Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Σχολική Άρνηση — Τότε που δεν συζητούσα με το παιδί μου, γιατί... είχα δουλειές


«Δε νιώθω καλά σήμερα, δε θα πάω σχολείο».
Έτσι αρχίζει.
Και στην αρχή δεν το παίρνεις σοβαρά, λες μέσα σου: 

Και τι έγινε να μην πάει μία μέρα σχολείο; 
Και λες ακόμη πιο μέσα σου, σιγανά να μην σε ακούσει ούτε ο εαυτός σου: 
Και εγώ που ήμουν πάντα συνεπής στο σχολείο, ούτε μία απουσία, ούτε ένα σκασιαρχείο ποτέ, τι κατάλαβα; 
Οπότε αφήνεις το παιδί να μην πάει μία μέρα στο σχολείο. 
Καλύπτεις την απουσία και χαίρεσαι και λίγο, που έκανες μέσω του παιδιού σου και τη δική σου επανάσταση, αναδρομικά. 
Εξάλλου δεν είσαι καμία ανάλγητη μάνα, ξέρεις και λίγο από ψυχολογία, ξέρεις πως, που και που, πρέπει να κάνεις τα στραβά μάτια σε κάτι τέτοια μικρά στραβοπατήματα – για να μπορείς να αποφύγεις τα μεγάλα.

Την επόμενη μέρα το παιδί σου πάει σχολείο. Μία χαρά. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά, λοιπόν…
Την μεθεπόμενη όμως, σου ξαναλέει: 
«Δε θέλω να πάω σχολείο». Και στο τέλος δε πάει σχολείο όλη τη βδομάδα. Υποψιάζεσαι καμία ίωση- τι άλλο μπορεί να’ ναι; 
Κάποια κούραση ίσως, του έχουν πέσει ίσως πολλά και τα εξωσχολικά, έπεσε η άμυνα του οργανισμού. Βρίσκεις χίλια άλλοθι στο παιδί. Και εκατομμύρια άλλοθι στον εαυτό σου. 
Και πολύ βολικά ξεχνάς, για παράδειγμα, πως έβλεπες το παιδί να κάθεται με τις ώρες στο ιντερνετικό παιχνίδι, καμία φορά ως αργά, καμία φορά ως το ξημέρωμα. 
Και όταν το ρωτούσες, σου έλεγε: 
«Παίζω λίγο για να ξεσκάσω» και εσύ το πίστευες. Έτσι σε βόλευε. Να το πιστέψεις σε βόλευε. 
Ήσουν και κουρασμένη, πιεσμένη και από τη δουλειά, γυρνούσες πτώμα, δεν είχες όρεξη για συγκρούσεις. Στο κάτω- κάτω διασκέδαζε και λίγο. Κακό ήταν;

Οπότε δικαιολογείς τις απουσίες στο σχολείο και ελπίζεις πως πέρασε και πάει. Κρατάς την ανάσα σου από αγωνία, κάνεις μαλαγανιές, και το παιδί πάει τελικά σχολείο. 
Για κανά δυο μέρες. Αλλά μετά σου λέει πως δε θα ξαναπάει. 

Το ενοχλεί η δομή του σχολείου, το ενοχλεί η οπτική του σχολείου, όλα του προκαλούν στρες. 
Συζητάς μαζί του με τις ώρες, παρατάς και τη δουλειά, και τα πάντα. Αλλά δεν βγάζεις άκρη. Κάνεις την άνετη, το πας μαλακά το πράγμα, γιατί ξέρεις (όλοι το ξέρουν!) πως τα παιδιά είναι αντιδραστικά καμία φορά. Οπότε πας με το κύμα, κάνεις υπομονή, κάνεις προσευχή, κάνεις ντρίπλες μπας και πιάσουν.


