Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

«Η Μέλια»

Έτρεξε στο δωμάτιό της, έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της να μην ακούει, κουκουλώθηκε με μιας κάτω από το μαγικό μανδύα της ηρεμίας, το πάπλωμά της.

Η Μέλια ήταν μόλις εννιά χρονών. Ένα κοριτσάκι με καχεκτική όψη, μετρίου αναστήματος, με πλούσια κατσαρά μαλλιά-κάπως δυσανάλογα με το κορμάκι της. 
Μάτια φωτεινά σα λαμπάδες, στρογγυλά σα χάντρες που κοσμούν το λαιμό και μια κάπως περίεργη μυτούλα, ήταν όλα εκείνα που έδεναν σα συνταγή πάνω από τα καλοσχεδιασμένα – από ζωγράφο θαρρείς, χείλη της. Δεν είχαν όμως χρώμα τριανταφυλλί, ούτε τα μάγουλά της ήταν ροδαλά. Αρκούνταν στις καστανές ατημέλητες μπούκλες που κάλυπταν το πρόσωπό της, ώστε να σκιάζουν παροδικά τη χλωμή της όψη.
Έβαλε το χεράκι στο στόμα, δαγκώνοντας τώρα σφιχτά την περιοχή μέσα από τον αγκώνα κι έβγαλε μια κραυγή. Τόσο δυνατή, που θαρρείς τα πουλιά τραντάχτηκαν απ’ τα συρμάτινα πλέγματα και πέταξαν μακριά, σα μια μικρή συμπαράσταση στον πόνο της.
Το όνομα της ήταν ό,τι της είχε απομείνει από τη αγαπημένη της γιαγιά που χρόνια τώρα είχε φύγει σαν από απαράμιλλο εγωισμό, δίχως να νοιαστεί για όσα άφηνε πίσω της. Εκείνη τη μικρή, δεν την είχε σκεφτεί καθόλου πριν φύγει για πάντα;
Μελιτίνη είχαν βαφτίσει τη γιαγιά, παρά τις αντιδράσεις του παπά «εμείς δε βγάζουμε τέτοια ονόματα στα παιδιά μας. Εδώ είναι χωριό. Δεν είναι του Θεού αυτά τα πράματα», έλεγε και ξανάλεγε, μα ο επιμένων νικά, άρα όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Όταν γεννήθηκε η μικρή, η γιαγιά γερασμένη πια, χάρισε τ’ όνομά της στο μικροκαμωμένο πλασματάκι και ήταν πια σαν να είχε εκπληρώσει το σκοπό της. Μα θες λίγο τα σαρδάμ των συμμαθητών, θες λίγο η κακεντρέχεια των χωριανών, το κοριτσάκι άκουγε πια στο όνομα «Μέλια».
Άρπαξε δύο μαξιλάρια ενώ παρέμεινε κρυμμένη στο μαγικό καταφύγιο. «Εσύ είσαι η μαμά κι εσύ ο μπαμπάς» είπε, τοποθετώντας τα τώρα αντικριστά και μαζεύοντας όλη της τη δύναμη τα χτύπησε δυνατά μεταξύ τους. «Σας μισώ, σας μισώ» πλάνταξε η μικρή και τα μάτια της πρόσφεραν δύο καυτές σταγόνες να δροσίζουν τα μάγουλα.

