Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

Τα Συμπτώματα του Θυμού
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Το “Περί Οργής” του Φιλόδημου αναφέρεται στο συναίσθημα του φόβου, του μένους, και της οργής.
Τα συμπτώματα του πάθους του θυμού είναι κοινά σε όλους. Έτσι δεν υπάρχει σύνεση και διάκριση ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, όσον αφορά την σωματική έκφραση του θυμού τους.
Και αποκτούν μία διέγερση στο σώμα τους , από φούντωμα και πρήξιμο. Επίσης έχουν θυμωμένα ξεφυσήματα και σφοδρή επιθυμία για εκδίκηση.

Και έχουν αγωνία για εκδίκηση, αν φυσικά μπορέσουν να εκδικηθούν. Αυτή την εκδίκηση μας τα φανερώνουν οι φωνές των θυμωμένων, που άλλοτε εύχονται να ζωστούν με τα έντερα εκείνου που τους λύπησε και άλλοτε να τους τα φάνε ωμά τα σωθικά.

Το σώμα, καθώς είναι διεγερμένο, τους μεταδίδει ασταθείς κινήσεις.
Επιπλέον τους βλέπεις φουσκωμένους. Παρατηρείς μία διόγκωση των πλευρών τους, λόγω των πνευμόνων τους, από τις κραυγές και το λαχάνιασμα. Αυτό το λαχάνιασμα, που είναι χειρότερο από το λαχάνιασμα αυτών που έχουν τρέξει χίλια στάδια.

Ακόμα και ο σφυγμός της καρδιάς τους είναι πολύ παραπάνω από τους κανονικούς ανθρώπους. Με αποτέλεσμα να τους προκαλούνται τρέμουλο και άστατες κινήσεις των μελών του σώματος τους. Επιπλέον φέρνει ο θυμός και παραλύσεις τέτοιες, που συμβαίνουν και στους επιληπτικούς.
Έτσι ακριβώς συμβαίνει, και συνεχώς τα συμπτώματα αυτά τους ακολουθούν σε ολόκληρη την ζωή τους.
Και τον περισσότερο καιρό θλίβονται και εκτρέφουν την δυστυχία.
Και σε πολλούς απ’ αυτούς τους θυμωμένους αυτό το πάθος και όσα έπονται από το πάθος αυτό τους δημιουργείται ρήξεις πνευμόνων, πόνους στα πλευρά και πολλές άλλες παθήσεις που επιφέρουν τον θάνατο.
Και αυτό ο καθένας μπορεί να το ακούσει και να το μάθει στην γειτονιά του. Καί οι γιατροί μπορούν να το διαπιστώσουν. Καί οι κοντινοί τους που τους παρατηρούν.

Επιπλέον οδηγούνται και στην μελαγχολία. Πράγματι, πολλές φορές έχουν οι οργίλοι μαύρες καρδιές. Αλλά θα ήταν εύκολο να σταματήσουν όλα αυτά, αν είχαν μία μετρημένη ταραχή.

Ακόμα δεν είναι λίγες οι φορές που, και άρρωστοι να είναι, αναπηδούν από το κρεββάτι τους και γυμνοί να βγαίνουν έξω ώστε καταδιώξουν κάποιους. Και επιπλέον δημιουργούν συμπλοκές.
Και όλα αυτά εξ αιτίας του συνδυασμού των σοβαρών συμπτωμάτων της οργής.
Αφού λοιπόν ησυχάζουν κλινήρεις, εξαιτίας της μόλυνσης και της μπερδεμένης ψυχής τους από την οργή, είναι πέρα για πέρα φανερό ότι αυτοί οι ίδιοι οδήγησαν το σώμα τους σ’ αυτές τις επικίνδυνες αρρώστιες.

