Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Όσα έμαθες ως παιδί και τα ξέχασες ως μαμά


Όλα τα "καλά" μαθήματα που πήρες ως παιδί και τα είχες ως αρχή στη ζωή σου, μεγαλώνοντας σαν να ξεχνάς κάπως. Γιατί γεμίζεις ανασφάλειες, ειδικά τώρα που έγινες με τη σειρά σου, μανούλα.
Καιρός όμως, να κάνεις ένα refresh.

Να εμπιστεύεσαι το ένστικτό σου
Και να μην πηγαίνεις by the book από το άγχος σου μήπως κάνεις κάτι λάθος.

Να μην αγαπάς αποπνικτικά
Γιατί δεν μας ανήκει όποιος αγαπάμε.

Το κλάμα δεν σε κάνει αδύναμη
Το ακριβώς αντίθετο. Σε ηρεμεί και σε δυναμώνει.

Να παραδέχεσαι το λάθος σου
Το ότι είσαι μαμά δεν σημαίνει ότι δεν κάνεις λάθη. Αντιθέτως. Ίσως να κάνεις και πιο πολλά από όσα έκανες όταν ήσουν παιδί. Ζήτα και καμιά συγγνώμη.

Να μην επιτρέπεις σε κανέναν να σου λέει ότι δεν μπορείς να κάνεις κάτι
Μπορείς να κάνεις ακόμα τα πάντα αρκεί να το θες.

followme.gr

Καβγάδες: Τι μπορεί να πάθει το παιδί όταν του φωνάζεις

Σύμφωνα με τη μελέτη, η λεκτική βία -και όχι μόνον η σωματική- προς τους εφήβους αυξάνει τον κίνδυνο οι νέοι να εμφανίσουν κατάθλιψη, επιθετικότητα και άλλα προβλήματα συμπεριφοράς.

Όπως επισημαίνουν οι Αμερικανοί ψυχολόγοι, μπορεί οι γονείς να μην δέρνουν πια τα παιδιά τους (τουλάχιστον όχι συχνά), όμως είναι λάθος η αντίληψή τους ότι αν βάλουν τις φωνές, θα πετύχουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Μάλλον το αντίθετο θα συμβεί, σύμφωνα με την έρευνα.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων του Πίτσμπουργκ και του Μίσιγκαν, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Μινγκ-Τε Γουάνγκ, μελέτησαν για δύο χρόνια τις επιπτώσεις που είχαν οι φωνές σε παιδιά στην αρχή της εφηβείας (ηλικία 13- 14 ετών) σε περίπου 1.000 οικογένειες, σχεδόν οι μισές από τις οποίες παραδέχτηκαν ότι κατέφευγαν στη λεκτική βία για λόγους πειθαρχίας.
Όσο συχνότερα τα παιδιά δέχονταν το έντονο κατσάδιασμα των γονιών τους, τόσο περισσότερο εμφάνιζαν ψυχολογικά και άλλα προβλήματα συμπεριφοράς στη συνέχεια της εφηβείας (αδιαφορία στο σχολείο, καταφυγή στα ψέματα, κλοπές, εκρήξεις θυμού, συμπλοκές με άλλα παιδιά κλπ).
Σύμφωνα με τους Αμερικανούς ψυχολόγους η λεκτική βία, έστω κι αν γίνεται για καλό σκοπό εκ μέρους των γονιών, συχνά ανοίγει έναν φαύλο κύκλο αντιδράσεων από το παιδί, περισσότερων φωνών από τους γονείς κ.ο.κ., με συχνή κατάληξη τα πράγματα να γίνουν χειρότερα για όλους.
«Τα ευρήματά μας εξηγούν γιατί μερικοί γονείς αισθάνονται πως όσο δυνατά κι αν φωνάξουν, τα παιδιά τους στην εφηβεία δεν τους ακούν. Τα σκληρά λόγια φαίνονται αναποτελεσματικά στο να διορθώσουν τα προβλήματα συμπεριφοράς των νέων, στην πραγματικότητα ενισχύουν αυτές τις συμπεριφορές», δήλωσε ο Μινγκ-Τε Γουάνγκ. «Οι γονείς που θέλουν να αλλάξουν τη συμπεριφορά των παιδιών τους, θα ήταν καλύτερο να επικοινωνήσουν μαζί τους σε ισότιμο επίπεδο και να εξηγήσουν το σκεπτικό τους και τις ανησυχίες τους» πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, ως λεκτική βία μπορεί να θεωρηθεί οποιαδήποτε ψυχολογική πίεση με θυμωμένα ή προσβλητικά λόγια προκειμένου το παιδί να νιώσει συναισθηματικά πληγωμένο, σε μια προσπάθεια να διορθωθεί ή να ελεγχθεί η συμπεριφορά του. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι δυνατές φωνές, τα ουρλιαχτά, οι βλαστήμιες, οι κατάρες, καθώς και οι πιο απλοί χαρακτηρισμοί των γονιών προς τα παιδιά, του τύπου «είσαι βλάκας» ή «τεμπέλης».
Η επίπτωση στα παιδιά, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι άσχετη με το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας. Επίσης, η λεκτική βία έχει επιπτώσεις στα παιδιά, ακόμα κι αν οι γονείς εκδηλώνουν παράλληλα τη συναισθηματική υποστήριξή τους και τη φροντίδα τους, καθώς οι έφηβοι είναι πιθανό να ερμηνεύσουν τις φωνές των γονιών τους ως απόρριψη ή περιφρόνηση, με συνέπεια να αναπτύξουν μια εχθρική στάση απέναντι στη σχέση τους με τους γονείς τους, αλλά και μια αρνητική εικόνα για τον ίδιο τον εαυτό τους.
Όπως είπε ο Μινγκ-Τε Γουάνγκ, «είναι λάθος η εντύπωση ότι εφόσον υπάρχει ένας στενός δεσμός γονιών- παιδιού, ο έφηβος θα καταλάβει ότι «το κάνουν επειδή με αγαπούν». Η εφηβεία είναι μια πολύ ευαίσθητη περίοδος, όταν τα παιδιά προσπαθούν να αναπτύξουν την ταυτότητα του εαυτού τους. Όταν τους φωνάζετε, αυτό πλήττει την αυτο-εικόνα τους. Τους κάνει να νιώθουν πως δεν είναι ικανά, ότι είναι άχρηστα και ανάξια».
Ο καθηγητής παιδοψυχιατρικής Τίμοθι Βέρντουιν του Ιατρικού Kέντρου Langone του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης επισήμανε ότι είναι προτιμότερο οι γονείς να επεμβαίνουν στα παιδιά τους (π.χ. θα δεις λιγότερη τηλεόραση), χωρίς να χρησιμοποιούν επικριτικά, τιμωρητικά και προσβλητικά λόγια. «Ένας έφηβος αισθάνεται πιο υπεύθυνος για τη συμπεριφορά του, όταν τον διορθώνει κάποιος (π.χ. ο γονιός του), τον οποίο σέβεται και θαυμάζει. Αντίθετα, οτιδήποτε κάνετε που επιτιμά και ντροπιάζει ένα παιδί, αυτό υποσκάπτει τη δύναμη που έχετε ως γονείς».
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό για θέματα ανάπτυξης του παιδιού «Child Development».