Σου ζητάει να μην το πιέσεις. Στην αρχή δεν το πιέζεις. 
Οι μέρες περνούν, κι, όσο κι αν κάνεις πως δεν βλέπεις πως το παιδί σου είναι πρωί- πρωί στο σπίτι, αντί να είναι στο σχολείο, όπως όλα τα παιδιά του Θεού, φυσικά δεν μπορείς να αγνοήσεις το γεγονός μέσα σου. 
ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΣ. Το παιδί σου δεν πάει σχολείο. 
Και πονάς, λιώνει η ψυχή σου, νιώθεις πως όλο αυτό είναι άρρωστο, αλλά θέλεις να μην το πιέσεις. Έτσι σου ζήτησε. Αλλά ο καιρός περνάει, η υπομονή εξαντλείται, οι ενοχές σου φουντώνουν, μετά τις θάβεις, και μετά εξαγριώνεσαι. Με το παιδί σου. Και με τον εαυτό σου. 
Οπότε αρχίζεις να το πιέζεις. Ξυπνάς και κοιμάσαι και το πιέζεις.
Πότε έμμεσα: «Αύριο, που θα πας σχολείο θες να φορέσεις το μπλε φούτερ;», 
πότε άμεσα: «Αύριο θα πας σχολείο, δεν έχεις άλλες απουσίες, θα μείνεις» 
και πότε άγρια: «Σε διατάζω να πας σχολείο αλλιώς θα σου κόψω τα πάντα, θα κόψω την τηλεόραση, θα κόψω το ίντερνετ, θα σε αφήσω χωρίς χαρτζιλίκι!» 
Τίποτα όμως δεν πιάνει. 
Πας στο σχολείο, πιάνεις τους καθηγητές, ψάχνεις να βρεις αιτίες, βρίσκεις και μερικές αφορμές, θυμώνεις με το σχολείο, ρίχνεις μερικές απειλές, μετά συνετίζεσαι γιατί ξέρεις πως δεν φταίει ούτε το 16 που πήρε στην χημεία, ούτε ο καθηγητής που του ‘δωσε ωριαία αποβολή. Ξέρεις μέσα σου πως αυτά είναι ίσως αφορμές, αλλά δεν είναι οι πραγματικές αιτίες. 
Αποφασίζεις να κάνεις σύμμαχο το σχολείο. Παρακαλείς να σε βοηθήσουν. Και σε βοηθούν. Παίρνουν τηλέφωνα, παρακαλούν κι αυτοί, εμψυχώνουν το παιδί, του λένε πως θα πάνε όλα καλά, πως το περιμένουν πίσω στο σχολείο. 
Αλλά τίποτα δεν γίνεται. 
Το παιδί συνεχίζει να μην πηγαίνει σχολείο. Επιστρατεύεις συγγενείς, τους φίλους, τους συμμαθητές για να το συνετίσουν.

Τίποτα δεν γίνεται.
Το παιδί μένει στο σπίτι. 
Κι εσύ η μάνα μαζί με τον πατέρα, είσαι σε σύγχυση, είσαι σε θολούρα. Αλληλοκατηγορείστε, μονιάζετε, μαλώνετε ξανά. 
Υπάρχει ένταση, υπάρχει θυμός, υπάρχει απελπισία. 
Το παίρνεις σηκωτό και το πας σε γιατρό, σε ψυχολόγο, σε ψυχίατρο. 
Και σου λένε πως η σχολική άρνηση είναι η κορυφή του παγόβουνου, ένα σύμπτωμα μιας άλλης πιο πολύπλοκης κατάστασης. 
Και καθώς ψάχνεις βρίσκεις πως υπάρχουν κι άλλοι γονείς σαν κι εσένα. Κι άλλα παιδιά σαν το δικό σου. Παιδιά που καταλήγουν να παίρνουν χαρτιά για εκπαίδευση στο σπίτι, αποφεύγοντας τον πιο ζωντανό χώρο της παιδικής και εφηβικής ζωής, την πιο όμορφη μορφή της κοινωνικοποίησης. Το σχολείο. 
Και, καθώς όλο και πιο πολύ ψάχνεις, συνειδητοποιείς πως δεν έχει αποκαλυφθεί μόνο η κορυφή του παγόβουνου αλλά πως έχει αποκαλυφθεί όλο το παγόβουνο. Ένα παγόβουνο που έρχεται καταπάνω σου, να σε πλακώσει …

