Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

Η τέχνη του να Ακούς - Are You Really Listening, or Just Waiting to Talk?

Πολλές φορές τυγχάνει να μιλάμε σε κάποιον και να καταλαβαίνουμε ότι δεν μας ακούει. 
Αυτό έχει δυο σκέλη. 
Το πρώτο να μην ακούει καθόλου, να μας αγνοεί, να παριστάνει ότι ακούει ενώ στην πραγματικότητα είναι χαμένος στις δικές του σκέψεις. 
Το δεύτερο είναι να ακούει μεν το περιεχόμενο όσων λέμε, αλλά να μην καταλαβαίνει τον τρόπο, τη σημασία, την ένταση που βιώνουμε και που μας προκαλεί αυτό που αφηγούμαστε.

Και τα δύο αυτά συμβαίνουν συχνά στην καθημερινότητά μας. Άλλοτε μας αφήνουν αδιάφορους, άλλοτε μας θυμώνουν, μας απογοητεύουν, μας απομακρύνουν απ’ τους ανθρώπους.
Είναι απορίας άξιο, γιατί είναι τελικά τόσο δύσκολο να χρησιμοποιήσουμε την αίσθηση της ακοής! 
Αν ρωτήσουμε τον καθένα από μας αν ακούει, όλοι με ευκολία και απόλυτη βεβαιότητα θ’ απαντήσουμε, ναι! Φυσικά ακούω!
Αλλά πόσο στ’ αλήθεια ακούμε τα όσα συμβαίνουν και λέγονται γύρω μας;
Στην περίπτωση που κάποιος μας ακούει αλλά δεν μας νιώθει, μπορούμε να πούμε ότι μάλλον δεν μας ακούει και τόσο καλά. Μπορεί να μας ακούει μέσα απ’ τα δικά του φίλτρα, μέσα απ’ τις δικές του σκέψεις και φαντασιώσεις ακόμα και μέσα απ’ τις δικές του εμπειρίες. 
Όσο πιο πολύ «ακούμε» κάποιον μ’ αυτόν τον τρόπο, τόσο απομακρυνόμαστε απ’ αυτό που ο άλλος λέει. Όσο παρεμβαίνουν οι δικές μας σκέψεις, πεποιθήσεις, ερωτήσεις, τόσο χάνουμε τον άλλον που έχουμε κληθεί να ακούσουμε.
Εδώ θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα παράδειγμα «μη ακοής»: 
Έρχεται το παιδί απ’ το σχολείο χαρούμενο και ενθουσιασμένο με διάθεση να πει στο μπαμπά του, πόσο καλός ήταν σήμερα στο ποδόσφαιρο. 
Ακούει ο μπαμπάς ότι έπαιξαν ποδόσφαιρο και ξεκινάει να αφηγείται μια δική του παλιά ιστορία για το ποδόσφαιρο. 
Είμαι σίγουρη ότι η ιστορία του είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά είναι η δική του ιστορία. 
Παράλληλα χάνει την ιστορία του παιδιού του, χάνει την ευκαιρία να ακούσει το παιδί του, να το νιώσει, να έρθουν πιο κοντά, να επικοινωνήσουν και φυσικά να χαρεί με τη χαρά του. Αντίστοιχα το παιδί μπορεί να δυσανασχετεί, να θυμώνει. 
Μπορεί να χαίρεται ακόμα με την ιστορία του μπαμπά του, σίγουρα όμως νιώθει ότι η δική του ιστορία, και ό,τι περιλαμβάνει αυτή η ιστορία, δεν έχει ακουστεί.