Φυσικά και την αγαπούσαν τη Μέλια. Είχαν άλλωστε αποφασίσει από κοινού πως ήταν ό, τι καλύτερο τους είχε προσφέρει αυτός ο από χρόνια τελειωμένος γάμος. Δεν ήταν ακριβώς συνηθισμένοι γονείς, ούτε ίσως πρότυπα οικογένειας. Ποιοι είναι άλλωστε οι ιδανικοί γονείς;
Εκείνη έδινε χρόνια μάχη με τον εθισμό της στο αλκοόλ. Πότε σε ομάδες ανώνυμων αλκοολικών , πότε δίμηνη αποτοξίνωση σε δημόσια ιδρύματα. Κάθε φορά ξέκοβε. Κάθε φορά επέστρεφε με εθισμό χειρότερο από τον προηγούμενο. Δεν είχε χρόνο ούτε κουράγιο ν’ ασχοληθεί με τη μικρή της. Την ανατροφή της είχε αναλάβει η γιαγιά της, η κυρία Μελιτίνη. «Χρυσή γυναίκα. Άξια σε όλα της» έτσι έλεγαν τα μουρμουρητά στο χωριό. Μόνο μια κόρη άχρηστη, αλκοολική έβγαλε, μόνο εκεί είχε ψεγάδι. Τον άντρα της τον αγαπούσε η μητέρα της μικρής. Από έρωτα παντρεύτηκαν, μα ο έρωτας γρήγορα μαράζωσε μέσα στην παραζάλη της μέθης. Και τη Μέλια αγαπούσε. Ποια μάνα δεν αγαπά το παιδί της;
Εκείνος ήταν πιο μετρημένος σαν άνθρωπος. Συνεπής και δουλευτάρης τα πρώτα χρόνια. Ένας πατέρας, ένας σύζυγος, ένας κύριος. Κάποια εξωσυζυγική σχέση απέκτησε μονάχα μετά από καιρό. Για έναν χρόνο μόνο. Ήταν τότε που η γυναίκα του δεν άντεξε τη ντροπή της μοιχείας και βρήκε φυγή στο ποτό. Ή τουλάχιστον έτσι είπαν οι χωριανοί. Τώρα δεν έκανε πράμα πια. Η απάτη στα μέρη του είχε και ένα αντίτιμο. Δε θα κρατούσε ο κυρ Θόδωρος στο συνεργείο αυτόν τον ξετσίπωτο που κατέστρεψε την οικογένειά του.
Μόνο καυγάδες, φωνές, κλάματα ακούγονται πια στο σπιτικό. Μόνο ανθρώπους να οδύρονται, να σιχτιρίζουν αντικρίζεις πια. Μόνο ψυχές να καταριούνται, να οικτίρουν την άθλια ζωή και την κακή τους μοίρα.
Μόνο ένα μικρό κορμάκι να κρύβεται καθημερινά κάτω από το μαγικό μανδύα της ηρεμίας. Μόνο τη Μέλια. Μόνο εκείνη. Που ποτέ της δεν έφταιξε μα όλο σπαράζει «εγώ φταίω, εγώ φταίω, εγώ!»

~Μπουμπάρη Μαριλένα
antikleidi

Συνήθισα να αδιαφορώ!

Μετά, θα ανοίξω πάλι την τηλεόραση, το ίντερνετ, το ραδιόφωνο και θα σώσω πάλι αδέσποτα ζώα, αδικοχαμένους ανθρώπους, εκφοβισμένα παιδιά, βιασμένες γυναίκες, πνιγμένα κορμιά...
Έπειτα θα φύγω μακριά, θα τους ξεχάσω ξανά, θα πάρω έναν υπνάκο και θα ΄ναι σαν τα βάσανά τους να μην υπάρχουν πια. Συνήθισα βλέπεις, να αδιαφορώ.

Διαβάζω στο πισώφυλλο ενός βιβλίου: είναι απίστευτο πώς περνούμε ολόκληρη τη ζωή μας με μάτια μισόκλειστα, αφτιά βουλωμένα, σκέψεις νεκρωμένες. Ίσως να 'ναι πιο καλά έτσι. Ίσως αυτό να κάνει τη ζωή τόσο ανεκτή και τόσο ευπρόσδεκτη.

