Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Τα Παιδιά και το Αίσθημα της Αδικίας

Από πολύ μικρή ηλικία τα παιδιά νιώθουν έντονα το αίσθημα της αδικίας και ειδικά όταν συνειδητοποιούν ότι ο κόσμος δεν είναι οργανωμένος γύρω από τις επιθυμίες τους.
Γιατί να πάνε για ύπνο νωρίς; Είναι αδικία. 
Γιατί να στερηθούν μια αγαπημένη τους λιχουδιά; Είναι αδικία. 
Γιατί να πάρει το παιχνίδι τους το αδελφάκι τους, επειδή είναι μικρότερο και δεν καταλαβαίνει; Αυτό κι αν είναι αδικία.
Ποια είναι η αποστολή των γονιών;
Να κάνουν σιγά σιγά το παιδί τους να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που θεωρεί το ίδιο δίκαιο ή άδικο δεν το θεωρούν απαραίτητα και οι γονείς, τα αδέλφια , οι συμμαθητές ή η δασκάλα του. 
Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature", με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Φίλιξ Γουόρνεκεν του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και τον επίκουρο καθηγητή Πίτερ Μπλέικ του Πανεπιστημίου της Βοστώνης, το αίσθημα του «αδικημένου» αναπτύσσεται σε μικρότερη ηλικία (από τα τέσσερα έως τα δέκα έτη) σε όλες τις κοινωνίες, άρα είναι πιο ενδόμυχο.

Από την άλλη, το αίσθημα απάρνησης των προνομίων (όταν δεν θέλει κάποιος να έχει περισσότερα από τους άλλους και αποστρέφεται την αδικία όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τους άλλους), εμφανίζεται σε πιο προχωρημένη ηλικία -μετά τα οκτώ έτη- και όχι σε όλες τις κοινωνίες.

«Η οικογένεια είναι πολλές φορές το πρώτο μέρος όπου ένα παιδί γνωρίζει την αδικία. 
Κανείς δεν γλιτώνει από αυτό. Θα έρθει κάποια στιγμή όπου θα έχει αναπόφευκτα την εντύπωση ότι έχει πέσει θύμα της τρομερής αδικίας που του έχουν επιβάλει οι γονείς του. 
Δεν είναι δίκαιο να με τιμωρείτε! 
Δεν είναι δίκαιο να με στέλνετε για ύπνο! 
Δεν είναι δίκαιο να μου βάζετε τις φωνές!. 
Πίσω από όλα αυτά τα «Δεν είναι δίκαιο» που φωνάζει ένα δυσαρεστημένο παιδί, κρύβεται ένα αίτημα το οποίο μπορούμε να συνοψίσουμε ως εξής: 
Πες μου ότι υπάρχω για σένα, ότι έχω σημασία για σένα, ότι δεν είμαι διαφανής στη ζωή σου, ότι κατέχω μια θέση σε αυτήν», εξηγούν οι συγγραφείς Nicole Prieur και Isabelle Gravillon στο βιβλίο τους «Τα παιδιά μας, αυτοί οι μικροί φιλόσοφοι», εκδόσεις Μεταίχμιο.
Σύμφωνα με τις ίδιες, τα παιδιά έχουν έναν περίεργο τρόπο να καταγράφουν αυτό που τους δίνεται: 
Μεταξύ όλων των πραγμάτων που δέχονται, εκείνα παρατηρούν πριν απ’ όλα αυτό που δεν τους προσφέρθηκε, τα λόγια που δεν ήταν καθησυχαστικά.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να πανικοβαλλόμαστε. 
Πώς να αντιδράσουμε στις κατηγορίες τους περί αδικίας; Αποφεύγοντας τις αμφιταλαντεύσεις. 
Τι ζητά ένα παιδί που φωνάζει εναντίον της αδικίας;
Στην πραγματικότητα δεν ζητά περισσότερη δικαιοσύνη αλλά μεγαλύτερη ορθότητα. 
Εκείνο που θέλει είναι γονείς στη σωστή θέση, δηλαδή γονείς που πληρούν το ρόλο τους ως θεματοφύλακες της γονεϊκής εξουσίας, που δρουν ως υπεύθυνοι ενήλικες, θεωρώντας το παιδί και όχι έφηβο ή ενήλικα, γονείς ανταποκρινόμενους στην ανάγκη του να εισακουστεί και να το λάβουν υπόψη.

Ένας παιδόφιλος ανάμεσα μας...

Φωκίωνος, ανήμερα Χριστούγεννα, ένας παιδόφιλος
Μερικές φορές όταν ένα παιδάκι ωρύεται
δεν είναι απαραίτητα επειδή είναι κακομαθημένο
Tα παιδάκια που προσδοκούν μια καραμέλα ή ένα παιχνίδi
είναι έκθετα στις ορέξεις κάθε σάψαλου
που περιφέρεται διψασμένο στους γιορτινούς μας δρόμους
— Γυρίσατε; Καλή η βόλτα;
— Όχι.
Οι άνθρωποι που έχουν σκυλιά συνήθως φλυαρούν μετά την βόλτα για το αν το σκυλί τους συνάντησε τους φίλους του, αν έπαιξε, αν έφαγε βλακείες από κάτω και (κυρίως) αν έκανε κακά του. Το να εισπράττεις αρνητικές μονολεκτικές απαντήσεις όταν ρωτάς αν η βόλτα κύλησε ευχάριστα είναι ότι πιο αναπάντεχο. Απ' ότι έμαθα φέτος την ημέρα των Χριστουγέννων μπορεί να οφείλονται και σε μια πολύ δυσάρεστη ιστορία, από αυτές που ποτέ δεν φαντάζεσαι πως θα συμβούν δίπλα σου.

"Ήμασταν στο παρτέρι πίσω από το συντριβάνι και είχα λύσει την Τέσλα για να τρέξει μόνη της επειδή δεν είχε άλλα σκυλιά, όταν είδα με την άκρη του ματιού μου έναν ηλικιωμένο άνδρα να κατεβαίνει προς την Επτανήσου με ένα αγοράκι που κρατούσε από το χέρι. Δεν ξέρω στ' αλήθεια να σου πω γιατί αλλά κάτι δεν μου κολλούσε στην εικόνα και όσο πλησίαζαν τους κοιτούσα κλεφτά. Μια μεγάλη κυρία με ένα μικρό σκυλάκι που ερχόταν μπροστά από τα παγκάκια του σιντριβανιού σταμάτησε να προχωρά και το βλέμμα της επίσης καρφώθηκε επάνω τους. Μετά κοίταξε και εμένα.

Όταν έφτασαν από πίσω μου το αγοράκι έπεσε κάτω ανάσκελα κι άρχισε να ουρλιάζει. Όχι να κλαίει ή να ζητάει κάτι, αλλά να ουρλιάζει ακατάληπτα. 
Ο κύριος άρχισε να λέει "Μην κάνεις έτσι" με διακριτική, ήσυχη φωνή ώστε να τον ακούσει μόνο το αγοράκι και να αποφευχθεί τυχόν σκηνή κι άρχισε να ξετυλίγει μια καραμέλα. Η αντίδραση του μου φάνηκε ακόμα πιο παράξενη. Οι παππούδες συνήθως παίρνουν σηκωτά τα εγγόνια ή έστω βάζουν μια φωνή όταν αρχίζουν να ωρύονται στη μέση του δρόμου σαν κακομαθημένα, δεν συμπεριφέρονται έτσι. Και σίγουρα δεν τους δίνουν καραμέλες στα μουλωχτά. Πιο πιθανόν είναι η έκρηξη οργής να οφείλεται στο ότι αρνούνται να τους δώσουν ακόμα ένα γλυκό, ειδικά τέτοιες μέρες.

Γύρισα να κοιτάξω το παιδάκι που ούρλιαζε ενώ πλέον η κυρία με το σκυλάκι είχε έρθει δίπλα μου. Χωρίς να μιλήσει μου έσφιξε το μπράτσο νεύοντας προς το μέρος τους ενώ δύο άλλες γυναίκες με ένα κοριτσάκι διέσχισαν τον δρόμο και ήρθαν κοντά. Όσο το πλησίαζε ο κύριος το αγοράκι αρνούνταν να σηκωθεί, ούρλιαζε, και όπως ήταν ξαπλωμένο τον έδειχνε. Ο κύριος τότε σταμάτησε να του μιλάει. Οι νεαρές γυναίκες απευθύνθηκαν στον μικρό προσπαθώντας να καταλάβουν τι συνέβαινε. Η ηλικιωμένη κυρία μου είπε "Ελάτε σας παρακαλώ εσείς που είστε άνδρας να του μιλήσετε, να καταλάβουμε τι γίνεται."

Πλησιάσαμε όλοι μαζί και τον ρώτησα τι τρέχει με τον μικρό. Την στιγμή εκείνη σταμάτησε να προσποιείται συμπεριφορικά πως με το παιδάκι έχει κάποια σχέση οικειότητας και μας είπε με δήθεν αδιάφορο ύφος πως τον βρήκε εκείνη την στιγμή και τον πάει στην αστυνομία.
"Είναι πάρα πολλά που κυκλοφορούν κι είναι ελληνική υπόθεση, και της αστυνομίας να τα μαζέψουμε."

