Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Η Σημασία του να Μιλάμε στα Παιδιά
τη Γλώσσα της Αλήθειας.

Πόσο ειλικρινείς είμαστε με τα παιδιά μας;
Πόσο αποκαλυπτικοί είμαστε των όσων σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και πράττουμε;
Και πόσο απαιτητικοί είμαστε εμείς, αντίστοιχα από εκείνα, για τις δικές τους πράξεις, τις δικές τους κουβέντες, τα δικά τους συναισθήματα;
Λέμε συχνά «τι είναι αυτό που κάνεις!», «τι είναι αυτά που λες!» ή «τι κουβέντες είναι αυτές;»… 
Έχουμε την προσδοκία, αν όχι την απαίτηση, τα παιδιά μας να τα κάνουν όλα σωστά, να είναι τα καλύτερα παιδιά, αλλά αυτό –αυτές οι προσδοκίες– τα γεμίζουν άγχος και συχνά ενοχές.
Σε κάθε περίπτωση εμείς ως γονείς λειτουργούμε ως πρότυπα για τα παιδιά μας και μάλιστα τα σημαντικότερα (ευτυχώς!). 
Ως πρότυπα τους λοιπόν, πρέπει να δίνουμε το καλό παράδειγμα. Και αυτό ισχύει και για τα θέματα της επικοινωνίας.
Να λέμε την αλήθεια, χωρίς φόβο και πάθος, τουλάχιστον σε ότι τα αφορά, κι όχι παραμύθια, ή τη μισή αλήθεια για να τα προστατεύσουμε, «να μην πληγωθούν...»
Να τους εξηγούμε το πως έχουν τα πράγματα με απλά λόγια κατανοητά. 
Και τέλος να τα αφήσουμε να νοιώσουν ότι θέλουν γι’ αυτά που άκουσαν –χαρά, λύπη, θλίψη, φόβο, θυμό, αγωνία, λαχτάρα, ανακούφιση…– κι ας τα βοηθήσουμε μετά να εκφραστούν.
Μιλάω – Ακούω – Κατανοώ (και αντίστροφα)

Υ.Γ: θα εκπλαγείτε ευχάριστα από την ανταπόκριση των παιδιών…

Γράφει ο Ψυχολόγος Γιάννης Ξηντάρας

Ο Έλληνας έχει πάντα τη σωστή απάντηση...

Έξω από το Νομισματικό Μουσείο ένας τύπος κρατάει ένα τρίγωνο
και λέει το «αρχή μηνιά κι αρχή χρονιά». 

Τον προσπερνάω και μου φωνάζει να του δώσω κάτι.

—Μα δεν έχουμε Πρωτοχρονιά.
—Αυτό σε πείραξε; Όλα τ' άλλα τα βρίσκεις λογικά στη Χώρα; μου απαντάει.
—Έχεις δίκιο. Του έδωσα αμέσως κάτι.

Γέλασε και μου είπε:
Όλοι το ίδιο μου λένε κι όλοι μου δίνουν.

Πηγή.
Διαδώστε την «Ιδεοπηγή»

Ο μύθος της πτερόεσσας ψυχής - The myth of the winged chariot in Plato´s PHAEDRUS

Ο «Φαίδρος» είναι διάλογος του Πλάτωνα που διαδραματίζεται σε ένα σημείο της όχθης του Ιλισού, κάτω από ένα πανύψηλο πλατάνι, όπου φέρεται ο Σωκράτης να συζητεί με τον νεαρό μαθητή του Φαίδρο, σχετικά με τον έρωτα και τη ρητορική, παίρνοντας αφορμή από ένα λόγο που είχε απαγγείλει λίγο προηγουμένως ο ρήτορας Λυσίας στον Φαίδρο.
Γράφτηκε κατά την περίοδο της ωριμότητας (μέση χρονική περίοδος 386 – 367 π.Χ..[2] 
Το πρώτο μέρος του διαλόγου είναι αφιερωμένο στον έρωτα και το δεύτερο στη ρητορική.
Ο Σωκράτης περιγράφει την ψυχή ως μια αθάνατη ουσία η οποία κινείται στον υπερουράνιο χώρο διαιρεμένη σε τρία μέρη, τα δύο από τα οποία έχουν μορφή αλόγου και το τρίτο μορφή ηνιόχου. 

Το ένα άλογο κακότροπο, που συμβολίζει το αισθησιακό στοιχείο του ανθρώπου και την ευτέλεια της σάρκας, και το άλλο πνευματικό, που συγγενεύει με τους θεούς και μπορεί να ατενίζει το υπερουράνιο κάλλος. 

Το ένα, λοιπόν, από τα δύο άλογα, αυτό που είναι στην καλύτερη θέση, έχει σώμα στητό και καλοδεμένο, τον αυχένα του ψηλό, τη μύτη του γαμψή, είναι άσπρο, με μαύρα μάτια, είναι φιλότιμο, συνετό και σεμνό, αγαπάει την αληθινή δόξα, δεν έχει ανάγκη από χτυπήματα, αλλά καθοδηγείται μόνο με λόγο και το παράγγελμα· 
το άλλο, πάλι, έχει στραβό σώμα, είναι παχύ, κακοσχηματισμένο, με χοντρό αυχένα και κοντό λαιμό, πλατυπρόσωπο, μαύρο με μάτια γκριζογάλαζα και αιματώδη, ρέπει στην ύβρη και τη αλαζονεία, είναι κουφό και έχει τριχωτά αυτιά, και πολύ δύσκολα υπακούει στα χτυπήματα με το μαστίγιο και στα κεντρίσματα. 
Όταν λοιπόν ο ηνίοχος δει το ερωτικό όραμα, και με τι αισθήσεις θερμάνει ολόκληρη τη ψυχή του από αυτή τη θέα και βαθμιαία ο ίδιος γεμίσει από τα προκλητικά κεντρίσματα του πόθου, το άλογο που είναι υπάκουο στον ηνίοχο, επειδή και τότε -όπως και πάντα- συγκρατιέται από τη σεμνότητα, ελέγχει τον εαυτό του και δεν πηδά πάνω στον αγαπημένο· 
όμως το άλλο άλογο δεν δίνει σημασία ούτε στο μαστίγιο, ούτε στα κεντρίσματα του ηνιόχου, πετάγεται απότομα και με βία προς τα μπρος και ταλαιπωρώντας με κάθε τρόπο το σύντροφό του και τον ηνίοχο, τους αναγκάζει να ορμήσουν επάνω στον αγαπημένο και να θυμηθούν την ομορφιά των ηδονών. 
Και βέβαια αυτοί στην αρχή αγανακτούν και αντιστέκονται καθώς νιώθουν να αναγκάζονται να κάνουν φοβερά πράγματα· όμως στο τέλος, όταν δε βρίσκει τέρμα το κακό άλογο, αφήνονται να συρθούν από το κακό άλογο, υποχωρώντας και συμφωνώντας να κάνουν ό,τι εκείνο τους διατάζει. 
Όταν αντικρίζει την όψη αυτή ο ηνίοχος, με τη μνήμη του του γυρίζει πίσω, στην πρωταρχκή φύση της ομορφιάς, και τη βλέπει πάλι να δεσπόζει, συνοδευόμενη από τη σωφροσύνη, επάνω σ΄ ένα βάθρο αγνότητας. [253c-254b].