς να κάνω τον κόπο να ανατρέξω στις πηγές. Μάλλον η προέλευση της φράσης οφείλεται στο ότι τα πραγματικά παλικάρια τρέφονται με κρέας, όχι με όσπρια.
Κάπου-κάπου ακούγεται και η έκφραση «θα φάει/έφαγε η φακή το λάδι», όταν τα έξοδα από μια επιχείρηση ξεπεράσουν τα έσοδα. Μια παλιά παροιμία, που πρέπει να έχει ξεχαστεί, είναι «τρώει τη φακή με το πιρούνι», για κάποιον που έχει ατυχήσει οικονομικά. Στον Πολίτη βρίσκω και την «βρήκε η φακή το αγγειό της», παροιμία παρόμοια με τον τέντζερη που βρήκε το καπάκι.
Στο γνωστό παιδικό τραγούδι όπου πρωταγωνιστούν τα όσπρια (το κουκί και το ρεβίθι), η φακή είναι η αυστηρή που βάζει τα άταχτα όσπρια φυλακή, μα η φάβα της φωνάζει «φακή άσ’ τα, δεν πειράζει». 
Και ένα παλιό μικιμάους, θυμάμαι, μια περιπέτεια είχε τον τίτλο «Οι φακές της Βαβυλωνίας»· ο Σκρουτζ χάνει την περιουσία του και του μένουν μόνο αυτές οι θαυματουργές φακές, χάρη στις οποίες την ξαναφτιάχνει, ή τουλάχιστον αυτό μου έχει μείνει από την ιστορία, πριν πενήντα χρόνια σχεδόν. 
 Θυμάμαι, γύρισα σπίτι από το σχολείο, κρατώντας το τεύχος που είχα αγοράσει από το περίπτερο της γωνίας, και όπως κάθε Παρασκευή είχαμε φακές. Η μητέρα μου δεν ήθελε να διαβάζουμε στο τραπέζι, συνήθεια που ξεσηκώναμε από τον πατέρα μου, αλλά την μετέπεισα με το επιχείρημα ότι αφού έχω φακές και στο πιάτο και στο περιοδικό συγχωρείται να διαβάζω. 
 Και βρίσκω (τα πάντα βρίσκει κανείς στο Ιντερνέτι…) ότι το τεύχος αυτό κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Δεκέμβριο του 1967, οχτώ χρονών λοιπόν ήμουν…

sarantakos

Ο Κικέρωνας, το Ρεβίθι, το Στραγάλι και ο Κοντορεβιθούλης
Εγκυκλοπαιδικά


Ρεβίθι χωρίς κουκί (Πάει; Δεν πάει!)
Για σκέτο ρεβίθι, χωρίς κουκί, δεν ξέρω να έχει γραφτεί τραγούδι, εκτός αν έχετε εσείς κάτι υπόψη σας.
----------------
Θυμάμαι πριν από κάμποσα χρόνια, τότε που είχα κι εγώ μικρά παιδιά και πρόσεχα και τα άλλα, ένα πιτσιρίκι είχε ρωτήσει τη μητέρα του γιατί στο γνωστό παιδικό τραγούδι το κουκί και το ρεβίθι εμαλώσανε στη βρύση. 

«Ποιο θα πιει πρώτο νερό», απάντησε η μητέρα, μια απάντηση πρακτική και όχι εντελώς άστοχη. Όσοι γεννήθηκαν σε σπίτια με τρεχούμενο νερό, δεν έχουν μνήμες από την καθημερινή διαδρομή με τη στάμνα στη βρύση, όπου, πέρα από τη συζήτηση και την αλληλοενημέρωση, υπήρχαν και οι αναπόφευκτες προστριβές για τη σειρά, μια και το γέμισμα της στάμνας βαστούσε πολλή ώρα κι έτσι κι αλλιώς δεν είναι σωστό να σου φάει η άλλη τη σειρά (το κουβάλημα του νερού ήταν γυναικεία δουλειά· άλλωστε, οι περισσότερες ήταν).

Εμείς για τις ανάγκες του άρθρου μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κουκί και το ρεβίθι διαπληκτίστηκαν για το ποιο από τα δυο θα αποτελέσει το αντικείμενο του σημερινού άρθρου. 