Γι’ αυτό παροτρύνουν οι θεραπευτές και τους ίδιους μα και τους οικείους τους να προφυλάγονται από τους ψυχικούς ερεθισμούς.
Επίσης οι γιατροί, παροτρύνουν τους παρευρισκομένους να μην κάνουν απολύτως τίποτε απ’ αυτά που μπορούν να προκαλέσουν ψυχική αναστάτωση και σωματική διέγερση.
Ακόμα δεν πρέπει να ακούν βρισιές εναντίον τους από άλλα πρόσωπα και ξένους. Βρισιές οι οποίες φέρνουν πάμπολλες συμφορές. Διότι, όταν νιώσουν εχθρότητα οι άνθρωποι αυτοί, τότε μηχανεύονται το παν.
Και όπως οι πλούσιοι και οι ολιγάρχες επιβάλουν επιτόπου τιμωρία, όταν συναντήσουν τον εχθρό τους και αυτός τους μιλήσει απρόσεκτα. Και η οποία τιμωρία φτάνει έως τον γεμάτο πόνους θάνατο. Έτσι και αυτοί που μίλησαν απρόσεκτα στους οργισμένους αποκομίζουν “τις βαρύτατες τιμωρίες των κούφιων και πετούμενων λόγων τους”, όπως λέει ο Πλάτωνας.
Γιατί δεν γίνεται να ξαναπάρουν πίσω την βρισιά που ξεστόμισαν σε κάποιον οργισμένο, χωρίς να έχουν επιπτώσεις.

Και θα ήταν καλύτερο γι’ αυτούς να δάγκωναν την γλώσσα τους , ώστε να μην φθάνουν στο σημείο να εκστομίζουν άτοπα λόγια.

Τέλος οι οργίλοι- οι θυμωμένοι καταφεύγουν σε λιθοβολισμούς εναντίον των ανθρώπων που τους έβρισαν. Και μάλιστα, πολλές φορές, πιάνονται στα χέρια ακόμα και με πάρα πολύ δυνατότερους από αυτούς. Γιατί ο θυμός δεν κάνει διακρίσεις.
Αυτό φαίνεται και από την αφήγηση του Μητρόδωρου για τον αδελφό του τον Τιμοκράτη. Που ο Τιμοκράτης πλακώθηκε στο ξύλο με τον μεγαλύτερο και δυνατότερο από τους αδελφούς τους, τον Μεντορίδη.
Έτσι εισπράττουν αυτοί οι υβριστές την τιμωρία της προπέτειας και της απερισκεψίας.
Φυσικά όμως επιβάλλονται νομικές τιμωρίες σε αυτούς που προβαίνουν σε τέτοιες χειροδικίες.
Όταν όμως τιμωρούνται δικαστικά για εξύβριση ή για τραυματισμό οι οργίλοι-θυμωμένοι, ελάχιστα βλάπτουν αυτόν που χτυπούν, αλλά περισσότερο ζημιώνουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους.
Και γι’ αυτόν τον λόγο πάλι θυμώνουν, συνεχίζουν να συμπλέκονται και να χειροτερεύουν ακόμα περισσότερο τον ερεθισμό τους.

Πως λοιπόν θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε αυτούς τους οργίλους-θυμωμένους, που αντί να απομακρύνονται από τα διάφορα εμπόδια, τουναντίον τυφλωμένοι από την οργή, τα πλησιάζουν και πέφτουν κάποιες φορές πάνω σε δοκάρια, σε τοίχους, σε χαντάκια κ.τ.λ.;
Και όπως συνηθίζουν, φτάνουν ακόμα και στις χειρότερες καταστάσεις. Για παράδειγμα, στο βγάλσιμο των ματιών ή στο κόψιμο της μύτης ή ακόμα και στον φόνο των εχθρών τους.
Αυτοί λοιπόν οι κατηγορούμενοι οργίλοι-θυμωμένοι καί από τους νόμους τιμωρούνται, καί από τους άλλους, που δικαίως οργίζονται εναντίον τους. Και τους επιβάλλουν ανάλογες τιμωρίες. Έτσι, πολλές φορές, στέλνονται σε εξορία από τις πατρίδες τους.
[…] και ο σοφός έχει αισθήματα. Έτσι θα εχθρεύεται, από ό,τι μας λέει ο Φιλόδημος, σε ακραίο βαθμό αυτόν που του έκανε κακό και θα τον μισεί. Επειδή θα τον έχει βλάψει σε μεγάλο βαθμό. Όμως δεν θα ταραχθεί. Διότι θα θεωρήσει την οργή ως στιγμιαία. Και φυσικά δεν θα επιδιώξει εκδίκηση. Διότι η εκδίκηση κατά τον σοφό είναι γνώρισμα κατώτερου ανθρώπου. Και επιπλέον, ότι η εκδίκηση στρέφεται ενάντια στον εκδικητή. (Μπάμπης Πατζόγλου, από τον πρόλογο της έκδοσης)
Το “Περί Οργής” του Φιλόδημου αναφέρεται στο συναίσθημα του φόβου, του μένους, και της οργής. 
Η απόδοση κι ερμηνεία είναι των Θανάση Χαλιώτη και Μπάμπη Πατζόγλου και η επιστημονική και σύγχρονη ανάλυση αυτών των συναισθημάτων βασιζόμενη στο αρχαίο κείμενο από τον Αριστοτέλη Κερασοβίτη.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Να έχεις μικρή αδερφή σημαίνει...