Είχε ένα απίστευτα τρομακτικό ύφος και τόσο αφύσικα γαλάζια μάτια που το πρώτο που σκέφτηκα είναι πως φοράει φακούς.

Η γυναίκα με το κοριτσάκι έβγαλε το κινητό της λέγοντας "Μην φύγετε, θα καλέσω την αστυνομία τώρα." Εκείνος στάθηκε λίγο παραδίπλα με τα χέρια στις τσέπες της καμπαρντίνας του σιωπηλός. Γονάτισα και μιλούσα με τον μικρό για να τον ησυχάσω κάπως, τον παρότρυνα να χαϊδέψει τα σκυλιά που είχαν χώσει τις μουσούδες τους και τον περιεργάζονταν ώστε να ηρεμήσει και να μην φοβάται.

Όταν ξανασηκώσαμε το βλέμμα μας είχε εξαφανιστεί.

Καθώς το αγοράκι προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί μας έγινε σαφές πως δεν μιλούσε Ελληνικά. Ένας κύριος που περνούσε πλησίασε και μας εξήγησε ότι μιλάει Συριακά. Με την βοήθεια του μας είπε πως η μαμά του ήταν πιο επάνω, στην πλατεία και του ζητήσαμε να μας οδηγήσει σε αυτήν. Ήταν ξεκάθαρο πως δεν είχε χαθεί και ο κύριος τον είχε απομακρύνει με κάποιο τέχνασμα ή υπόσχεση γιατί μας πήγε κατευθείαν στην μητέρα του, η οποία βρισκόταν στην πλατεία Κυψέλης και φαινόταν πως τον έψαχνε.

Η πρώτη της αντίδραση ήταν να μας ζητήσει συγγνώμη και να τον μαλώσει. Νόμιζε πως ο μικρός μας ενόχλησε ή έκλεψε κάτι και τον φέραμε για να της τα ψάλλουμε. Ο "διερμηνέας" της εξήγησε τι είχε συμβεί ώστε να μην του φωνάξει. Οι γυναίκες με το κοριτσάκι του έδωσαν 10 ευρώ για τα Χριστούγεννα, να πάρει ότι ήθελε. Εκεί έφυγα, δεν ξέρω αν πήγανε στην αστυνομία μετά. Αυτόν τον τύπο όποτε και όπου κι αν τον ξαναδώ θα τον αναγνωρίσω."

Ακόμα κι αν υπάρχει μια μικρή πιθανότητα οι άνθρωποι που ανησύχησαν βλέποντας ένα παιδάκι να ουρλιάζει έντρομο δείχνοντας με τον δάχτυλο έναν άγνωστο να παραπλανήθηκαν οικτρά για τις προθέσεις του, ακόμα κι αν η φυσιογνωμία του αδικεί τον ενήλικα του συμβάντος, ακόμα κι αν έφυγε χωρίς να πει κουβέντα όταν αναφέρθηκε η αστυνομία γιατί καθησυχάστηκε πως ο μικρός είναι πια ασφαλής, η πραγματικότητα δεν αλλάζει: οποιοσδήποτε μπορεί να απομακρύνει με μεγάλη ευκολία ένα παιδάκι που χαζολογάει σε μία πλατεία όταν εκείνο δεν μιλάει την γλώσσα. Και όταν οι γονείς είναι πρόσφυγες δεν θα καταφύγουν στην αστυνομία αστραπιαία όπως θα κάναμε εμείς, που δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε.

Οι άνθρωποι που βρέθηκαν να κάνουν "γιορτές" στις πλατείες μας προσφέροντας ως μοναδικό δώρο στα παιδιά τους το ότι δεν απειλείται πια η ζωή τους, μάλλον δεν μπορούν να είναι σίγουροι ούτε γι' αυτό. Όσο δεν τους βοηθάμε να ζήσουν στ' αλήθεια μαζί μας, όσο τα πιτσιρίκια δεν μιλάνε την γλώσσα της χώρας στην οποία μεγαλώνουν και παραμένουν στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας θα αποτελούν εύκολο στόχο. Και τα παιδάκια που προσδοκούν μια καραμέλα ή ένα παιχνίδι, ακριβώς όπως τα δικά "μας" παιδάκια, θα είναι έκθετα στις ορέξεις κάθε σάψαλου που περιφέρεται διψασμένο στους γιορτινούς μας δρόμους.

IRENE D' ATHENES
lifo.gr