Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Ν. Καζαντζάκης: Το μάθημα της πεταλούδας

 Θυμήθηκα κάποιο πρωί, που είχα πετύχει σ’ένα πεύκο ένα κουκούλι πεταλούδας, τη στιγμή που έσκαζε το τσόφλι κι ετοιμάζουνταν η μέσα ψυχή να προβάλει. Περίμενα, αργούσε κι εγώ βιαζόμουν. Έσκυψα τότε απάνω της κι άρχισα να τη ζεσταίνω με την ανάσα μου.
Τη ζέσταινα ανυπόμονα, και το θάμα άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου, με γοργό ρυθμό. Το τσόφλι άνοιξε όλο, η πεταλούδα πρόβαλε. Μα ποτέ δε θα ξεχάσω τη φρίκη μου, τα φτερά της έμεναν σγουρά, αξεδίπλωτα όλο όλο της το κορμάκι έτρεμε και μάχουνταν να τα ξετυλίξει. Μα δεν μπορούσε, μαχόμουν κι εγώ με την ανάσα μου να την βοηθήσω. Του κάκου, είχε ανάγκη από υπομονετικό ωρίμασμα και ξετύλιγμα μέσα στον ήλιο και τώρα πια ήταν αργά.
Η πνοή μου είχε ζορίσει την πεταλούδα να ξεπροβάλει πριν της ώρας, ζαρωμένη κι εφταμηνίτικη. Βγήκε αμέστωτη, κουνήθηκε απελπισμένη και σε λίγο πέθανε στην παλάμη μου.
Το πουπουλένιο κουφάρι αυτό της πεταλούδας θαρρώ πως είναι το μεγαλύτερο βάρος που έχω στη συνείδησή μου. Και να, σήμερα κατάλαβα βαθιά....
Είναι θανάσιμο αμάρτημα να βιάζεις τους αιώνιους νόμους,
έχεις χρέος ν’ ακολουθείς τον αθάνατο ρυθμό μ’ εμπιστοσύνη.
Η μικρή ετούτη  πεταλούδα, που σκότωσα γιατί παραβιάστηκα να την αναστήσω, ας ήταν να πετούσε πάντα μπροστά μου και να μου δείχνει το δρόμο. Κι έτσι μια πεταλούδα που πρόωρα πέθανε να βοηθήσει μιαν αδερφή της, μιαν ανθρώπινη ψυχή, να μη βιάζεται και να προφτάσει να ξετυλίξει με αργό ρυθμό τις φτερούγες!

Αξιότιμοι γονείς, μεγαλώνετε παιδιά ή νάρκισσους;
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην αυτό-εκτίμηση
και τον ναρκισσισμό;

Και έπειτα λένε πως τα παιδιά άλλαξαν. Φυσικά και άλλαξαν. Ανατρέχοντας στη δική μου εποχή, που δεν είναι δα και τόσο μακρινή, τα παιδιά άλλαξαν. Μικροί και παρεξηγημένοι ήρωες, εάν μου επιτρέπετε.