Αν και σπανιότερο στη καθημερινότητά μας, το κουκί είναι ασύγκριτα πιο ενδιαφέρον από γλωσσική-λαογραφική άποψη· όμως έχουμε ήδη αναφερθεί σε παλιότερα άρθρα μας σε μερικά από τα γλωσσικά του κουκιού, οπότε τελικά ο κλήρος έπεσε στο ρεβίθι.

Το ρεβίθι προέρχεται από το αρχαίο ερέβινθος, που δήλωνε και το φυτό και τον καρπό, και το επίθημα -νθος πάντα μας κάνει να σκεφτόμαστε δάνειο από κάποια μεσογειακή γλώσσα, και από το ερεβίνθιον προέκυψε το ρεβίνθιον και ρεβίθιον και ροβίθιον στα μεσαιωνικά χρόνια. 

Τον τύπο ροβίθι που ήταν πολύ διαδεδομένος παλιότερα, ο Χατζιδάκις τον είχε εξηγήσει από την παρετυμολογική επίδρ. της λέξης «ρόβι» (άλλο όσπριο αυτό), αλλά ο Θ. Μωυσιάδης (και πιο πριν ο Φιλήντας) από την επίδρ. του χειλικού. 
Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει βάση η παλιότερη ορθογραφία ρεβύθι, που διατηρείται ακόμα. (Στην περίπτωση της *μπύρας, το αδικαιολόγητο ύψιλον εξηγήθηκε με την αναλογία του «ζύθος»· εδώ, δεν ξέρω πώς ξεφύτρωσε).

Στα λατινικά το ρεβίθι λέγεται cicer, ή πληρέστερα cicer arietinum, όπως είναι το βοτανικό του όνομα. Σε αυτή τη δεύτερη λέξη οι ασχολούμενοι με τα ζώδια ίσως αναγνωρίσουν το Aries, το πρώτο ζώδιο του κύκλου, τον δικό μας κριό. 

Κριόμορφο είχαν αποκαλέσει το ρεβίθι οι Ρωμαίοι, διότι πράγματι αν το κοιτάξεις από κοντά έχει ένα κερατάκι σαν του κριαριού. Στην πρώτη όμως λέξη, που σήμερα οι Ιταλοί την προφέρουν τσίτσερ αλλά οι Ρωμαίοι της εποχής την πρόφερναν «κίκερ», θα αναγνωρίσουμε όλοι τον Κικέρωνα, τον μεγάλο λόγιο της εποχής της δημοκρατίας στη Ρώμη.

Ο Μάρκος Τούλιος Κικέρων (Cicero) είχε αυτό το επώνυμο επειδή, λέει ο Πλούταρχος, κάποιος πρόγονός του είχε στην άκρη της μύτης του μια χαρακιά σαν του ρεβιθιού (σε άλλες πηγές λέει ότι είχε στη μύτη ένα σπυρί σαν ρεβίθι, αλλά αυτό δεν το λέει ο Πλούταρχος). Όταν αποφάσισε ο Κικέρωνας να ασχοληθεί με την πολιτική, κάποιοι φίλοι του τον παρότρυναν να αλλάξει επώνυμο, αλλά εκείνος, που ήξερε πως ο άντρας κάνει τη γενιά, τους απάντησε πως θα κάνει το όνομα Κικέρωνας ένδοξο. 

Και τα κατάφερε, αφού το όνομά του όχι μόνο εξακολουθεί και σήμερα να είναι γνωστό, αλλά επειδή έχει περάσει και στη γλώσσα σαν ουσιαστικό, τουλάχιστον στα ιταλικά, όπου cicerone είναι ο ξεναγός (και ειρωνικά ο πολύξερος)· αλλά και στη γλώσσα μας ακουγόταν παλιότερα η λέξη «τσιτσερόνε» για τους ξεναγούς, αν και δεν ξέρω αν χρησιμοποιείται και σήμερα· πάντως, γκουγκλίζεται.