Απ' την άλλη, είναι φυσικό, ενώ ακούμε κάποιον να σκεφτόμαστε πάνω σ' αυτό. Η λειτουργία του εγκεφάλου δεν σταματά, αντιθέτως δέχεται και επεξεργάζεται τα νέα ερεθίσματα. 
Η διαφορά είναι να μην παρεμποδίζει όλη αυτή η νοητική διεργασία το άκουσμα του άλλου. Να μην στέκεται εμπόδιο ανάμεσα στον ακροατή και τον ομιλητή.
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο της επικοινωνίας, είναι το ότι κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, η κατανόηση των λεγομένων, περιλαμβάνει και συναισθηματική κατανόηση. Δεν αρκεί η εννοιολογική γνώση των λέξεων της γλώσσας. 
Χρειάζεται να «μπεις στα παπούτσια» του άλλου, να σκεφτείς, για λίγο, να νιώσεις και να «δεις» τα πράγματα όπως εκείνος (αυτό με ψυχολογικό όρο ονομάζεται ενσυναίσθηση, empathy). 
Φέροντας τη θέση μας στη θέση του άλλου δεν σημαίνει απαραίτητα πως συμφωνούμε με αυτά που λέει. Μπορεί να διαφωνούμε, αλλά έχουμε καταφέρει να δούμε τα πράγματα όπως τα βλέπει ο άλλος. 
Αυτό προϋποθέτει σεβασμό και αποδοχή του προσώπου και των λεγομένων του, ασχέτως με το αν συμφωνούμε ή όχι.
Όταν συμβεί αυτό, τότε οι λέξεις αποκτούν ένα ολοκληρωμένο και συγκεκριμένο νόημα που αντιστοιχεί στον άνθρωπο απέναντί μας και τότε όντως ακούς. Ακούς όχι μόνο, για παράδειγμα τη λέξη χαρούμενος που προφέρει, αλλά ακούς και τον ενθουσιασμό, την ανυπομονησία, την ένταση της χαράς του, και μαζί του χαίρεσαι κι εσύ. Πλέον δεν είναι ξερές λέξεις, έχουν νόημα και αντίκρισμα νοητικό, συναισθηματικό, σωματικό.

Τέλος η ακοή, όπως και οι υπόλοιπες αισθήσεις, είναι το μέσο και ο τρόπος να ερχόμαστε σ’ επαφή με τον εξωτερικό κόσμο και την πραγματικότητα. Επομένως όσο πιο «ευαισθητοποιημένες» είναι οι αισθήσεις μας και όσο πιο «καθαρά» ερεθίσματα μας φέρνουν, τόσο καλύτερη αντίληψη του εαυτού μας και του κόσμου θα έχουμε.
ndi-psychology
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Οι Αγαπητικές Σχέσεις και η σημασία τους στην Ανατροφή των Παιδιών.

Το σχετίζεσθαι και η σημασία του στην ανατροφή των παιδιών

Σ' αυτό το άρθρο θα αναφερθούμε στην καλλιέργεια και δημιουγία μιας σχέσης αγαπητικής, μιας σχέσης που εμπεριέχει και εκδηλώνει αγάπη. 

Κυριότερα θα αναφερθούμε στη σημασία που έχει μια τέτοια σχέση στην ανάπτυξη των παιδιών. 
Μια τέτοια σχέση διακατέχεται από σεβασμό, ελευθερία, νοιάξιμο, φροντίδα και άλλες ποιότητες που θα αναλυθούν στη συνέχεια.
Όλη η ανάπτυξη των παιδιών μα και των ανθρώπων γενικότερα προϋποθέτει κάποιες βασικές συνθήκες, υπάρχουν συνθήκες που αναστέλλουν την ανάπτυξη, όπως για παράδειγμα ένα πολύ αυστηρό και αποστειρωμένο περιβάλλον όπου επικρατεί ο φόβος και άλλες που την ωθούν όπως ένα περιβάλλον δημοκρατικό που εμπνέει και ενισχύει. 
Θα λέγαμε ότι βασική προϋπόθεση στην ανάπτυξη είναι η σχέση που αναπτύσσει και δημιουργεί ο γονέας ή ο εκπαιδευτικός με το παιδί.
Η πλέον βοηθητική σχέση, είναι μια σχέση κατανόησης και συν- πάθειας. 
Διακρίνεται από κάποια χαρακτηριστικά: την άνευ όρων θετική αποδοχή του παιδιού, των αναγκών, των επιθυμιών και των ικανοτήτων του. 
Την ενσυναίσθηση, δηλαδή την ικανότητα να συναισθάνεται ο γονέας ή ο εκπαιδευτικός το παιδί, την ανησυχία του, τη χαρά, τη λύπη, το φόβο, τη δυσκολία του, και τέλος την γνησιότητα, δηλαδή να είναι ο γονέας ή ο εκπαιδευτικός, αυτό που όντως είναι, χωρίς να προσποιείται κάτι άλλο. 
Καθώς, αν εκείνος πρώτος έχει αποδεχθεί και αγαπήσει τον εαυτό του, διευκολύνει και το παιδί να γίνει και να αποδεχθεί το δικό του εαυτό.
Επιπλέον η απουσία "εξουσίας" και "ελέγχου" απέναντι στο παιδί, σύμφωνα και με έρευνες, δεν αποδιοργανώνει τις ομάδες των παιδιών. 
Αντιθέτως τα κινητοποιεί, τα ωθεί στο να αναπτύσσουν συνεργασία και ενδιαφέρον το ένα για το άλλο, χωρίς να μειώνεται η παραγωγικότητά τους. Όταν δεν υπάρχει εξουσία και έλεγχος υπάρχει εμπιστοσύνη, υπάρχει ανατροφοδότηση, αναπτύσσεται το ειλικρινές ενδιαφέρον και όσα προαναφέραμε παραπάνω.