Σταδιακά, θυμάσαι όλο και πιο πολλά. 
Θυμάσαι που το έβλεπες από καιρό κάπως απομονωμένο αλλά δεν ήθελες να δώσεις σημασία. 
Θυμάσαι που το έβλεπες κουρασμένο από το βαρύ πρόγραμμα στο σχολείο και εσύ του φόρτωνες τα εξωσχολικά ( αφού ‘τραβάει’ το παιδί…). 
Θυμάσαι τους συζυγικούς καυγάδες που γινόντουσαν μπροστά του. 
Θυμάσαι πως το άφηνες μπροστά στην «ηλεκτρονική νταντά» του ίντερνετ, για να ηρεμήσεις. 
Θυμάσαι πως δεν προλάβαινες να συζητήσεις μαζί του γιατί έτρεχες για να βγάλεις χρήμα. 
Θυμάσαι πως δεν το πήγαινες στους φίλους του, όταν στο ζητούσε, γιατί εκείνοι ήταν μακριά- τι να πρωτοπρολάβεις; 
Θυμάσαι πως του μιλούσες με μηνύματα στο ψυγείο, πως δεν προλάβαινες να του μαγειρέψεις, πως ποτέ δεν τρώγατε όλοι μαζί. 
Θυμάσαι πως απαξίωνες κι εσύ έμμεσα την παιδεία – τι κι αν σπούδασα, δουλεύω όλη μέρα σαν τον χαμάλη, ζωή είναι αυτή;

Θυμάσαι τα λάθη σου, τις ευθύνες σου, τα ελλείμματά σου, τις ανεπάρκειες σου. 
Και μετά παρατηρείς και τα λάθη, τα ελλείμματα, τις ανεπάρκειες όλης της σύγχρονης ζωής, όλης της σύγχρονης κοινωνίας.

Τότε καταλαβαίνεις πια την αντίδραση του παιδιού σου. Και αυτό είναι το πρώτο βήμα για να το βοηθήσεις. 
****
Αλίκη Φασουλή

Η ελληνική λέξη που δεν μπορεί να μεταφραστεί

Η επίσημη, ωστόσο ανεπαρκής μετάφραση είναι «αγάπη για την τιμή»...
Γιατί επί της ουσίας -και είναι κοινά αποδεκτό- το νόημα της λέξης που μέσα σε μόλις τέσσερις συλλαβές συμπυκνώνει τόσες αρετές, απλά είναι αδύνατο να μεταφραστεί.
Το δημοσίευμα του BBC με τίτλο «The Greek word that cant ’t be translated» αναφέρεται στο «φιλότιμο».
Το ρεπορτάζ αρχίζει από το Τολό, στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου ένας Γερμανός συγγραφέας, ο Andreas Deffner, που απολαμβάνει εκεί το δεύτερο καλοκαίρι του, μαθαίνει από μία παρανόηση τι σημαίνει η λέξη «φιλότιμο».

Όταν η γιαγιά Βαγγελιώ, ιδιοκτήτρια του καταλύματος και η κόρη της Ειρήνη, του σέρβιραν ένα πιάτο νόστιμη, σπιτική (και βεβαίως, ζεστή) σούπα, νομίζοντας ότι είναι αδιάθετος, ο Andreas άρχισε σιγά σιγά να κατανοεί περί τίνος πρόκειται.

Γιατί μπορεί να ίδρωσε πάνω από τη σούπα, αλλά το γεγονός ότι, Βαγγελιώ και Ειρήνη έσπευσαν να του ετοιμάσουν το καταπραϋντικό γεύμα θεωρώντας ότι ήταν το ελάχιστο που είχαν να προσφέρουν για να αισθανθεί καλύτερα, παρακολουθώντας δε, με άγρυπνο βλέμμα την αντίδραση του, τον οδήγησε στην απόφαση της συγγραφής ενός βιβλίου (Filotimo!: Abenteuer, Alltag und Krise in Griechenland) μόνο για το «φιλότιμο».
Δεδομένου ότι η λέξη ανήκει στο πάνθεον των στοιχείων λεξικολογίας που αψηφούν την εύκολη εξήγηση, υπάρχει ένα μεγάλο debate γύρω από την ερμηνεία της. Η «αγάπη για την τιμή», που θεωρείται η επίσημη μετάφραση, είναι μια χρηστική όσο και ανεπαρκής προσπάθεια απόδοσης της.

Τί απαντούν στο BBC για το «φιλότιμο» οι ίδιοι οι Έλληνες;
«Κάνοντας το σωστό», λέει η γιατρός Πηνελόπη Καλαφάτη.

«Αγαπώντας και τιμώντας τον Θεό και την κοινωνία», απαντά ο ιερέας Νικόλας Παπανικολάου.

«Προσπάθεια για την τελειότητα» λέει ο ηθοποιός Κωστής Θωμόπουλος.

«Βγαίνοντας από τη ζώνη της άνεσής μας για να βοηθήσουμε κάποιον που έχει ανάγκη», προτείνει η Τατιάνα Παπαδοπούλου, εθελόντρια στο camp προσφύγων στη Μαλακάσα.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, φαίνεται ότι όχι μόνο η λέξη παραμένει αμετάφραστη, αλλά και ότι οι ίδιοι οι Έλληνες δυσκολεύονται να συμφωνήσουν σε έναν ενιαίο ορισμό.

«Η μυθολογία που συνοδεύει αυτήν την αόριστη ιδέα δεν έχει προηγούμενο. Πράγματι, η λέξη είναι αδύνατο να μεταφραστεί με ακρίβεια -σε καμία γλώσσα », εξηγεί ο Βασίλειος Π. Βερτουδάκης, λέκτορας της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

«Ωστόσο, το φιλότιμο αποτελεί δομικό στοιχείο της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας λόγω της μοναδικής στάσης της Ελλάδας σε σχέση με αυτό που αποκαλούμε Δύση».