Αυτό το λατινικό cicer έχει περάσει στη σημερινή ονομασία του ρεβιθιού στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ας πούμε chick-peas στα αγγλικά ή pois chiches στα γαλλικά, παρόλο που οι Ισπανοί έχουν το ηχηρό (και μάλλον βάσκικο) garbanzo. Στα σέρβικα πάλι (και στην ακατονόμαστη γλώσσα των νοτίων γειτόνων τους) τα ρεβίθια λέγονται λεμπλεμπλιά, που μας θυμίζει τα δικά μας λεμπλεμπιά, που βέβαια έτσι λέμε εμείς τα στραγάλια, ιδίως τα μαλακά και γλυκά -η λέξη είναι τούρκικη. 

Αλλά και τι είναι τα στραγάλια; Ρεβίθια καβουρδισμένα· φρυκτοί ερέβινθοι (όχι φρικτοί!) που έλεγε κάποιο παλιό λεξικό. Στα αραβικά, διαβάζω, το ρεβίθι είναι χούμους, που κι αυτό κάτι μας θυμίζει, γιατί ο χούμους είναι αλεσμένο ρεβίθι ανακατεμένο με ταχίνι.

Οι αρχαίοι τα ήξεραν λοιπόν τα ρεβίθια, που μάλιστα τα βρίσκουμε και στον Όμηρο («θρώσκουσιν κύαμοι μελανόχροες ή ερέβινθοι», Ν589) και τα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση, τόσο ως ρεβίθια όσο και ως στραγάλια. Ο Ξενοφάνης περιγράφει μιαν ειδυλλιακή σκηνή, να ξαπλώνεις πλάι στο τζάκι, φαγωμένος, να πίνεις γλυκό κρασί, να μασουλάς ερεβίνθους και να διηγείσαι παλιές ιστορίες στους φίλους σου, «πόσω χρονώ ήσουν όταν ήρθαν οι Μήδοι;»: πὰρ πυρὶ χρὴ τοιαῦτα λέγειν χειμῶνος ἐν ὥρῃ ἐν κλίνῃ μαλακῇ κατακείμενον͵ ἔμπλεον ὄντα͵ πίνοντα γλυκὺν οἶνον͵ ὑποτρώγοντ΄ ἐρεβίνθους· τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν͵ πόσα τοι ἔτη ἐστί͵ φέριστε; πηλίκος ἦσθ΄ ὅθ΄ ὁ Μῆδος ἀφίκετο; [λέω: να μασουλάς ερεβίνθους, επειδή δεν είμαι βέβαιος αν εννοεί ρεβίθια, ή στραγάλια]

Στον μεσαιωνικό Πωρικολόγο πάλι βρίσκουμε τον Ροβίθιο τον κουκουβαγιομύτη· εκεί που οι Ρωμαίοι είδαν κέρατο κριαριού στη μυτούλα του ρεβιθιού (αλλά και οι αρχαίοι Έλληνες, κάποιαν ποικιλία ρεβιθιών την ονόμαζαν «κριούς») οι βυζαντινοί είδαν μύτη κουκουβάγιας, που μου φαίνεται πιο πετυχημένο.
...................
Το ρεβίθι πάντως χρησιμοποιείται συχνά για παρομοιώσεις μεγέθους. Και βέβαια, μπορεί ο Κοντορεβιθούλης, κοντός σαν ρεβίθι, να είναι πολύ μικρός, αλλά ένα σπυρί σαν ρεβίθι είναι μεγάλο, όπως και ένα πολύτιμο πετράδι· στη Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου βρίσκει κανείς «ρεβιθέινον μαργαριτάρι» που αυτό σημαίνει, μεγάλο σαν ρεβίθι. Καμιά φορά και ειρωνικά, όπως στο δημοτικό «Άντρα ψηλό μου δώσανε, ψηλό σαν το ρεβίθι» (είναι και παχύς σαν το βελόνι, αν θυμάμαι καλά).

Στην Κατοχή, που ο καφές είχε εξαφανιστεί, τον υποκαθιστούσαν με τριμμένο ρεβίθι (μερικοί και σήμερα το πίνουν αυτό) ή ακόμα και «κριθάρι ανακατεμένο με ρεβίθι», όπως βρίσκουμε σε ένα θεατρικό του Κοτζιούλα.

Υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος, σπανιότερος αυτός, για να τρώμε τα ρεβίθια: χλωρά, πράσινα, αλατισμένα. Δεν το έχω δοκιμάσει, αλλά έχω ακούσει πως τα φρέσκα ρεβίθια τα πουλούσαν παλιότερα (ή ακόμα; ) στην Πάτρα στο δρόμο ή στις λαϊκές σε μάτσο, και τα λέγαν «τσίτσιρι» (ο Κικέρωνας ξαναχτυπάει). Τώρα που το σκέφτομαι, και στους στίχους του Ξενοφάνη που παρέθεσα πιο πάνω, μπορεί οι ερέβινθοι αυτοί να είναι χλωροί.

Φαγητό της φτωχολογιάς πάντως παρέμειναν τα ρεβίθια, όπως και τ’ άλλα όσπρια, και καλλιέργεια φτωχική και τα ίδια, αφού ευδοκιμούν και σε φτωχά εδάφη. Όταν η κυβέρνηση Δηλιγιάννη το 1895 είχε ρίξει τις τιμές των οσπρίων, ο Σουρής έγραψε στον Ρωμηό:

Τι Κορδόναρος αλήθεια!
με φασόλια και ρεβίθια
θα παχύνεις σαν γουρούνι
κι όπως λένε μερικοί
δεν θα τρώμε τη φακή
καθώς τώρα με πιρούνι.

θυμίζοντας την παλιά παροιμία «Τρώει τη φακή με το πιρούνι» που λεγόταν για τους πάμφτωχους, και που ξέχασα να την αναφέρω στο άρθρο για τη φακή που είχα δημοσιέψει εδώ πριν από μερικούς μήνες. Για τα ρεβίθια ανάλογη παροιμία δεν υπάρχει, ίσως επειδή είναι λίγο πιο εύκολο να τα τρως με το πιρούνι, αλλά και γενικότερα, εδώ που τα λέμε, για το ρεβίθι δεν έχω βρει καμιά παροιμία, αν και κατά πάσα πιθανότητα κάπου κάποια θα υπάρχει· ούτε παροιμιακή έκφραση έχω βρει, και εδώ μπορώ να πιθανολογήσω ότι μάλλον δεν υπάρχει καμία, τουλάχιστον γνωστή, γιατί τις περισσότερες τις έχουμε καταγράψει.

Μια και δεν έχω τίποτα το παροιμιακό ή φρασεολογικό με τα ρεβίθια, θα ακυρώσω τον τίτλο του άρθρου και θα κλείσω κάνοντας αναφορά, ακριβώς, στο κουκί και στο ρεβίθι. Η γνωστότερη παραλλαγή, που μαλώνανε στη βρύση και τα έβαλε φυλακή η φακή, δεν είναι καθόλου η μοναδική, Υπάρχουν πάμπολλες άλλες, και είναι πολλά τα δημοτικά που ξεκινάνε «να σας πω ένα παραμύθι / το κουκί και το ρεβίθι» για να συνεχιστούν απρόβλεπτα και ελαφρώς σουρεαλιστικά, όπως το εξής νισυριώτικο:

Το κουκί και το ρεβίθι
και του Φράγκου το κορίτσι
κάθεται στο παραθύρι
και φωνάζει γούι γούι
και κανείς δεν το ακούει
κι ώσπου νάρτει η μαμά του
και η σκύλα η αδερφή του
πέρασε ο άγγελος
και πήρε την ψυχή του.

Αλλά, παραμύθι είναι, όπως θέλουμε το συνεχίζουμε.

Με τον τίτλο «Το κουκί και το ρεβίθι» υπάρχει και ένα θεατρικό του Καμπανέλλη, που το ανέβασε ο θίασος Καρέζη-Καζάκου λίγο πριν πέσει η δικτατορία, μετά το «Μεγάλο μας τσίρκο», ενώ τα δυο τους τα βρίσκουμε και σε πολλά τραγούδια, σχεδόν πάντα σε ρίμα με το παραμύθι, όπως στο Παραμύθι του Ξυλούρη:

https://www.youtube.com/watch?time_continue=45&v=utPmfetLkss

..............
περισσότερα εδώ
Το Χαμομηλάκι