Όταν υπάρχει αυτού του είδους η σχέση, με τα παραπάνω χαρακτηριστικά που επιφέρουν και την απουσία εξουσίας, οι γονείς ή οι εκπαιδευτικοί μπορούν να διακρίνουν και να ενισχύσουν τις επιθυμίες του παιδιού, μπορούν να κατανοήσουν και να συναισθανθούν τις δυσκολίες του και έτσι είναι έτοιμοι και ικανοί να το διευκολύνουν. 
Έχουν τη δυνατότητα μέσα από μια ισότιμη σχέση να διερευνήσουν τους καταλληλότερους τρόπους για την ανάπτυξη του παιδιού. 
Και τί εννοούμε ανάπτυξη αν όχι την κατανόηση των επιθυμιών και τον στόχων του, την δοκιμή των πιθανών τρόπων για εκπλήρωσή τους και τη διευκόλυνση σε πιθανές δυσκολίες.

Σ’ ένα περιβάλλον και με σχέσεις που χαρακτηρίζονται από αποδοχή, γνησιότητα και ενσυναίσθηση, το παιδί μαθαίνει να αντιλαμβάνεται καλύτερα τον εαυτό του, τις σκέψεις, τα συναισθήματα του, να έχει τη δυνατότητα να εκφράζεται γι’ αυτά, να είναι υπεύθυνο για τις επιλογές του, να επεξεργάζεται τη ματαίωση που πολλές φορές μπορεί να υπάρξει, να είναι ανοιχτό στους άλλους ανθρώπους και σε ότι η ζωή φέρνει. 
Μαθαίνει να αγαπιέται και να αγαπάει.
Κλείνοντας θέλω να επισημάνω πως όλα τα παραπάνω είναι “αρετές” που μπορούν να καλλιεργηθούν και να αναπτυχθούν. Πως σα γονείς ή εκπαιδευτικοί δεν χρειάζεται να γίνουμε τέλειοι, όπως ο καθένας εννοεί αυτή τη τελειότητα, δε χρειάζεται να απαιτούμε από τους εαυτούς μας να μη κάνει λάθη, δε χρειάζεται να φοβόμαστε μήπως κάνουμε λάθη. 
Λάθη σίγουρα κάνουμε και θα κάνουμε και όσο πιο γρήγορα το αποδεχτούμε τόσο καλύτερα. Σημασία έχει να είμαστε σε θέση να παρατηρούμε, να αναγνωρίζουμε και να μαθαίνουμε από τα λάθη μας γιατί μόνο τότε βελτιωνόμαστε.

Ας είμαστε λοιπόν όσο μπορούμε πιο κοντά στον εαυτό μας, ας του δείξουμε συν-πάθεια, κατανόηση και αποδοχή καθώς τότε θα μπορέσουμε να είμαστε και πιο κοντά στα παιδιά μας και να τα διευκολύνουμε να γίνουν αυτό που είναι να γίνουν.