Αφήνω το διήγημα στην άκρη και πιάνω την κούπα με τον καφέ. Τα τσιγάρα επάνω στην τραπεζαρία πραγματικά με φλερτάρουν αυτή τη στιγμή, μα δεν τα αγγίζω. Λες και η βρομιά της πίσσας θα μου καταλαγιάσει το είναι και θα στείλει απευθείας στο στομάχι όλα μου τα άγχη.

Η παραπάνω αυτή ρήση κάπως με εκνευρίζει. "Άλλη μια αμπελοφιλοσοφία", σκέφτομαι τώρα. Ας δοκιμάσω...

Κλείνω τα μάτια, βουλώνω τα αφτιά και περιμένω να νεκρώσουν οι σκέψεις. Μα αυτές διόλου δεν συμφωνούν. Σκέφτομαι εκείνο τον αδικοχαμένο άνδρα απ' το χωριό, με την βαριά ασθένεια που ήρθε και του κατασπάραξε τα σωθικά και μήτε μια στάλα οίκτο δεν έδειξε για κείνους που την εκλιπαρούσαν να περιμένει. Ποιος χαρίζει νεφρά στις μέρες μας! "Έτσι φεύγουν οι φτωχοί" σκέφτομαι κάπως επιπόλαια, "για τους πλούσιους υπάρχει πάντα γιατρειά". Ανοησίες!
Ξαναβουλώνω τα αφτιά και σιγομουρμουρίζω ένα μελωδικό κομμάτι που πάντα χορεύει στο μυαλό μου σαν καταπιάνομαι με δαύτο. Μα δε μου θυμίζει τώρα εκείνα τα μάτια τα πρασινωπά, όπως ανέκαθεν συνήθιζε. Ένα άλλο ζευγάρι μάτια κουρνιάζουν μπροστά μου. Είναι κουρασμένα και θαμπά, ξαπλώνουν σε βρόμικες κουβέρτες πλάι στα πεζοδρόμια κι όλο κρύβουν την ανάσα τους με χέρια ζητιανιάς. Ντρέπομαι. Αν και έχω βουλώσει τα αφτιά, η απαίσια φωνή μου, μου γρατζουνάει κάπως τους ακουστικούς υποδοχείς. "Καλύτερα να βουλώσω το στόμα μου", σκέφτομαι.
Μακάρι τίποτα πια να μην έβλεπα. Σκεπάζω νευρικά τα μάτια μου. Το σύμπαν είναι άσχημο πολύ. Κι ο χώρος (=χορός) των media δε χάνει πια λεπτό για να σου το υπενθυμίσει. Άνθρωποι στοιβαγμένοι σαν σακιά, ψυχές που αναζητούν τη σωτήρια δήθεν γραμμή για το πέρασμα των συνόρων, μοστράρονται ως πρώτη είδηση από τα μεγαλόψυχα μέσα ενημέρωσης. Εικόνες ανθρώπινων πτωμάτων επιπλέουν καθημερινά στην οθόνη. Τα κορμιά αυτά έρχονται σε απόλυτη συγκατάθεση με το μαύρο φόντο που σκεπάζει τα καλυμμένα μου μάτια. Σε αρκετές χιλιάδες ανέρχονται πια οι νεκροί. Όσοι βρέθηκαν. Οι υπόλοιποι πλατσουρίζουν στον Άδη. Η τελευταία εικόνα σπρώχνει τα βλέφαρα μου να πεταρίσουν. Δεν αντέχουν το όνειδος.
Τα μάτια μου τρεμοπαίζουν όλο ανησυχία, τα αφτιά μου δεν ακούν τίποτα πια. Μόνο μια παιδική φωνή ηχεί τώρα κάπου στο βάθος. Σκέφτομαι εκείνον τον πιτσιρικά που συναντώ καθημερινά, όσο ξεφυσώ, διαβαίνοντας την ανηφόρα της γειτονιάς μου. Λέει πως μένει πίσω από το φανταχτερό σπίτι, δε φαίνεται τάχα το δικό του από το δρόμο. Εκείνη την ημέρα τον συνάντησα καθήμενο στο ξεχαρβαλωμένο περβάζι κι η όψη του έμοιαζε να κουβαλά μιας ζωής βάσανα. Καθώς τον πλησίαζα μου ψιθύρισε μουτρωμένος σαν να τον δίκαζα: "Διαμάντια βρήκα! Αλλά δεν είμαι χαρούμενος, να ξέρεις. Δεν έχω μέρος να τα κρύψω και οι μεγάλοι ό,τι βρουν αμέσως μου το παίρνουν. Τίποτα δε μου αφήνουν, γι' αυτό άλλο σχολείο δεν πηγαίνω πια." Του χαμογέλασα συμπονετικά και συνέχισα τον ανήφορο βιαστικά σαν τα λόγια του να 'θελα να σβήσω με το επόμενο βήμα.

Μένω να κοιτώ ψηλά. Τα πάνω ράφια της βιβλιοθήκης θέλουν ένα καλό ξεσκόνισμα. Θα το κάνω. Μετά θα βγω για έναν καφέ. Ίσως και για φαγητό. Χρειάζομαι ηρεμία αυτές τις μέρες.

Ίσως πάω και για ψώνια. Θα γυρίσω από τη δουλειά, θα πάω το σκύλο μου βόλτα. Έπειτα ίσως μια ώρα γυμναστήριο.

Μετά, θα ανοίξω πάλι την τηλεόραση, το ίντερνετ, το ραδιόφωνο και θα σώσω πάλι αδέσποτα ζώα, αδικοχαμένους ανθρώπους, εκφοβισμένα παιδιά, βιασμένες γυναίκες, πνιγμένα κορμιά...

Έπειτα θα φύγω μακριά, θα τους ξεχάσω ξανά, θα πάρω έναν υπνάκο και θα ΄ναι σαν τα βάσανά τους να μην υπάρχουν πια. Συνήθισα βλέπεις, να αδιαφορώ.

Περνούμε η ζωή μας με μάτια μισόκλειστα, αφτιά βουλωμένα, σκέψεις νεκρωμένες. Ναι, είναι πιο καλά έτσι. Κάνουμε τη ζωή ανεκτή και ευπρόσδεκτη. Ναι, είναι πιο καλά έτσι.

Ανοίγω τα μάτια, ξεβουλώνω τα αφτιά. Νεκρωμένες σκέψεις με παίρνουν αγκαλιά και πλάθουν το τέρας που έγινα, το τέρας που είμαι, το τέρας που θα συνεχίσω να γίνομαι...

~Μπουμπάρη Μαριλένα
by Αντικλείδι, http://antikleidi.com

Θέλεις να εκμεταλλευτείς τον κόσμο; Είναι πανεύκολο.
Χρησιμοποιείς παιδιά!

#irunmarathon: Η νέα εποχή των τζάμπα social διαφημίσεων

Νομίζω πως όλοι θα συμφωνήσουμε στα εξής: Αν θέλεις να (απειλήσεις, εκμεταλλευτείς) ευαισθητοποιήσεις τον κόσμο για κάτι, χρησιμοποιείς παιδιά. 
Αν θες να διαφημίσεις κάτι που να κάνει αίσθηση, χρησιμοποιείς παιδιά. 
Αν θες να δημιουργήσεις φοβικό κλίμα στην κοινωνία, το κάνεις επικαλούμενος τα παιδιά. 
Το μόνο βέβαιο πάντως είναι πως η χρήση των παιδιών φέρνει έσοδα και αποτελέσματα.
Και αυτό που ίσως δεν ξέρουμε οι περισσότεροι, μα το γνωρίζει καλά το "αόρατο χέρι της αγοράς" είναι πως η φιλανθρωπία επίσης αποφέρει κέρδη.
Και πόσο μάλλον αν στην φιλανθρωπία εμπλέκεις και παιδιά. Bonus!
Όπα, όπα, όχι αυτά τα παιδιά, πάρτες πίσω αυτές τις φώτο
Μια άλλη αλήθεια (εκτός αυτής των πιο πάνω φωτογραφιών που είναι από τα παιδιά που δεν φέρνουν κέρδη), είναι πως όταν βλέπετε οι εταιρείες κάθε είδους να έχουν ανακαλύψει το διαδίκτυο και την δυναμική του για την προώθηση και την προπαγάνδα τους, τα πράγματα είναι δυσοίωνα όσον αφορά τις μελλοντικές ελευθερίες του διαδικτύου, καθώς θα έρθει η ώρα που οι εταιρείες θα το θεωρήσουν απόλυτα δικό τους κτήμα.

Λίγες ημέρες πριν, τον Οκτώβρη του 2015, ένας βουλευτής και πρώην δημοσιογράφος, εμφανώς τεχνολογικά αναλφάβητος, αλλά έχοντας αντιληφθεί την δυναμική που έχει το διαδίκτυο και τα social-media, ζητούσε να επιβληθεί φορολόγηση στο Facebook στην ελλάδα. 
Το μόνο βέβαιο πάντως είναι ότι άπαντες έχουν αντιληφθεί πως το διαδίκτυο και τα social-media έχουν μια δυναμική που αν συνδυαστεί σωστά, μπορεί να αποβεί κερδοφόρα. Προσθέστε τώρα και τα παιδιά σε αυτό (όχι τα πιο πάνω, μα τα άλλα, τα λευκά) και μπορείτε να έχετε ένα φοβερό αποτέλεσμα.
Για παράδειγμα, με έναν συνδυασμό των δυο παραπάνω (παιδιών και social-media), θα μπορούσες να κάνεις μια χάρμα διαφήμιση πολλών χιλιάδων ευρώ, ξοδεύοντας μόνο τόσα όσα παίρνει ένας συνταξιούχος τον μήνα! Λαμπρό; Επιχειρηματικότατο; Gamato;


Κάπως έτσι λοιπόν, σκέφτηκε και η Εθνική Τράπεζα (το "εθνική" κατ' όνομα μόνο βέβαια, όπως και κάθε τι "εθνικό" άλλωστε) η οποία ξεκίνησε μια καμπάνια με την ονομασία#irunmarathon που, όπως λέει, πρόκειται για έναν μαραθώνιο ώστε να μαζευτούν χρήματα που θα τα διαθέσει (η τράπεζα) στο Κέντρο Ειδικής Φροντίδας Παιδιών του Ναυτικού Νοσοκομείου Πειραιά.
Πιο συγκεκριμένα - λέει - πως θα δώσει 0,5 ευρώ για κάθε tweet και share που έχει αυτό το hashtag:


Ωραία, θα πουν αρκετοί, είναι κάτι για καλό σκοπό, άρα πού το πρόβλημα;
Εκτός του "προβλήματος" με τις πιο πάνω εικόνες που φανερώνει την απροκάλυπτη υποκρισία, υπάρχει και κάτι άλλο:

Η ΕΤΕ λέει ψέματα και με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να κάνει σχεδόν τζάμπα μια διαφήμιση που, υπό άλλες συνθήκες, θα χρειαζόταν να ξοδέψει αρκετές χιλιάδες ευρώ.
Και γιατί λέει ψέματα;
............
διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Τελικά, ποιο παιδάκι πρέπει να πάρει τη φλογέρα;
Amartya Sen and "The Idea of Justice"

Ο Amartya Sen, καθηγητής οικονομικών και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ Οικονομίας, διερευνά την έννοια της δικαιοσύνης υποστηρίζοντας ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη ιδέα σε έναν ιδεατό κόσμο. 
Στο βιβλίο του συνδέει την ιδέα της δικαιοσύνης με την καταπολέμηση της κοινωνικής αδικίας και των ανισοτήτων στον σημερινό κόσμο.

Ο Amartya Sen ξεκινάει την αφήγησή του με μια απλή, λίγο παιδική ιστορία:

«Ας υποθέσουμε ότι τρία παιδιά, η Άνν, ο Μπομπ και η Κάρλα, μαλώνουν για μια φλογέρα κι εμείς πρέπει να επιλέξουμε ποιο από τα τρία παιδιά θα την πάρει. 
Η Άνν τη διεκδικεί με το σκεπτικό ότι είναι η μόνη από τα τρία παιδιά που ξέρει να παίζει φλογέρα και ότι θα ήταν πολύ άδικο να στερηθεί τη φλογέρα το μοναδικό παιδί που μπορεί να τη χρησιμοποιήσει. Εάν δεν είχαμε άλλες πληροφορίες για την κατάσταση, το επιχείρημα να δοθεί φλογέρα στο πρώτο παιδί θα ήταν ισχυρό. 
Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο Μπομπ είναι αυτός που υψώνει τη φωνή του και υπερασπίζεται το αίτημά του να πάρει εκείνος τη φλογέρα, επισημαίνοντας ότι είναι το μόνο από τα τρία παιδιά που είναι τόσο φτωχό ώστε δεν έχει κανένα παιχνίδι. Παίρνοντας τη φλογέρα θα έχει κι αυτός ένα παιχνίδι. Εάν είχατε ακούσει μόνο τον Μπομπ και κανένα από τα άλλα δύο παιδιά, θα θεωρούσατε ισχυρό το επιχείρημά του να πάρει εκείνος τη φλογέρα. 
Σε ένα τρίτο εναλλακτικό σενάριο, η Κάρλα είναι αυτή που υψώνει τη φωνή της για να δηλώσει ότι δούλεψε σκληρά επί πολλούς μήνες για να φτιάξει με την δική της εργασία τη φλογέρα. “Και τώρα πια” διαμαρτύρεται η Κάρλα, “που έφτιαξα τη φλογέρα, έρχονται αυτοί οι αρπάγες και προσπαθούν να μου την πάρουν”. Εάν είχατε ακούσει μόνο το επιχείρημα της Κάρλας, θα είχατε ίσως την προδιάθεση να δώσετε σε εκείνη την φλογέρα, αναγνωρίζοντας την εύλογη αξίωσή της να αποκτήσει κάτι που η ίδια δημιούργησε. Εάν όμως έχετε ακούσει και τα τρία παιδιά με το διαφορετικό σκεπτικό τους, η απόφασή σας θα ήταν πολύ δύσκολη».

Αλήθεια, ποιο από τα τρία παιδιά είναι «δίκαιο» να πάρει την φλογέρα; 
Θεωρητικοί διαφόρων πεποιθήσεων (ωφελιμιστές, οπαδοί του κοινωνικοί εξισωτισμού, οπαδοί του ελευθερισμού) θα υποστήριζαν ότι υπάρχει μία και μόνο δίκαιη απόφαση. 
Οι ωφελιμιστές θα υποστήριζαν την Άνν, με το ατράνταχτο επιχείρημα της ανθρώπινης ολοκλήρωσης. 
Οι οπαδοί του κοινωνικού εξισωτισμού, αφοσιωμένοι στην μείωση της κοινωνικής ανισότητας και στην εξάλειψη της φτώχειας, θα ήθελαν να πάρει την φλογέρα ο Μπομπ που δεν έχει κανένα άλλο παιχνίδι. 
Οι οπαδοί του ελευθερισμού, από την πλευρά τους, θα ήθελαν να πάρει τη φλογέρα η Κάρλα καθώς εκείνη την κατασκεύασε και εκείνη δικαιούται να απολαύσει τον καρπό της προσωπικής της εργασίας.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι πολύ δύσκολα μπορούν να απορριφθούν όλα τα παραπάνω επιχειρήματα.
 