Πηγή: ΑΜΠΕ
boro.gr

Υπνοβάτες… οικογενειακώς!

Όσοι έχουν ιστορικό υπνοβασίας, το πιθανότερο είναι να υπνοβατούν και τα παιδιά τους, υποστηρίζει νέα έρευνα.          
 
Τα παιδιά από γονείς οι οποίοι είναι ή υπήρξαν υπνοβάτες έχουν τρείς έως επτά φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να υπνοβατούν και αυτά, αναφέρουν Καναδοί επιστήμονες. Σύμφωνα με ερευνητές του Centre for Advanced Research in Sleep Medicine στο Νοσοκομείο Sacre Coeur του Πανεπιστημίου του Μόντρεαλ, οι πιθανότητες αυξάνονται αν και οι δύο γονείς έχουν σχετικό ιστορικό καθώς έρευνες δείχνουν ότι σχεδόν τα 2/3 των παιδιών αυτών βίωσαν περιστατικά υπνοβασίας. 
 
Περίπου το 47% των παιδιών που υπνοβατούσαν είχε έναν γονέα που υπνοβατούσε επίσης και μόλις ένα 23% είχε γονείς που κοιμόνταν κανονικά… όλη την νύκτα.
«Η υπνοβασία δεν είναι πάντα προβληματική» λέει η επικεφαλής της σχετικής έρευνας Dominique Petit. «Πολύ συχνά δεν χρειάζεται να κάνει κανείς τίποτα γι’ αυτό… Σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις όμως υπάρχει δυνητικός κίνδυνος τραυματισμού». Οι υπνοβάτες μπορούν να τριγυρνούν στο σπίτι με σχετική ευκολία, ανεβοκατεβαίνοντας μάλιστα σκάλες, ενώ μπορούν να κάνουν και άλλα πράγματα, όπως να φτιάξουν και να φάνε ένα σνακ. Την επομένη δεν θυμούνται τίποτα. 
 
Έως και το 1/3 των παιδιών που υπέφεραν από νυχτερινό τρόμο όταν ήταν μικρά, αναμένεται να βιώσουν περιστατικά υπνοβασίας αργότερα, σημειώνουν οι ειδικοί, καθώς όπως λένε οι δύο καταστάσεις φαίνεται να σχετίζονται. Ο νυχτερινός τρόμος είναι μια παροδική παραϋπνική διαταραχή ύπνου όπου το παιδί δείχνει ότι ξυπνάει από βαθύ ύπνο δίχως όμως να έχει ολοκληρωθεί αυτή η φάση –το μυαλό του παραμένει σε κατάσταση ύπνου ενώ το σώμα φαίνεται να έχει ξυπνήσει.
 
Αντίθετα με τους εφιάλτες, όπου μια αγκαλιά ηρεμεί το παιδί, στον νυχτερινό τρόμο ένα άγγιγμα μπορεί να τα τρομάξει περισσότερο. Η διαταραχή αυτή παρατηρείται συχνότερα στις μικρότερες ηλικίες (34% σε παιδιά 18 μηνών) αν και όσο μεγαλώνουν το ποσοστό μειώνεται, πέφτοντας στο 13% για παιδιά 5 ετών και μόλις 5% στην ηλικία των 13 ετών. 
iatropedia