Ο Άγγελος θα μείνει στο σπίτι μου απόψε το βράδυ. Δεν είναι μεγαλύτερος από 12 ετών. Τον άφησε πάλι η μητέρα του για να βγει για ένα ποτό. Σωστό μικρομέγαλο, θα τον χαρακτήριζα.
Μπήκε στο σπίτι βιαστικά, με χαιρέτισε με μια φιλική χειρονομία και χύθηκε πάνω στον καναπέ με άνεση. Λες και ήταν εξοικειωμένος με αυτή την κατάσταση. Κάθε φορά έχει την ίδια ασχολία. Είναι βαθιά προσηλωμένος στο τάμπλετ του. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, κάνει τόση ησυχία, που είναι σχεδόν εκκωφαντική.
Κάποια απογεύματα τυχαίνει να επιστρέφουμε στο σπίτι σχεδόν ταυτόχρονα. ΄Ερχεται φουριόζος με το ποδήλατό του και είναι αδύνατον να μην τον προσέξεις. Ντύνεται με την τελευταία λέξη της μόδας. Φωσφορίζουν τα αθλητικά του παπούτσια και γυαλίζουν τα πετάλια του ποδηλάτου του μέσα στη νύχτα. Κάποιες φορές έχω την αίσθηση πως μου φωνάζει από μακριά «Πρόσεξέ με, είμαι τόσο μοδάτα μόνος!».
Δεν έχει περάσει πάνω από μια ώρα που είναι σπίτι και φαίνεται να βαριέται αφόρητα. Πήγα λίγο από πίσω του και έσκυψα προσεχτικά από πάνω του. Τοποθέτησα μαλακά τις παλάμες μου στους ώμους του και τον ρώτησα.
«Πεινάς Άγγελε; Θέλεις να σου μαγειρέψω κάτι;»
«Όχι, ευχαριστώ. Έχω φάει καλό πρωινό!»
Πρωινό. Σωστά, το πρωινό του τον κρατάει μέχρι το βράδυ. Κάθε πρωί καταβροχθίζει αμέτρητους σπόρους για πουλιά,  που του σερβίρονται απλόχερα, χωρίς όμως να του έχει μάθει κανείς να ανοίγει τα φτερά του. Παράξενο πουλί…
Χαζεύει ξανά και ξανά μια πληθώρα φωτογραφιών του. Ανανεώνει συνεχόμενα την ίδια σελίδα στο διαδίκτυο, περιμένοντας από εκείνη κάτι καινούργιο. «Τι είναι το καινούργιο για σένα Άγγελε;», σκέφτηκα να τον ρωτήσω. Δεν το έκανα. Απλά, αναρωτήθηκα «Δε προβληματίζει κανέναν αυτή η εικόνα;»
«Σου αρέσει αυτή η φωτογραφία μου Γεώργιε;», με ρώτησε απότομα. «Η μαμά πιστεύει, πως θα μπορούσα να γίνω μοντέλο ή ηθοποιός όταν μεγαλώσω.»
«Αλήθεια; Θα σου άρεσε να γίνεις κάτι τέτοιο;», τον ρώτησα χαμογελαστά.
«Φυσικά! Δεν έχεις δει τις φωτογραφίες των άλλων γι’ αυτό ρωτάς. Οι δικές μου είναι εξαιρετικά καλές!»
“Αχ, αυτή η μαμά”, σκέφτηκα, “πόσο αγώνα πρέπει να κάνεις για να κερδίσεις την αποδοχή της και να ανατρέψεις την απουσία της”. 
Κι όντως, τώρα που το σκέφτομαι, τα καταφέρνει περίφημα, διότι έχει και τη βοήθειά της σ’ αυτό. Εάν ανατρέξω στις στιγμές που έχω μοιραστεί μαζί με όλη του την οικογένεια, μια οικογένεια που τολμώ  να πω πως αγαπάω βαθιά, φαίνεται πως η μητέρα του έκανε ό,τι μπορούσε για να του ενισχύσει την εικόνα του εαυτού του και στο τέλος, τον έπεισε πως δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδί και πως του αρμόζει ειδική μεταχείριση.
Είναι αναμφισβήτητο πως στις μέρες μας, οι γονείς αναγκάζονται να εργάζονται όλο και περισσότερες ώρες και όλο και πιο σκληρά. Πραγματικά δε μπορώ να τους κατηγορήσω, διανύουμε δύσκολους καιρούς και αναγνωρίζω τις προσπάθειές τους. Πρέπει να είναι αφόρητα δύσκολο γι’ αυτούς, όταν έχουν αφιερώσει όλη τους την ενέργεια σε μια αχόρταγη και άπληστη εποχή, ν’ ακούσουν τις διαθέσεις του παιδιού τους, την ανάγκη του για επαφή, για χρόνο, για όρια. Σαν η σχέση να μετατρέπεται σε άλλο ένα βάρος γι’ αυτούς και φορές να θυμίζει...

Το κοριτσάκι που νόμιζε πως ο φωτογράφος κρατούσε όπλο και «παραδόθηκε»

Στη Συρία του εμφυλίου, ένα μικρό κορίτσι παραδίδεται
και μας κάνει να ντρεπόμαστε
Η φωτογραφία συγκλονίζει.
Καμιά φορά οι λέξεις δεν είναι αρκετές για να περιγράψουν μια εικόνα. Μια σοκαριστική εικόνα. Δεν έχει αίματα. Δεν έχει διαμελισμένα πτώματα. Δεν έχει συντρίμμια. Έχει μόνο ένα παιδικό πρόσωπο, δυο τεράστια μάτια γεμάτα αθωότητα και απορία και δυο χέρια σηκωμένα, σαν σε παράδοση.

Είναι μια φωτογραφία που κάνει όποιον τη βλέπει να ντρέπεται.
Να ντρέπεται που δεν μπορεί να προστατεύσει αυτή (και όχι μόνο αυτή) την αθώα ψυχή. Να νιώθει ντροπή για ένα παιδί που ζει σε έναν κόσμο πολέμου και μίσους.

Η φωτογραφία κάνει το γύρο του κόσμου τις τελευταίες μέρες μέσω του διαδικτύου. Δείχνει ένα μικρό κορίτσι από τη Συρία. Δεν είναι το πρώτο, θα σκεφτεί κανείς. Γεγονός. Είναι όμως η μικρή ιστορία πίσω από τη φωτογραφία που κάνει τη διαφορά.

Το κορίτσι της φωτογραφίας ζει στη Συρία. Στη Συρία του εμφυλίου, του αίματος, του πολέμου. Όταν είδε μπροστά της έναν φωτογράφο να σηκώνει τη φωτογραφική του μηχανή για να την φωτογραφίσει, νόμιζε πως η κάμερα ήταν όπλο. Και σήκωσε τα χεράκια της. Ήθελε να δείξει πως παραδίνεται. Ήθελε να γλιτώσει τη ζωή της. Μπορεί πολλά να μην ξέρει, αλλά ο πόλεμος την ανάγκασε να μάθει αυτό: μπροστά στα όπλα, σηκώνουμε τα χέρια, παραδινόμαστε χωρίς να προβάλουμε αντίσταση.

Κόμπος στο στομάχι. Θλίψη; Δεν της αξίζει γιατί είναι μαχήτρια. Οίκτος; Σε καμία περίπτωση. Ντροπή. Μόνο αυτή μας αξίζει. Σε εκείνη, αξίζει μόνο θαυμασμός.

Πηγή Φωτογραφίας: imgur.com
Μαίρη Καλουτσάκη, newsit.gr