Ο Βερτουδάκης σημειώνει ότι η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «φιλοτιμία», της οποίας η πρώτη επιβεβαιωμένη γραπτή αναφορά χρονολογείται στην αυγή της ελληνικής κλασικής περιόδου (6ος και 7ος αιώνας π.Χ.) στα γραπτά του λυρικού ποιητή Πίνδαρου.
»Για τον Πίνδαρο και άλλους ποιητές της εποχής, η λέξη σήμαινε αγάπη για την τιμή ή τη διάκριση ή τη φιλοδοξία, συχνά όμως, με αρνητική έννοια. Στη μυθολογία, για παράδειγμα, το «φιλότιμο» του Αχιλλέα πλήττεται όταν ο βασιλιάς Αγαμέμνονας του παίρνει τη Βρυσηίδα που ήταν το έπαθλο για την ανδρεία που ο Αχιλλέας είχε δείξει στο πεδίο της μάχης.
»Μόνο με την εδραίωση της Δημοκρατίας στην κλασική Αθήνα γύρω στο 4ο - 5ο αιώνα π.Χ., όταν ο ανταγωνισμός αντικαθίσταται από τη συνεργασία, η λέξη αποκτά πιο θετική έννοια. Την εποχή εκείνη, «ένας άνθρωπος με φιλότιμο» σήμαινε κάποιος που αρέσκεται στους επαίνους της πόλης του, υπηρετώντας ωστόσο, πρώτα την κοινότητα», λέει ο Βερτουδάκης.
»Η έννοια «απογειώθηκε« γύρω στο 15ο αιώνα κατά τον Μεσαίωνα, όταν οι Οθωμανοί απέκοψαν για αιώνες τη σκλαβωμένη Ελλάδα από τη Δυτική Ευρώπη.
»Ενώ η Δύση απολάμβανε τον Διαφωτισμό, ζούσε τη δημιουργία και ανάπτυξη αυτού που ονομάζουμε ‘σύγχρονο κράτος’, τον θεσμό που συνδέει τα άτομα με το κράτος δικαίου και την αίσθηση της ευθύνης, οι υποταγμένοι Έλληνες ανέπτυσσαν δεσμούς με κριτήριο την υπερηφάνεια, την κλίμακα της τοπικής κοινότητας και τις διαπροσωπικές σχέσεις», εξηγεί ο Βερτουδάκης.
«Αντί να αναπτύξουμε συνείδηση των θεσμών, όπως συνέβη στη Δυτική Ευρώπη, οι ελληνικές κοινότητες διαποτίστηκαν από το φιλότιμο, το οποίο δεν «πυροδοτήθηκε» από τον νόμο και τη λογική αλλά από το έντονο συναίσθημα και ως έναν βαθμό από την οικειότητα».
Η συναισθηματική πλευρά της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας διαπερνά όλη τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Τον Μάιο του 1941, όταν οι δυνάμεις του Άξονα εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της Κρήτης, οι ντόπιοι πήραν τα κουζινομάχαιρα και ό,τι άλλο από την καθημερινότητα μπορούσε να γίνει όπλο, πέρασαν μέσα από τα πανύψηλα, τραχιά βουνά και τα απότομα φαράγγια του νησιού τους και βρήκαν τα καλύτερα κρησφύγετα για τους Βρετανούς και Αυστραλούς στρατιώτες.
Ούτε η πείνα, ούτε η απειλή της θανατικής ποινής τους σταμάτησαν. Η αίσθηση του καθήκοντος, της τιμής και το θάρρος τους υπερέβη τα πάντα.

Ο Ψαράς Στρατής Valiamos (δεξιά) χρησιμοποιεί το σκάφος του 
για να σώσει τους πρόσφυγες από το Αιγαίο 
(Credit: Christian Science Monitor / Getty Images)
Σήμερα, σχεδόν 76 χρόνια μετά, οι κάτοικοι της Λέσβου, της Χίου και της Κω -τριών νησιών που εξαιτίας του φυσικού κάλλους τους είναι διάσημοι τουριστικοί προορισμοί- εν μέσω οικονομικής κρίσης, χωρίς δεύτερη σκέψη έκαναν τα πάντα για να σώσουν τους πρόσφυγες που έφταναν σε μισοβυθισμένες λέμβους από τις τουρκικές ακτές.
«Γιατί μου λέτε, μπράβο, παιδιά μου;» αναρωτιόταν η 86χρονη γιαγιά της Συκαμνιάς, Αιμιλία Καμβύση, αναφέρει το BBC, κάνοντας ειδική μνεία στις περίφημες γιαγιάδες -την 89χρονη Ευστρατία Μαυραπίδου και την 85χρονη Μαρίτσα Μαυραπίδου που έγιναν σύμβολα των εθελοντών κατοίκων της Λέσβου όταν ο φωτογραφικό φακός «τις συνέλαβε» να περιποιούνται ένα βρέφος παιδί μιας προσφυγοπούλας από τη Συρία, που μόλις είχε αποβιβασθεί στην ακτή- αλλά και στον ψαρά Στρατή Βαλιαμό.

Ποιός είναι ο ορισμός που αποδίδει στη λέξη «φιλότιμο» ο Γερμανός Andreas Deffner;
«Δυο τρεις θετικές σκέψεις, ένα λίτρο όρεξη για ζωή, 500 γραμμάρια φιλοξενίας, 10 σταγόνες συμπάθειας, μια ουγκιά υπερηφάνειας, αξιοπρέπεια και η εσωτερική φωνή μας» απαντά.
----------------------------------------------------------------
**Δείτε παρακάτω και ένα βίντεο (Greek subtitles) όπου συμμετέχουν διεθνούς φήμης Έλληνες αλλά και προσωπικότητες ξένων λαών που ερμηνεύουν σε βάθος το μυστικό της ελληνικής λέξης «φιλότιμο»...το Ελληνικό «μυστικό».

tvxs
από takis vorini

Σχολικές φιλίες: Το "κλειδί" για χαρούμενα μαθητικά χρόνια

από Έλενα Μπούλια

«Η ευτυχία στην ενήλικη ζωή μπορεί να καθοριστεί από την ποιότητα σχέσεων στην παιδική ηλικία –και όχι από την εγκεφαλική ισχύ ή την ακαδημαϊκή απόδοση», λέει έρευνα Αυστραλών επιστημόνων που δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα σε επιστημονικό περιοδικό. 
Δεν περιμέναμε, βέβαια, τους επιστήμονες να το επισημάνουν. Οι περισσότεροι από εμάς διατηρούμε φιλίες από το σχολείο και το πιθανότερο είναι πως η κολλητή ή ο κολλητός μας σήμερα είναι το ίδιο άτομο με το οποίο μοιραζόμασταν το θρανίο στο Δημοτικό ή το Γυμνάσιο.Όσο σημαντική είναι η φιλία στην ενήλικο ζωή, όμως, άλλο τόσο είναι και στα σχολικά χρόνια –αν όχι περισσότερο, γράφει χαρακτηριστικά η Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια κ. Ελπίδα Παναγιωτουνάκου. 

Το να έχουν τα παιδιά φίλους στο σχολείο όχι μόνο τα οδηγεί στο να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες πολύτιμες για την υπόλοιπη ζωή τους, αλλά και τους προσφέρει συναισθηματική ασφάλεια και υποστήριξη, τα βοηθά να προσαρμοστούν καλύτερα στο σχολείο και να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. 
Αντίθετα, τα παιδιά που δεν έχουν φίλους, αυτά δηλαδή που δε νιώθουν αποδεκτά από τα συνομήλικά τους, συνήθως νιώθουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολεύονται να προσαρμοστούν και συχνά εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά.
Το παιδί και ο κόσμος
Σύμφωνα με τους ειδικούς, το παιδί ξεκινά την επικοινωνία του με τον κόσμο μετά τον 8ο μήνα της ζωής του, ενώ κατά το 1ο έτος περνά περίοδο εγωκεντρισμού, κατά την οποία αρνείται να μοιραστεί τα παιχνίδια του. Από τα 2 έτη και μετά το παιδί γίνεται πιο κοινωνικό και συνεργατικό, όμως θα χρειαστεί να φτάσει 6 ετών για να συνάψει την πρώτη του ουσιαστική δυαδική σχέση. Κατά την ίδια περίοδο, το παιδί παύει να είναι πια τόσο εγωκεντρικό και προτιμά να νιώθει μέλος μιας ομάδας.
Η σημασία του να αρέσεις
Σύμφωνα με την έρευνα που αναφέραμε παραπάνω, στην παιδική ηλικία και μέχρι το παιδί να μπει στην εφηβεία η «κοινωνική σύνδεση», η δημιουργία φιλικών σχέσεων δηλαδή, έχει να κάνει με το πόσο αρεστό είναι το παιδί, πόσο εύκολα κοινωνικοποιείται και πόση αυτοπεποίθηση έχει. 

Παρατηρείται, λοιπόν, τα παιδιά του Δημοτικού να τείνουν να συνάπτουν σχέσεις με παιδιά με τα οποία παρουσιάζουν ομοιότητες, π.χ. οι καλοί μαθητές κάνουν παρέα με καλούς μαθητές, ενώ όσο μεγαλώνουν τα παιδιά έρχονται πιο κοντά με άλλα του ίδιου φύλου. 
Έτσι, όταν ένα παιδί παρουσιάζει έντονες ανομοιότητες με τα υπόλοιπα, π.χ. είναι παχύσαρκο, τραυλίζει, είναι ιδιαίτερα κακότροπο, προέρχεται από ξένη χώρα, είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίσει πρόβλημα στη δημιουργία φιλικών σχέσεων με τους συμμαθητές του.
Όλα της εφηβείας δύσκολα
Στην εφηβεία η «κοινωνική σύνδεση» έχει να κάνει με την προσκόλληση των παιδιών στους γονείς, τους συμμαθητές, το σχολείο και έναν στενό φίλο, ενώ φιλίες αρχίζουν να δημιουργούνται και μέσα από άλλους κύκλους, π.χ. από την συμμετοχή των παιδιών σε ομάδες δραστηριοτήτων, παρατηρούν οι Αυστραλοί ερευνητές. 

Η κ. Παναγιωτουνάκου επισημαίνει ότι στις ηλικίες αυτές τα παιδιά ξεκινούν τη δημιουργία δυαδικών φιλιών, ενώ «στήνονται» οι πρώτες ομάδες συνομήλικων φίλων. Επίσης, «σταδιακά ξεκινά και το ερωτικό ενδιαφέρουν για το αντίθετο φύλο».
Ωστόσο, είναι η περίοδος της εφηβείας που κάνει πιο εμφανή αλλά και πιο επίπονη την έλλειψη φίλων. 

Στην εφηβεία «μερικά παιδιά είναι υπερβολικά συνεσταλμένα, ενώ άλλα δεν έχουν επαρκώς ανεπτυγμένη την ικανότητα της κατανόησης των 'θέλω' των γύρω τους, με αποτέλεσμα συχνά να παρεξηγιούνται και να μη γίνονται αποδεκτά από τα υπόλοιπα παιδιά», αναφέρει σχετικά η κ. Παναγιωτουνάκου.
Θα καταλάβετε αν το παιδί σας αντιμετωπίζει κάποιο τέτοιο πρόβλημα από την διάθεσή του να πάει στο σχολείο. Οι ειδικοί λένε πως ακόμα και οι πιο κακοί μαθητές βρίσκουν αφορμή να πάνε στο σχολείο μόνο και μόνο για να βρεθούν με τους φίλους τους και να διασκεδάσουν μαζί τους, να συζητήσουν ή να παίξουν.
Η σημασία της οικογένειας
Καθώς η οικογένεια στην οποία μεγαλώνει το κάθε παιδί παίζει τον πρωταρχικό ρόλο στην διάπλαση τον χαρακτήρα του, είμαστε εμείς, οι γονείς που πρέπει να φροντίσουμε να εμφυσήσουμε στα παιδιά αξίες όπως η ευγένεια, η πίστη και η φροντίδα, που αποτελούν τον συνδετικό κρίκο για θετικές σχέσεις κατά την διάρκεια της ζωής μας.

Παράλληλα, οι γονείς μπορούν να ενισχύσουν τις κοινωνικές επαφές του παιδιού τους, π.χ. επιτρέποντάς του να συμμετέχει σε ομαδικές δραστηριότητες ή διοργανώνοντας πάρτι, ακόμα και πιάνοντας κουβέντα με μαμάδες άλλων παιδιών. Άλλωστε, οι ίδιοι οι γονείς δίνουν το καλό παράδειγμα στα παιδιά με τις φιλίες που έχουν δημιουργήσει.
Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει η κ. Παναγιωτουνάκου, αν το παιδί σας δείχνει στοιχεία «απομόνωσης» ή «περιθωριοποίησης», αν αρνείται να πάει στο σχολείο, αν δεν το καλούν ποτέ σε παιδικές συγκεντρώσεις, αν μοιάζει πολύ αγχωμένο ή θυμώνει εύκολα, καλό θα ήταν να συμβουλευτείτε τον εκπαιδευτικό του παιδιού, καταρχήν, και κάποιον ψυχολόγο στην συνέχεια.