Ελένη Παναγιωτακοπούλου - Ψυχολόγος
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Μια φορά μια γειτονιά

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσα σε μια γειτονιά.
Μια γειτονιά από αυτές που μύριζαν πεύκο και βρεγμένο χώμα και είχαν γιασεμιά στις γλάστρες να ανακατεύουν την ευωδιά τους με τα φρεσκοψημένα σουτζουκάκια και το ζυμωτό ψωμί.
Αλλά το σημαντικό σε αυτή τη γειτονιά δεν ήταν αυτό. Το σημαντικό στη γειτονιά μου ήταν ότι μύριζε ανθρωπιά και απλωμένα χέρια. Όπου κι αν γυρνούσες το βλέμμα σου, όπου κι αν έστρεφες την ανάγκη σου έβλεπες ανθρώπους από αυτούς που σε βάζουν στο σπίτι τους και σου απλώνουν το χέρι.
Η πρώτη μου ανάμνηση είναι ο στάβλος του κυρ Βασίλη που έστεκε ακόμα ανυποψίαστος απέναντι από την πολυκατοικία μας. Θυμάμαι ακόμα που κατεβαίναμε μαζί με τη μάνα μου να πάρουμε το φρέσκο αυγουλάκι και το γάλα από εκείνη την τσίγκινη κανάτα του γαλατά. Την ίδια ώρα η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού από τον φούρνο του Τζίκα πλημμύριζε τη γειτονιά τόσο, που κάθε φορά που πήγαινα να πάρω ψωμί γυρνούσα πίσω με το καρβέλι μισοφαγωμένο. Κολλητά με την πολυκατοικία μας έστεκε ένα υφαντουργείο. Και παραδίπλα ένα άλλο, να παράγει υφάσματα και να δίνει δουλειά στη μισή γειτονιά.
Το κλειδί πάντα πάνω στην πόρτα – όχι από την μέσα πλευρά, από την έξω – για να μπορεί να μπαίνει η γειτόνισσα χωρίς να χτυπάει. Οι πόρτες ξεκλείδωτες για να χωράει ο άνθρωπος. Κι εμείς παιδιά να αλωνίζουμε στις αλάνες την ώρα που οι μανάδες μας είχαν χρόνο για καφεδάκι και συμπαράσταση.
Μια φορά μια γειτονιά
Θυμάμαι ακόμα που αλλάξαμε σπίτι – όχι γειτονιά – και αντί να χάσουμε τους ανθρώπους βρήκαμε κι άλλους να μας ανοίξουν τις ζωές και τις καρδιές τους. Η κυρία Βούλα, η Αλίκη, η φίλη μου η Κλειώ και τόσοι άλλοι που θα χρειαζόμουν ολόκληρο βιβλίο να γράψω τις ιστορίες μας. Τώρα ζούσαμε απέναντι από το Ανάχωμα. Αυτό το ανάχωμα που αν είχε μιλιά να μιλήσει θα σου έλεγε για ολόκληρες στρατιές από πιτσιρίκια που μεγάλωσαν μέσα του, στην κυριολεξία μέσα του. Τότε που δεν υπήρχε ο κίνδυνος κι αν ακόμα υπήρχε εμείς δεν τον ξέραμε και δεν του επιτρέπαμε να μας στερήσει την παιδική μας ηλικία. Το ανάχωμα που κάθε απόγευμα έδινε ραντεβού με τη ζωή και ασφυκτιούσε από παιδικές φωνές και εφηβικούς έρωτες.
Θυμάμαι την μονοκατοικία που στέκονταν κολλητά στο σπίτι μας και φήμες έλεγαν ότι ήταν στοιχειωμένη. Και δώστου να ψάχνουμε εμείς για αποδείξεις και να σκάβουμε για να βρούμε θαμμένα κόκαλα και ανατριχιαστικά πειστήρια. Στο ορκίζομαι ότι είχαμε βρει καμιά κατοσταριά. Λίγο παραπέρα το πάρκο σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του αναχώματος. Ένα πάρκο γεμάτο ολημερίς και ολονυχτίς με παιδιά (αλήθεια πότε διαβάζαμε;;;) και άμμο! Πολλή άμμο, τόση που έμπαινε μέχρι και στα βρακιά μας!