Για τον λόγο αυτό ο  Sen  απομακρύνεται από την φιλοσοφική παράδοση του Διαφωτισμού και από τις θεωρίες δικαιοσύνης οι οποίες προσπαθούν να προσδιορίσουν τους κανόνες και τις αρχές που διέπουν τους δίκαιους θεσμούς σε έναν ιδανικό κόσμο. 
Για τον  Sen  είναι δεδομένο ότι στον κόσμο που ζούμε υπάρχει αδικία, καμιά φορά πολύ βαθιά και πολύ οδυνηρή, γι’ αυτό και θέτει το ζήτημα της θεραπείας της. Σύμφωνα λοιπόν με τη θεωρία του, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη ιδέα για έναν ιδεατό κόσμο, αλλά θα πρέπει να ενδιαφέρεται για την πραγματική ζωή των ανθρώπων, για όλα όσα μπορούν να τους κάνουν ευτυχισμένους. 
Ο συγγραφέας επικεντρώνεται στις ιδέες και στις αρχές που θα μας βοηθήσουν να εξαλείψουμε όσο το δυνατόν περισσότερο την αδικία και να βρούμε τρόπους για περισσότερη δικαιοσύνη.
____________
Πηγή: iefimerida.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Μμμμ... η μανούλα σήμερα θα φτιάξει
Μπιφτέκια από κοτόπουλο και Παστέλι!!

Chicken Burgers
Μπιφτέκια από κοτόπουλο ή γαλοπούλα με λαχανικά

Δύσκολα θα βρεθεί άνθρωπος, που να μην του αρέσουν τα μπιφτέκια.
Με τη συγκεκριμένη συνταγή, γίνονται πολύ αφράτα και τόσο λαχταριστά, που θα κάνει τα παιδιά σας να τα φάνε με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση.

Υλικά
• 1 κιλό κιμάς κοτόπουλο ή γαλοπούλα, (ή φιλέτα που θα τα πολτοποιήσουμε στο μπλέντερ)
• 2 ξερά κρεμμύδια, περασμένα στο μούλτι
• 2 μέτριες ώριμες ντομάτες
• ½ ματσάκι μαϊντανό ψιλοκομμένο
• 1 πιπεριά πράσινη ψιλοκομμένη
• 2 σκελίδες σκόρδο, περασμένες στο μούλτι
• 4 κουτ. σούπας κεφαλοτύρι τριμμένο
• 1 αυγό
• 5 φέτες ψωμί
• 1 κουτ. γλυκού ξύδι
• 2 κουτ. σούπας γάλα
• 1 κουτ. σούπας ελαιόλαδο
• ¼ κουτ. γλυκού ρίγανη
• ¼ κουτ. γλυκού θυμάρι
• 1 κουτ. σούπας μουστάρδα
• ¼ κουτ. γλυκού μπαχάρι
• αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι
....................

η εκτέλεση στη μητερούλα

Παστέλι πεντανόστιμο!! 
Pasteli: Ancient Greek Honey Sesemi Bar 

Μια συνταγή που φοβόμουν να δοκιμάσω αλλά όταν την έκανα είδα πόσο εύκολη ήταν αλλά και πόσο νόστιμο το αποτέλεσμα.... Έγιναν τα παστέλια μου ανάρπαστα και τελείωσαν αμέσως.

Υλικά:
* Μισό κιλό μέλι
* 3 κουταλιές ζάχαρη
* μισό κιλό αμύγδαλα ή καρύδια ή φιστίκι, πάντα άψητο και φυσικά όχι αλμυρό.
* 1 φλούδα από λεμόνι ή και 1 από πορτοκάλι
* 1 ποτήρι Σουσάμι,
* λίγο ανθόνερο ή ηλιέλαιο
* λίγη κανέλα σκόνη.
....................
η εκτέλεση στη μητερούλα