Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Αγάπη άνευ όρων… - «ΑΞΙΖΩ ΤΕΛΙΚΑ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΙ!»

Γράφει η Ευτεχνία

-Ήρθε η ώρα και είναι τώρα! Ο γιος Τάκης-Λιονταράκης φώναξε δυνατά και έτρεξε προς τον πατέρα του. Καθόταν στην πολυθρόνα του σαλονιού. Διάβαζε την εφημερίδα βυθισμένος στις ειδήσεις και τις σκέψεις του.

-Έλα, μπαμπά. Σε χρειάζομαι, είπε με βιασύνη.
-Γιε μου, σε λίγο.


Πάντα έτσι ήταν ο μπαμπάς του. Όλο έτσι ήταν. Το σε λίγο γινόταν επ’ αόριστον αναμονή. Είχε και τις γλυκές στιγμές του, αλλά κυρίως όταν τα θηράματα ήταν νόστιμα. Αγάπη με προϋποθέσεις. Έτσι είναι οι πατεράδες με τους γιους. Έπαινος με το σταγονόμετρο. Σύγκρουση με το τσουβάλι. Παρ’ όλα αυτά ένιωθε πως κατά βάθος τον αγαπούσε. Άλλωστε γιος του ήταν. Μια ευαισθησία θα την είχε αυτήν την φορά. Τα πράγματα ήταν σοβαρά.

Ήρθε η ώρα. Το μυστικό αργούσε να βγει. Διστακτικά, αλλά αποφασιστικά είπε:

-Τα παιδιά στο σχολείο της ζούγκλας με κοροϊδεύουν… είπε χαμηλόφωνα.
-Εντάξει, και σε μένα συνέβαινε. Δεν πειράζει. Καλό είναι τελικά. Είσαι και λίγο μαλακός σαν το βούτυρο. Μήπως σου χρειάζεται και λίγο;
-Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα! Φώναξε μονομιάς
– Μειώνουν τον ανδρισμό μου και την γενναιοψυχία μου, επειδή έχω τρία πόδια. Ψυχολογικά αρχίζω να επηρεάζομαι. Μήπως έχουν δίκιο;

Τότε ο πατέρας Λέων λύγισε και προβληματισμένος σκέφτηκε την δική του ιστορία.

Ήταν μικρός και οι συμμαθητές του τον είχαν απομονώσει από όλη την παρέα γιατί εκείνοι ήθελαν να έχουν το ρόλο του ηγέτη στη ζούγκλα. Μα άνδρωσε το ανάστημά του, απομακρύνθηκε από την παρέα και προχώρησε. 
Μα ήταν άλλες εποχές. Εξάλλου ήταν αρτιμελής. Τα λόγια τους δεν είχαν κάποιον συγκεκριμένο στόχο. Μετά την φωνή της μνήμης του επανήλθε και ρώτησε.

-Ναι, γιε μου. Κάτι θα κάνουμε. Οπωσδήποτε!


Η βία δεν είναι εξυπνάδα. Είναι ανανδρία. Αυτή η απάντηση άφησε τον γιο Λιονταράκη χωρίς φωνή, μα γεμάτο συγκίνηση. Ήταν ο πατέρας που ήθελε… Παρών. Τελικά η κακοποίησή του ήταν αφορμή να βγει μια από τις καλές κρυφές πλευρές του πατέρα του.

-Εμπρός! Πάμε!
Σε λίγα λεπτά κάθονταν σε ένα πελώριο λευκό καναπέ της κυρίας κουκουβάγιας. Οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες. Εξάλλου το όνομα που της χάρισαν πατέρας και γιος τα έλεγε όλα. Προοπτική για τη νέα αρχή. Ακολούθησε η συνάντηση με τον διευθυντή του σχολείου και η επόμενη μέρα ήρθε.
Μια νέα μέρα. Όλα ίδια, μα τόσο διαφορετικά. Αναγέννηση. Άλλη ψυχή και άλλο σώμα. Τώρα ήξεραν. Τώρα ήξερε πως δεν ήταν μόνος. Είχε δύναμη και γνώση. Είχε βρει την αλήθεια του και τον πατέρα του με παρουσία αισθητή. 
Ας μην ξεχάσουμε τις ευαισθησίες του βασιλιά που ως τώρα ήταν καταχωνιασμένες στο κρυφό ντουλάπι της καρδιάς του. Ήρθε η ώρα της απάντησης. 
Ο γιος Λιονταράκης έγραψε στον τοίχο του σχολείου του ένα μήνυμα. «ΑΞΙΖΩ ΤΕΛΙΚΑ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΙ!»

Philip Pullman: “Τα παιδιά χρειάζονται τέχνη και ιστορίες και ποιήματα και μουσική,

όσο χρειάζονται αγάπη και φαγητό και καθαρό αέρα και παιχνίδι”


Ο Φίλιπ Πούλμαν (Philip Pullman) είναι ένας Βρετανός συγγραφέας που έχει τιμηθεί με πολυάριθμα βραβεία. Το παρακάτω κείμενο το έγραψε για τη δέκατη επέτειο του Astrid Lindgren Memorial Award το 2012.

«Τα παιδιά χρειάζονται τέχνη και ιστορίες και ποιήματα και μουσική όσο χρειάζονται αγάπη και φαγητό και καθαρό αέρα και παιχνίδι. Αν δεν δώσεις σε ένα παιδί τροφή, η ζημιά γίνεται γρήγορα ορατή. Αν δεν αφήσεις ένα παιδί να έχει καθαρό αέρα και παιχνίδι, η ζημιά είναι επίσης ορατή, αλλά όχι τόσο γρήγορα. Αν δεν δώσεις σε ένα παιδί αγάπη, η ζημιά μπορεί να μην είναι φανερή για μερικά χρόνια, αλλά είναι μόνιμη.

Αλλά αν δεν δώσεις σε ένα παιδί τέχνη και ιστορίες και ποιήματα και μουσική, η ζημιά δεν είναι τόσο εύκολα ορατή. Είναι εκεί όμως. Τα σώματα τους είναι αρκετά υγιή. Μπορούν να τρέξουν και να πηδήξουν και να κολυμπήσουν και να φάνε λαίμαργα και να κάνουν πολύ θόρυβο, όπως έκαναν πάντα τα παιδιά, αλλά κάτι λείπει.
Είναι αλήθεια ότι μερικοί άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς να συναντήσουν ποτέ κάποιου είδους τέχνη, και είναι απόλυτα ευχαριστημένοι και ζουν καλές και πολύτιμες ζωές, και στων οποίων τα σπίτια δεν υπάρχουν βιβλία, και δεν ενδιαφέρονται πολύ για τις εικόνες, και δεν βρίσκουν κάποιο νόημα στη μουσική. Λοιπόν, αυτό είναι εντάξει. Ξέρω τέτοιους ανθρώπους. Είναι καλοί γείτονες και χρήσιμοι πολίτες.
Όμως άλλοι άνθρωποι, σε κάποιο στάδιο της παιδικής ή νεανικής τους ηλικίας, ή ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία, έρχονται αντιμέτωποι με κάτι από ένα είδος που δεν ονειρεύτηκαν ποτέ. Είναι τόσο ξένο σε αυτούς όσο η σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Αλλά μία μέρα ακούν μία φωνή στο ραδιόφωνο να διαβάζει ένα ποίημα, ή περνούν από ένα σπίτι με ένα ανοιχτό παράθυρο όπου κάποιος παίζει πιάνο, ή βλέπουν μία αφίσα από έναν συγκεκριμένο πίνακα σε κάποιου τον τοίχο, και τους αγγίζει τόσο πολύ που αισθάνονται ζαλάδα. Τίποτα δεν τους προετοίμασε γι’αυτό.
Ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι είναι γεμάτοι με μία λαχτάρα, παρόλο που δεν είχαν καμία ιδέα πριν ένα λεπτό. Μία λαχτάρα για κάτι τόσο γλυκό και τόσο απολαυστικό που σχεδόν τους πληγώνει. Κλαίνε σχεδόν, αισθάνονται λύπη και χαρά και μόνοι και ευπρόσδεκτοι από αυτήν την εντελώς νέα και παράξενη εμπειρία, και θέλουν απεγνωσμένα να πλησιάσουν το ραδιόφωνο, παραμένουν έξω από το παράθυρο, δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από την αφίσα. Το ήθελαν αυτό, το χρειαζόντουσαν όπως ένας πεινασμένος χρειάζεται τροφή, και δεν το ήξεραν. Δεν είχαν ιδέα.»