Παιχνίδι οργανωμένο από εμάς και όχι από τους γονείς μας και διαφωνίες που τις λύναμε μόνοι μας και καβγάδες από αυτούς που μέχρι να πεις «κύμινο» είχαν ξεχαστεί. Μήλα, τζαμί, κρυφτό, κουτσό, γκαζάκια, μπαζάρ που διοργανώναμε για να ανταλλάσσουμε παιχνίδια (είχα καβατζώσει ολόκληρη τη σειρά του Άρτσι με αυτά τα μπαζάρ) και απίστευτη, χωρίς όρια φαντασία! Και τι πείραζε που ο δρόμος δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος και παίζαμε μέσα στις λάσπες; Ξέρεις πόσα λασποπαιχνίδια μπορεί να σκαρφιστεί ένα παιδί; Άντε παίξε με την άσφαλτο!
Θυμάμαι ακόμα τις πρώτες νεόδμητες πολυκατοικίες της γειτονιάς. Στην αρχή είχε πλάκα γιατί με τα σπασμένα τούβλα και τα ξύλα φτιάχναμε τις δικές μας καστροπολιτείες. Γρήγορα όμως η πλάκα έδωσε τη θέση της στη συνειδητοποίηση. Ο νεοπλουτισμός είχε ήδη αρχίσει να χτυπάει την πόρτα της γειτονιάς μας κουβαλώντας μαζί του τον «νεοπτωχισμό» της ψυχής και της ζωής μας. Γίναμε όλοι «κάποιοι» κι όλοι μαζί κανένας.
Μια φορά μια γειτονιά
Η γειτονιά μου άλλαξε. Έγινε in! Εμείς μετακομίσαμε και πάλι στην ίδια γειτονιά, αλλά σε δικό μας σπίτι. Τους χάσαμε τους ανθρώπους και δεν βρήκαμε καινούριους αυτή τη φορά. Κλειστήκαμε στα σπίτια μας και πήραμε το κλειδί από τη μέσα μεριά, να μην χωράει ο άνθρωπος. Οι αγκαλιές έγιναν μικρές και οι κίνδυνοι πολλοί. Οι μυρωδιές κρύφτηκαν κι αυτές πίσω από τις σφραγισμένες ακριβές αλουμινένιες μπαλκονόπορτες. Υπάρχουν μωρέ αναμνήσεις χωρίς μυρωδιές;
Ότι αγαπώ σ’ αυτή την πόλη βρίσκεται εκεί, στη γειτονιά μου στην Τούμπα. Σε μια Τούμπα που παιδούλα σχεδόν, τα ζούσε όλα με την αθωότητα και την παιδική αφέλεια ενός μικρού κοριτσιού με ξέπλεκες κοτσίδες και σημαδεμένα από το παιχνίδι γόνατα.
Σήμερα η Τούμπα γέρασε. Κάθε φορά που επισκέπτομαι την γειτονιά μου με πιάνει ένα σφίξιμο στην καρδιά γιατί πίσω από το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο βλέπω την ομορφιά των νιάτων της και – ίσως να είναι ιδέα μου – μια σπιρτάδα στο βλέμμα. Λες να είναι που η ψυχή της ακόμα λαχταράει τις παιδικές φωνές;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην πόλη μιας άλλης Θεσσαλονίκης.
Αλήθεια.
Και κάπως έτσι έκανα μια βόλτα στην πρώτη γειτονιά που μου ήρθε στο μυαλό όταν διάβασα για την όμορφη γειτονιά της Πέτρας, η οποία μας προσκάλεσε στο δρώμενο «Μια φορά μια γειτονιά». Τι υπέροχη ιδέα!
Εσένα ποια είναι η πρώτη γειτονιά που σου έρχεται στο μυαλό;

https://www.e-mama.gr/mia-fora-mia-geitonia-stin-toumpa/
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι