Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

Να προτιμάς εκείνον που ντύθηκε, χτενίστηκε, ταξίδεψε για να σε συναντήσει

Θα σου πω γιατί πολλές φορές προτιμάς να χάνεσαι στο κινητό αντί να επικοινωνείς στον άνθρωπο απέναντί σου ή με την παρέα στην οποία βρίσκεσαι. Κατ’ αρχάς, έχεις, όπως όλοι μας, ανάγκη να ικανοποιήσεις το αίσθημα σπουδαιότητάς σου. Κάθε ώρα. Κάθε λεπτό.

Πίσω από αυτή την κραυγή για αναγνώριση και προσοχή κρύβεται ένα μόνο συναίσθημα: η αγάπη. Συγκεκριμένα, η ανάγκη μας να αγαπηθούμε από τους άλλους κι από τον εαυτό μας (Από το βιβλίο «Να ευτυχήσω για να πετύχω ή να πετύχω για να ευτυχήσω»).
Όταν, λοιπόν, βρίσκεσαι βυθισμένος στον ψηφιακό σου κόσμο, απευθύνεσαι πάντα σε περισσότερους απ’ ό,τι διά ζώσης. Και ελπίζεις να λάβεις την αναγνώριση που λείπει από δίπλα σου.
Γιατί, όταν σκρολάρεις αδιάλειπτα μέχρι να γδαρθεί ο αντίχειράς σου, κάποια στιγμή θα βρεις έστω έναν, έστω μία, να σου πει ένα γεια, να του αρέσει μια φωτογραφία σου, μια ατάκα σου ή κάτι που έκανες και δημοσίευσες. Να του αρέσει κάτι από όλα αυτά. Όχι όμως εσύ. Μόνο αυτός που αφήνεις δημόσια να δει. Σίγουρα όχι ο αληθινός, ο ουσιαστικός, ο ολοκληρωμένος εσύ.

Τις περισσότερες φορές, άλλωστε, σου προσφέρει ένα ανούσιο γεια, ένα ανόρεχτο like, καθώς ελάχιστα ενδιαφέρεται για σένα αφού δεν σε γνωρίζει πραγματικά ή δεν νοιάζεται να σε γνωρίσει. Αν μου επιτρέπεις, και σ’ το λέω για να το ακούσω πρώτα εγώ, να προτιμάς εκείνον που ντύθηκε, χτενίστηκε, πήρε μετρό, αυτοκίνητο, τα πόδια του και ήρθε να σε συναντήσει.
Αυτόν που επένδυσε σε σένα. Αυτόν που διέθεσε χρόνο. Αυτόν που ψάχνει τρόπο να σε μάθει. Αυτόν που δείχνει ότι πραγματικά ενδιαφέρεται καθισμένος με τις ώρες δίπλα σου, στο καφέ, στη δουλειά, στον δρόμο, στο σπίτι, δίπλα σου, χωρίς κινητό, παρά με τη διάθεση να δει πιο μέσα, σε αυτό που αποκαλείς «εγώ». Κλείνουμε τα κινητά, όσο είμαστε κοντά, για να είμαστε κοντά.

Νικόλας Σμυρνάκης
enallaktikidrasi.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Γράμμα ενός Παιδιού στη Μητέρα του

Σε αγαπώ από την ώρα που η καρδιά μου χτύπησε κοντά στη δική σου. Δεν με γνώριζες ακόμα, όμως εγώ μαμά σε ένιωθα, σε άκουγα με προσοχή.
Ανέπνεα όταν ανέπνεες, αισθανόμουν κάθε σου συναίσθημα και ήμουνα κοντά σου με τον δικό μου τρόπο. Θεωρούσες ότι δεν άκουγα και δεν καταλάβαινα αλλά μαμά, τα γνώριζα όλα.

Και μετά έφτασε η ημέρα που συναντηθήκαμε από κοντά. Η ημέρα που ένιωσα το χάδι σου και κοιταχτήκαμε για πρώτη φορά. Με είδες ταλαιπωρημένο μωρό γιατί πάλεψα και έβαλα τα δυνατά μου να περάσω την πόρτα έξω στη ζωή κι εσύ μαμά πονούσες και ήσουν εξαντλημένη. Μετά ξεκίνησε να έρχεται κόσμος, φίλοι και συγγενείς μας αποθέωναν σε ευχές και κοπλιμέντα για την άφιξη μου και τη μεγάλη σου στιγμή να γίνεις μητέρα.

Το ξέρω πως μόλις επέστρεψα στο σπίτι προκάλεσα αναστάτωση. Είχες άγχος κι ένιωθες τεράστια ευθύνη, μα συνάμα μεγάλη χαρά. Ξενυχτούσες για εμένα, ανησυχούσες, περιόρισες τον εαυτό και τις ανάγκες σου και έκανες τα πάντα για να με μεγαλώσεις σωστά.

Σήμερα θέλω να σου μιλήσω. Άκουσε με, μαμά. Σήμερα θέλω να σου ζητήσω να με αγαπάς άνευ όρων. Έχω ανάγκη την αγάπη σου να υπάρχει σε ό,τι κι αν κάνω. Ακόμα κι όταν δεν αποδίδω καλά στα διαγωνίσματα, να ξέρεις πρώτα από όλα εγώ νιώθω την αποτυχία. Ούτε εγώ την αντέχω και πολλές φορές καταφεύγω στη ζωηρότητα και την αδιαφορία για να απαλύνω και τις δικές μου σκέψεις.

Εσύ με μαλώνεις γιατί θέλεις το καλύτερο για εμένα, όμως μαμά είμαι παιδί ακόμα και σε χρειάζομαι μέχρι να ενηλικιωθώ. Όταν τσακώνεστε μέσα στο σπίτι, κάνω τα δικά μου προσπαθώντας να σου τραβήξω την προσοχή. Πονάω κι εγώ μαμά, αλλά πώς να αντιδράσω, πώς να στο πω ότι στεναχωριέμαι; Κάθε μου κίνηση σου φωνάζει αναγνώρισέ με, αποδέξου με κι ενθάρρυνέ με.

Κανένας βαθμός, καμία σκανταλιά μου δεν μπορεί να σπάσει την αγάπη μας, μην το ξεχνάς. Σε έχω ανάγκη κοντά μου ως οπαδό. Να με αγαπάς και την ώρα που πέφτω και αποτυγχάνω, μην με αγαπάς με όρους και προϋποθέσεις. Κάνω πράγματα που σε ενοχλούν αλλά και εγώ θέλω να γευτώ εμπειρίες.

Μην προσπαθείς να με αποτρέψεις επειδή εσύ τις γνωρίζεις και βρέθηκαν στον δικό σου δρόμο. Άσε με να προσπαθήσω, να βαδίσω στο δικό μου μονοπάτι. Σε θέλω κι εσένα μαζί. Δίπλα μου, να με στηρίζεις,

Δούλεψε με τον εαυτό σου να γίνεις καλύτερη κάθε μέρα και να εμπνεύσεις κι εμένα σε έναν νέο τρόπο ζωής. Σε αγαπώ μαμά, μη με αφήνεις χωρίς αγάπη όταν δεν σου είμαι αρεστό παιδί.

Ξέρω γιατί το πουλί κελαηδεί στο κλουβί

(Το ακόλουθο χρονογράφημα γράφτηκε το 2014 αλλά δυστυχώς παραμένει πάντα επίκαιρο. Σας το παραθέτω αυτούσιο).


Ένα φθινοπωρινό πρωινό βρέθηκα στη Λευκωσία, την τελευταία μοιρασμένη πρωτεύουσα, με φόντο τη γιγάντια τουρκική σημαία στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, να θυμίζει πως ζούμε σε ένα ημικατεχόμενο νησί. Κάτι που ξεχνάμε εμείς οι κάτοικοι των παραθαλάσσιων πόλεων με τους ανοιχτούς ορίζοντες. Μα και για κάποιους που κατοικούν στην πρωτεύουσα, αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινότητάς τους, σαν ένα «wallpaper», που με τον χρόνο και τη συνήθεια, παύει να σημαίνει κάτι.
Έκπληκτη διαπίστωσα πως από τον χάρτη του μυαλού μου, έλειπε το παλιό νοσοκομείο, το οποίο είχε κατεδαφιστεί και έγινε ένας απέραντος χώρος στάθμευσης με σκόνες και χώματα, να τα στροβιλίζει ο αέρας. Απέναντι, το κτήριο της Βουλής και στο παραπλήσιο παρκάκι με την προτομή του Μαχάτμα Γκάντι, γινόταν μια σεμνή τελετή και κατάθεση στεφάνων από την Ινδική Υπάτη Αρμοστεία. Ήταν 2 του Οκτώβρη, παγκόσμια μέρα ενάντια στη βία. Την προηγούμενη στην πρωτεύουσα, είχαν γίνει παρελάσεις και δεξιώσεις για τη μέρα της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.

Στο ραδιόφωνο μιλούσαν για τη, στρατηγικής σημασίας, γεωπολιτική θέση της Κύπρου απ’ όπου την ίδιαν ώρα γινόταν εκτόξευση πυραύλων στις αγγλικές βάσεις Ακρωτηρίου. Τη μέρα της «Μη βίας», Κούρδοι και ξένοι υπήκοοι αποκεφαλίζονταν από Τζιχαντιστές, η εκεχειρία στην ανατολική Ουκρανία βρισκόταν στον αέρα, όπως και οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Όλα αυτά εν έτει 2014.

Περπατώ στον δημόσιο κήπο, που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, μαζί με ένα μεγάλο λευκό θάλαμο νοσοκομείου, με μυρωδιές από φάρμακα και αντισηπτικά, που επισκεπτόμασταν κάθε Κυριακή. Εκεί κειτόταν ξαπλωμένη η μητέρα. Καθόμασταν γύρω από το κρεβάτι της κι εγώ δεν την κοιτούσα ποτέ στα μάτια γιατί θα διάβαζε τη θλίψη και τον θυμό μου που η ασθένεια την κρατούσε μακριά μου.

«Πάρτε τα παιδιά στον κήπο να παίξουν» έλεγε και αμέσως βγαίναμε από το «κλουβί» και τρέχαμε με τα ξαδέλφια στον απέραντο κήπο να παίξουμε κρυφτό και ινδιάνους. Το μεσημέρι έρχονταν και οι μεγάλοι, κάναμε πικ-νικ, προτού ξαναεπιστρέψουμε στο νοσοκομείο. Εγώ με την πλάτη γυρισμένη στη μητέρα και στην αρρώστια, κοίταζα έξω από το παράθυρο, τα πουλιά που κούρνιαζαν στα δέντρα, την ώρα που ο φύλακας τον οποίον αποκαλούσαμε Κέρβερο, φώναζε πως το επισκεπτήριο τέλειωσε.

Φεύγαμε τότε, έως την ερχόμενη Κυριακή, που θα επιστρέφαμε με λουλούδια, περιοδικά, φαγητά και καθαρά ρούχα. Μετά το πραξικόπημα και την εισβολή η μητέρα έμεινε εγκλωβισμένη στο νοσοκομείο και μόνον ο πατέρας επιχείρησε να την επισκεφτεί με αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού. Επέστρεψε με φρικιαστικές ιστορίες, που διηγείτο στους μεγάλους, με φορτηγά που ξεφόρτωναν τραυματίες και σκοτωμένους. Τη νέα σχολική χρονιά του 1974 πολλά παιδιά φορούσαν στον λαιμό μια σφαίρα τρυπημένη και περασμένη σε ένα μαύρο λουράκι.

Μπορεί το νοσοκομείο Λευκωσίας να γκρεμίστηκε, όχι όμως και το τείχος που χωρίζει την πατρίδα μας στα δυό. Παντού στην υφήλιο, βία, πόλεμοι, λιμοί, δικτατορικά καθεστώτα. Περπατώ στο πάρκο, δίπλα από τη Βουλή. Δυό παγώνια στο κλουβί ανοίγουν περήφανα τα φτερά τους και βγάζουν περίεργους ήχους. Πιο κάτω μια λιμνούλα με νούφαρα, που τα έχουν κι αυτά κλεισμένα σε ένα κλουβί. Στον νου μου έρχονται οι στίχοι της Maya Angelou:

«Μα στο κλουβί, ένα πουλί στέκει / πάνω στον τάφο των ονείρων
Κι η σκιά του φωνάζει / Μ’ ένα ουρλιαχτό εφιαλτικό
Τα φτερά του είναι κομμένα / και τα πόδια του δεμένα
Κι αφήνει τη φωνή του ελεύθερη / Να κελαηδήσει…
Στο κλουβί, το πουλί κελαηδάει / Μ’ ένα τιτίβισμα φοβισμένο
Για κείνα, τ’ άγνωστα / Που ακόμα τόσο λαχταρά.
Κι η μελωδία του αντηχεί / Στον μακρινό τον λόφο
Γιατί το πουλί στο κλουβί / τραγουδάει για ελευθερία.»


dena.toumazi@gmail.com
Δένα Αναξαγόρου Τουμαζή      Ιουλίτα Τουμαζή