Είναι δύσκολο να περιγράψεις σε κάποιον που δεν έχει αδέρφια σε τι ακριβώς συνίσταται η σχέση σου με τα δικά σου αδέρφια. Δεν είναι σίγουρα αλώβητη από μικρότητες και ανιδιοτέλειες όπως αυτή της μαμάς με το παιδί της. 
Οπωσδήποτε δεν είναι ασυννέφιαστη και ομαλή όπως με τους παλιούς, καλούς φίλους. 
Όμως τα αδέρφια σου τα ξέρεις από πάντα, τα έχεις αγαπήσει και «σιχαθεί» με το ίδιο πάθος, έχεις ευχαριστήσει και καταραστεί τη μοίρα που σου έκανε δώρο αυτόν τον άνθρωπο.

Το περίεργο με τις μικρές αδερφές (ιδίως αν είσαι κι εσύ κοριτσάκι) είναι ότι η σχέση σου μαζί της είναι σατανικά μητρική και, ταυτόχρονα, κλασικά αδερφική. Την ξέρεις από τότε που ήταν μωρό, την τάισες, την άλλαξες, την διάβασες, την καθοδήγησες, την θυμάσαι στην πιο γλυκιά και απροστάτευτη φάση της κι αυτό ίσως να σε καθιστά κάπως περισσότερο μαμά από αδερφή. Να έχεις, λοιπόν, μικρή αδερφή σημαίνει...

Να συγκινείσαι που την βλέπεις να μεγαλώνει
Το γράψαμε και προηγουμένως: την ξέρεις από τότε που γεννήθηκε. Αυτό σημαίνει ότι την θυμάσαι από τότε που έσκαγε μωρουδίστικα λαμπερά χαμόγελα και το δέρμα της μύριζε απαλά και γαλακτερά. Την θυμάσαι -λίγο ή πολύ, ανάλογα με τη διαφορά ηλικίας σας- να κοιμάται στην κούνια της ροδαλή και παχουλή και να σε ενοχλεί με τις παιδικές της απαιτήσεις. 
Κι έτσι, γίνεται αναπόφευκτο: όταν μεγαλώσει δεν μπορείς να χωνέψεις ότι μοιράζεστε τα ίδια ρούχα και καμιά φορά, την ακούς να μιλάει σαν... μεγάλη, ο νους σου πηγαίνει στο τρισχαριτωμένο «πάααειειει» που έλεγε πιτσιρίκα και μια χαζή, γλυκερή συγκίνηση σε πλημμυρίζει.

Να ντρέπεσαι όταν δίνεις το κακό παράδειγμα
Ακόμη κι αν τυχαίνει η σχέση σας να περνάει από μια συγκρουσιακή φάση, το ξέρεις ότι είσαι πρότυπο γι' αυτήν. 
Κι όταν έρχεται η ώρα που εσύ κάνεις το άλμα προς την ενηλικίωση αλλά εκείνη παραμένει Βενιαμίν, νιώθεις τα βάρη των γονιών: δεν θες να καπνίζει, αλλά εσύ καπνίζεις μπροστά της, επιμένεις ότι πρέπει να μην διαβάζει μόνο τα «s.o.s.» για τις εξετάσεις, αλλά εσύ έχεις υπάρξει μέτρια μαθήτρια (και -δεν μπορεί- θα το θυμάται). 
Με δυο λόγια, η αγάπη σου μετατρέπεται σε ευθύνη κι αυτό είναι ό,τι πιο κοντινό στη μητρότητα έχεις νιώσει.

Να νομίζεις ότι είναι το πιο γλυκό και χαρισματικό πλάσμα στον κόσμο

Ακόμα κι αν σου έχει κλέψει την αγαπημένη σου μπλούζα, αν χάλασε τον υπολογιστή σου ή αν σε ρουφιάνεψε άκαρδα στη μαμά, δεν μπορείς να σταματήσεις να την θεωρείς το πιο γλυκό πλάσμα που έχει πατήσει επί γης. 
Φουσκώνεις από υπερηφάνεια κάθε φορά που παίρνει έναν καλό βαθμό και προσπαθείς να κρύψεις το ανόητο καμάρι σου όταν κάποιος την παινεύει.

Να μην μπορείς να δεχτείς ότι έχει μεγαλώσει
Το να έχεις μικρότερη αδερφή σε καθιστά με έναν αλλόκοτο τρόπο λίγο… μπαμπά. Όσο αγανακτείς με τον μπαμπά σου που αδυνατεί να αντιληφθεί ότι δεν είσαι πια 9 χρονών, και δεν εννοεί να σταματήσει να σου δίνει φιλάκια μπροστά σε όλο τον κόσμο, τόσο η ίδια αρνείσαι να συνειδητοποιήσεις ότι το μικρό σου αδερφάκι δεν είναι πια και τόσο μικρό. 
Είναι πολύ μικρή για να έχει φλερτ/ ίσως η μαμά πρέπει να το ξανασκεφτεί που την άφησε να βγει μόνη της μέχρι τις 10/ τι εννοεί όταν λέει ότι θα παραγγείλει καφέ;;/ αυτό το φόρεμα δεν ταιριάζει επουδενί με την ηλικία της –μα, είναι ακόμη βρέφος. 
Η μικρή σου αδερφή είναι αειθαλής, είναι αιωνίως μικρή και πολύ καλά θα κάνει να το καταλάβει, γιατί δεν αντέχεις να τη βλέπεις να βαδίζει προς την ενηλικίωση!

Να είσαι αρκετά συχνά με την «ομάδα» της μαμάς
Ενώ από τα αδέρφια σου δεν περιμένεις τίποτα λιγότερο από τυφλή υπεράσπιση, εσύ όταν λεπτά ζητήματα σχετικά με την μικρή σου αδερφή προκύπτουν, δεν διστάζεις να ταχθείς με πάθος υπέρ της μαμάς και του μπαμπά. 
Φυσικά και δεν γίνεται να την αφήσουμε να φτιάξει λογαριασμό στο Facebook –τόσοι επιτήδειοι κυκλοφορούν και το κοριτσάκι μας είναι τόσο αθώο!

Να της μαθαίνεις πολλά (;)
Όταν έχεις μικρή αδερφή, ξέρεις ότι κάποιος κάπου σε παρακολουθεί –όχι απαραίτητα με θαυμασμό, ούτε σαν πειθήνιος αυλικός, αλλά είσαι κορίτσι, είσαι μεγαλύτερη, άρα στη διαδικασία αναζήτησης προτύπων η μικρή θα στρέψει πάνω σου το ερευνητικό της βλέμμα.

Και τότε θα πρέπει να γίνεις λίγο παιδαγωγός, χωρίς να σταματήσεις να είσαι φίλη και λίγο δασκάλα, χωρίς να γίνεις εκνευριστικός κήρυκας του «ορθού». 
Θα προσπαθήσεις να της μάθεις μουσικές και βιβλία που θα «ανοίξουν» το μυαλό της, θα υπογραμμίζεις τα ελαττώματά της άτσαλα βάζοντάς την άθελά σου σε θέση άμυνας, θα τη λογοκρίνεις και θα την συμβουλεύεις σαν να μην υπάρχει αύριο, γιατί νιώθεις ότι είναι πολλά αυτά που θες και πρέπει να ειπωθούν. Όμως ποτέ δεν θα είναι αρκετά και πάντα, μια μικρή σουβλιά θα σου υπενθυμίζει ότι ίσως δεν κάνεις αρκετά για την αδερφούλα σου.

Και θα ελπίζεις να μην έχει προσέξει ότι παρακολουθείς υστερικά κάθε-ένα-βήμα-της.

mama365
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Η Σαπφάρα ή «Γιατί δακρύζουν τ’ άλογα;»

Η ακόλουθη «Ιστορία της Παλάμης» είναι της Κατερίνας Λαζίδου.  ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 Δικό μου ήταν το παιχνίδι, εγώ το είχα εφεύρει. Κάθε άνθρωπο που γνώριζα, έστω και για λίγο, έβρισκα κάτι να του ταιριάζει και τον ξαναβάφτιζα χωρίς να το ξέρει.
Ημερολόγιο, Κάλτσα, Κουκούτσι, Λάσπη, Λεμόνι, Κουρτίνα, Χταπόδι, Λουκούμι… Μακρύς ο κατάλογος κι όσο τον μάκραινα, τόσο με προκαλούσε να τον πλουτίζω με νέα ονόματα.

Και θα συνέχιζα μέχρι και σήμερα, αν δεν είχα συναντήσει το νικητή του παιχνιδιού.

Το 1987 διορίστηκα στην Ορεστιάδα, σε εξατάξιο σχολείο. Νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα με δυτικό προσανατολισμό, χωρίς τέντες -κι ελάχιστη επίπλωση.

Εκείνον το Σεπτέμβρη, ένας σύντομος καύσωνας έλιωσε τα πεζοδρόμια. Τ’ απογεύματα μέχρι να πέσει ο ήλιος, αντί να κάνω δουλειές ή να ακούω Μότσαρτ διαβάζοντας, έψαχνα να βρω δροσερά μέρη.

Συνήθως την έβγαζα στο απέναντι περίπτερο κι άφηνα το διαμέρισμα να βράζει στη μοναξιά του.

Εκεί την πρωτάκουσα - και την είδα.
~~
Στεκόμουν στο ψυγείο με τα παγωτά, όταν δέχτηκα δεξί κροσέ απ’ τη δυνατή φωνή της. Σάστισα και μ΄αυτά που έλεγε. Κάτι για κύκνους που έβαψε, κάτι για κόκκινα κυκλάμινα, κι αλλά που δεν άκουσα, γιατί πέρασε έν' αγροτικό.

Βούτηξα στην τύχη ένα παγωτό και πήγα να πληρώσω. Βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Μια γυναίκα που είχε περάσει τα πενήντα. Γεροδεμένη, αιματώδης, με σκούρο χνούδι στο πάνω χείλος και χοντρά γυαλιά μυωπίας.

Ψαχούλεψα αργά την τσάντα μου και καθυστέρησα να βγάλω το πορτοφόλι, για να κρυφακούσω τη συνομιλία της με την «Πόρτα», την περιπτερού.

—…να βάλεις κύμινο στα σουτζουκάκια και θα με θυμηθείς.

Την κοιτούσα -όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Ήταν σα νά ‘χε σαράντα τόνους αυτοπεποίθηση. Πλατύ χαμόγελο, στακάτες κουβέντες- και μύριζε σουτζουκάκια.

Μας σύστησε η Πόρτα.
Σαπφάρα, αυτή είναι η Δανάη.Να ζεις, μου είπε.Ευχαριστώ, απάντησα σαν αυτόματο.

Πήρε τα τσιγάρα και καβάλησε το παλιό της ποδήλατο.
Γεια σου Σαπφάρα, της φώναξαν απ’ το απέναντι μαγαζί.Γεια σου Ελπινίκη, γεια σου και σένα Παναγή.

Το ποδήλατο πήγαινε αργά, ακούστηκαν κι άλλες χαιρετούρες όσο ξεμάκραινε. Έμεινα στο περίπτερο, να ψάχνω ένα ταιριαστό όνομα να της δώσω, και κανένα να μη μου ‘ρχεται. Αυτό με παραξένεψε.

Την ξαναείδα μετά από μερικές μέρες, πάλι στο περίπτερο.
Σαπφάρα, αυτή είναι η δασκάλα του γιου σου, της είπε η Πόρτα.Α, εσύ είσαι λοιπόν η κυρία δασκάλα.Ναι.Και τι έρωτα θα εμπνεύσεις στα παιδιά μας;

Τι ν’ απαντήσω; Για να μην καρφωθώ πέρασα κι εγώ σ’ ερώτηση.
Ο γιος σας, πείτε μου, ποιος είναι;

Και το μυαλό μου έτρεχε, μέσα στην τάξη, πάνω στα πρόσωπα των αγοριών, για να προλάβει βρει ποιος είναι πριν πάρω την απάντηση. Δεν πρόλαβα.
Ο Παναγιωτάκης, άκουσα.

Ο οκτάχρονος ποιητής, αυτός που με ρώτησε γιατί τα μάτια των αλόγων δακρύζουν, ήταν δικός της γιος;

«Πόσο χρονών ήταν όταν τον γέννησε;» αναρωτήθηκα κι έκρυψα την έκπληξή μου, λέγοντας, μπράβο σας, αξιαγάπητο παιδί ο Παναγιωτάκης.

Ίσια στα μάτια με κοιτούσε απ’ την αρχή, εκείνη όμως τη στιγμή ένιωσα να μπήκε βαθιά μέσα μου.
Και τι ‘ναι αυτό που τον κάνει αξιαγάπητο, για σας;

Ντράπηκα για ‘κείνο το κοινότοπο «μπράβο σας, αξιαγάπητος», που είχα ξεστομίσει. Κι όσο με κοιτούσε η Σαπφάρα περιμένοντας, τόσο μπέρδευα τα λόγια μου.
 
Είναι… μου θυμίζει τον Μπόρχες… και τους εξπρεσιονιστές…Για σιγά λίγο, κυρά δασκάλα. Τι μου μπλέκεις τον Μπόρχες; Δε θέλω να μου πεις ποιον σου θυμίζει, μη βάζεις άλλα πράγματα πάνω του, σκέτο θέλω να τον δεις.Ε… ναι.
Αυτό μπόρεσα να πω. Πήδησαν οι λέξεις απ’ το στόμα σαν βατράχια.

Η Σαπφάρα στεκόταν πολύ κοντά μου. Κοιτούσα μια τρίχα στη μπλούζα της. Μια στρατιά από μυρμήγκια ανέβαιναν απ’ τη μέση μου στον αυχένα και πάλι κάτω. Λέξη δεν μπορούσα να αρθρώσω, ούτε να κουνηθώ. Πανικόβλητη, ζήτησα καταφύγιο στο παιχνίδι μου. Όμως κανένα όνομα που να της ταιριάζει δεν μου ερχόταν, όσο και να το σκάλιζα.

Πήρε τα τσιγάρα της, καβάλησε το ποδήλατο κι έφυγε τραγουδώντας.
~~
Όταν πια χάθηκε πήρα ανάσα. Πήγα κι έκατσα στα καρεκλάκια που έβγαζε η Πόρτα στην πίσω μεριά. Σε λίγο ήρθε κι εκείνη. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που αντάλλαζα παραπάνω κουβέντες, από τότε που ήρθα στην Ορεστιάδα.

Προσπαθούσα να βρω τρόπο να την ρωτήσω, αν ο Παναγιωτάκης ήταν υιοθετημένος. Όταν κατάλαβε πού είχε πάει το μυαλό μου, γέλασε.
Δικό της είναι το παιδί.Πρέπει να ήταν μεγάλη όταν τον γέννησε.Στα σαράντα τέσσερα. Ναι, την έζησε τη ζωή της πριν. Κι ακόμα τη ζει. Με τον Βασίλη, τον άντρα της, ερωτευμένοι ως τα μπούνια. Με όλα είναι ερωτευμένη η Σαπφάρα, ακόμη και με τους τσιμεντένιους κύκνους που έχει στην αυλή της.
~
Εκείνο το βράδυ στριφογύριζα στο κρεβάτι. Το μυαλό μου κολλημένο σ΄ένα όνομα χωρίς όνομα. Κατά βάθος ήξερα πως το παιχνίδι είχε τελειώσει, αλλά δεν έλεγα να το βάλω κάτω. Σηκώθηκα, πήρα το λεξικό και συνέχισα να ψάχνω.

Δεν είχε πάρει να χαράζει, αλλά ένιωθα τον ήλιο έτοιμο να ξεμυτίσει όταν δέχτηκα πως άδικα έχανα το χρόνο μου.

Άλλο όνομα δεν μπορούσα να της δώσω, το μόνο που της ταίριαζε, ήταν το δικό της: Σαπφάρα.

Εσύ τι όνομα θα της έδινες;

πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι