Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Ανοιχτό γράμμα από γονιό σε γονιό

Διαβάστε ένα ανοικτό γράμμα προς τους γονείς, το οποίο είναι μια σύνθεση συναισθημάτων που καταγράφηκε πολύ όμορφα από έναν γονιό.

Αγαπημένε γονιέ, πατέρα και μητέρα,
Ενώ δεν σε ξέρω, αισθάνομαι ότι σε γνωρίζω. Και συ το ίδιο θα αισθανθείς, όταν ακούσεις το κείμενό μου. Είμαστε γνώριμοι, γιατί βιώνουμε κοινές ζωές. Και εύχομαι να ζήσεις αυτό που τώρα εγώ ζω.

Ξέρεις, είμαι γονιός, όπως εσύ. Ξέρεις, «γέννησα» και εγώ ένα παιδί. Και ξεκινήσαμε το ταξίδι της ζωής με αγάπη, προσδοκίες και όνειρα. Και στο ταξίδι αυτό μπέρδεψα πολλά: την αγάπη με τον εγκλωβισμό του παιδιού μου στα δικά μου θέλω και στις δικές μου προσδοκίες, την αγάπη με τον εγωισμό του γονιού που τα ξέρει όλα και όλα τα πράττει ορθά, την αγάπη με την επίμονη και εκκωφαντική φωνή-κραυγή της αυστηρότητας, την αγάπη με την παροχή υλικών απολαύσεων, για να γεμίζουν την απουσία μου. 
Μπέρδεψα, ακόμη, την ατομική μου ζωή με το παιδί μου, τα συναισθηματικά μου κενά, τα συζυγικά μου προβλήματα. Τα δικά μου θέματα γίνονταν προβλήματα και κενά του παιδιού μου. Του έδινα βάρος που δεν το άντεχε. Φορτίο δυσβάσταχτο, πληγή και θυμό.

Και σταμάτησε εκεί, γύρω στα 14 χρόνια του, να με κοιτά με καθαρό βλέμμα. Ως γονιό. Έπαψα να εισπράττω αγάπη, σεβασμό και να έχω αληθινή σχέση. Απόμακρο βλέμμα, άγριο, άρνηση για τα πάντα ακόμα και βιαιότητα στην κάθε επαφή. 
Αλλαγή παρέας, άγνωστοι νέοι φίλοι. Βασανιστική, αργή και σταθερή εγκατάλειψη στόχων και σχολείου. Απαξίωση των πάντων. Μηδενισμός.

Και εγώ, σαστισμένος, ανήμπορος και απογοητευμένος. Έχασα όχι μόνο την επαφή αλλά και τον έλεγχο. Ακροβατούσα ως γονιός. Αντίκριζα τα συμπτώματα της χρήσης. Και από τη μια, αρνιόμουν να τα αποδεχτώ. 
Μπέρδευα την εφηβεία με τη χρήση ή ήθελα να την μπερδεύω. Και έπεφτα όλο και πιο βαθιά σε αδιέξοδα. Από την άλλη, πίστευα ότι μπορώ, ότι θα λύσω μόνος μου το πρόβλημα. Περιορισμός στο σπίτι, απαγορεύσεις, λεκτική βία, συγκρούσεις… Και το πρόβλημα όχι μόνο παρέμενε και απειλούσε τη ζωή του παιδιού μου αλλά και όλης της οικογένειας μου.

Αγαπημένε πατέρα, αγαπημένη μητέρα,
Σπασμωδικές, αποτυχημένες και αναποτελεσματικές ενέργειες. Ο φόβος και η αγωνία του αδιεξόδου. Αλλά και η αγάπη για το παιδί μου, η λαχτάρα μου να σώσω τη ζωή που εγώ γέννησα. Τη ζωή για την οποία φέρω ιερή ευθύνη. 
Επέμεινα, ρώτησα, αναζήτησα. Και βρήκα στήριγμα και αγκαλιά στο πρόγραμμα της ΣΤΡΟΦΗΣ. Μαζί με άλλους γονείς που βιώνουν το ίδιο πρόβλημα: τα ναρκωτικά που απειλούν τη ζωή του παιδιού τους. Εδώ, στο πρόγραμμα της ΣΤΡΟΦΗΣ, ανέκτησα τη δύναμή μου ως γονιός. Βρήκα το σθένος να κοιτάξω το παιδί μου στα μάτια με καθαρότητα και να του δηλώσω –με σκληρή αγάπη- ότι η χρήση ουσιών δεν έχει θέση στη ζωή του και τη ζωή μας. Αντιμετώπισα την αντίδρασή του, που ήταν η βίαιη αντίδραση της ουσίας και όχι του ίδιου, με επιμονή και πίστη. 
Πίστη στο Πρόγραμμα και τους ανθρώπους του. Είχα κοινή πορεία και μοίρασμα βιωμάτων με τους συνοδοιπόρους γονείς, γνήσια σχέση. Πήρα πολλά από τη σοφία και τις εμπειρίες των παλαιών γονιών που κέρδισαν ήδη τη ζωή των παιδιών τους. Συμμετείχα σε όλες τις δράσεις του Συλλόγου Οικογένειας του ΚΕΘΕΑ Στροφή.

Αγαπημένε μου πατέρα, Αγαπημένη μου μητέρα,
Τώρα το παιδί μου, καθαρό στο σώμα και στην ψυχή, πορεύεται μαζί με τα άλλα παιδιά στο δρόμο της ζωής. Από το Κέντρο Συμβουλευτικής Εφήβων, στην Θεραπευτική Κοινότητα, και από εκεί στην Επανένταξη, στην αληθινή ζωή…

Αυτή την πορεία την στηρίζω με όλες μου τις δυνάμεις. Και αισθάνομαι πάλι να ζω, να αλλάζω ως άνθρωπος και ως γονιός, να βαδίζω σταθερά, να λαμβάνω και να δίνω, να πορεύομαι και να συν-πορεύομαι, να αισθάνομαι και να συν-αισθάνομαι, να πονώ και να συν-πονώ, να με συγκλονίζει η ομορφιά της αλλαγής, της δική μου, του παιδιού μου, της οικογένειάς μου.

Αγαπημένε μου πατέρα, Αγαπημένη μου μητέρα,
Για μένα η ΣΤΡΟΦΗ δεν είναι απλά ένα Πρόγραμμα. Είναι αναγέννηση.

Για όλους εμάς που αγαπάμε το πιο ιερό δώρο, την ίδια τη ζωή… Και τα παιδιά μας που τη συμβολίζουν…

Για αυτό μη διστάσεις να μιλήσεις, να έλθεις κοντά μας.

Υπάρχει ελπίδα και μπορείς να τα καταφέρεις αλλά όχι μόνος.

Σύλλογος Οικογένειας ΚΕΘΕΑ ΣΤΡΟΦΗ

Γ. Βερίτης: Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ
Σ’ ευχαριστώ που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθης.
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατελείωτα
μέσα μου, αφέντης και μονάρχης.

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι.

Μαζί κι οι δυό μας θα γιορτάσουμε,
ω, πόσο τόχες πεθυμήσει.
«Επιθυμία επεθύμησα»,
μας είπες πριν το δείπνο αρχίσει.

Επιθυμία επεθύμησα!
-πως μας φλογίζ’ η επιθυμιά σου!
πως λαχταρήσαμε να γείρωμε
απόψε πάνω στην καρδιά σου!

Δέξου μας σαν τον άγιο Γιάννη σου,
πάνω στο στήθος σου σκυμμένους.
Δε θα σου πούμε ποια άγρια κύματα
μας φέραν δω μισοπνιγμένους.

Τα ξέρεις όλα! Κι αν πονούσαμε,
πιότερο συ για μας πονούσες
και, σιωπηλός, - τα χρόνια ως διάβαιναν,-
στο δείπνο σου μας καρτερούσες.

Μαζί σου τώρα θα γιορτάσουμε,
και το τραπέζι ‘ναι στρωμένο.
Μα πως σε βλέπω, ω τρισελεύτερε,
τη δουλική ποδιά ζωσμένο;

-«Σταθήτε, φίλοι! Ο νους σας άγρυπνος
κι ολάνοιχτ’ η ψυχή σαν κρίνο,
για να δεχτή, δροσιά απριλιάτικη,
την ύστερη εντολή που αφήνω.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος.
Μαζί μου ως τ’ άστρα θ’ ανεβήτε,
μ’ αφού στα πόδια τ’ άλλου σκύψετε
και δουλική ποδιά ζωσθήτε.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος,
μα ταπεινώθηκα ως τα Βάθη.
Όποιος το Θρόνο μου λαχτάρησε,
το δρόμο τούτο πρώτα ας μάθη!

Μα ελάτε τώρα να γιορτάσουμε.
Χρείαν ουκ έχει ο λελουσμένος.
Μαζί σας, η χαρά μου απέραντη,
κι ας είμαι κιόλα προδομένος»

Κύριε, τα λόγια σου αντηχήσανε
ως τα κατάβαθα του νου μας.
Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας
μεσ’ στην καρδιά του καθενού μας.

Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας,
και, πιο καλά από μας, το ξέρεις
Πόσο οι ψυχές μας νοσταλγήσανε
σ’ αυτό τ’ ανώγειο να μας φέρης.

Μαζί το Πάσχα θα γιορτάσουμε
και τον καινούργιο Αμνό θα φάμε,
Μαζί σου, ακόμα και στον θάνατο
- και στην ανάσταση - θα πάμε.

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!

Ο λειτουργός προβαίνει επίσημα
τ’ Άγια κρατώντας υψωμένα,
μα Εσύ μας κράζεις με τα χείλη του:
«πιστοί μου, ελάτε προς Εμένα».

Σεμνά κι αθόρυβα προσέρχονται
θερμός στα μάτια ο πόθος λάμπει
κι ανοίγουν οι καρδιές εφτάδιπλες,
ο Βασιλιάς των όλων νάμπη.

Ανοίγουν οι καρδιές ευφρόσυνα
καθώς στον ήλιο τα λουλούδια,
κι ανάερα φτερουγάνε γύρω μας,
αύρες των όρθρων, τ’ αγγελούδια.

Αύρες των όρθρων μας θωπεύουνε
μεσ’ στη σεμνή φωτοχυσία•
την εκκλησία μας όλη γέμισε
χίλιων ψυχών η παρουσία.

Άκτιστε Λόγε και Σύναρχε,
πόσους εκάλεσες σιμά σου!
Γύρω ένα πλήθος αναρίθμητο
σιμώνει προς την Τράπεζά σου.

Τούτη την ώρα που κυκλώνουμε
τ’ αφθαρτοπάροχο ποτήρι,
πνεύματα μύρια ολούθε κίνησαν
για να βρεθούν στο πανηγύρι.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
- στη νύχτα χάθηκε ο προδότης -
με την Παρθένα Μάνα που έσφιξε
στην αγκαλιά της τον Αμνό της.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
και με την πρώτη Εκκλησία.
Κοινή κι η πίστη κι η λαχτάρα μας
μπρος στην υπέρτατη Θυσία.

Να, με τους πρώτους, οι Εβδομήκοντα,
και να κι ο Παύλος πούχει φτάσει
στα τρίδιπλα φτερά του ζήλου του,
πέλαα περνώντας, κάμπους, δάση.

Γεμάτη δύναμη και θέληση
στράφτει η ματιά του, σαν ατσάλι.
Χαίρε, ω ποτήρι μυριολάτρευτο
που τον χαλύβδωσες στη πάλη.

Να των μαρτύρων τ’ αναρίθμητα
που φτερουγάνε πλήθη, γύρω,
κρατώντας, θησαυρό σε αλάβαστρα,
το αίμα τους, ουράνιο μύρο.

Πως την θυμούνται την αξέχαστη,
των πιο μεγάλων θριάμβων, μέρα!
Στη φυλακή πρωί, μετάλαβαν,
το βράδυ στα θεριά τους φέραν.

Στη φυλακή, πρωί, μετάλαβαν
ελεύθεροι φυλακισμένοι•
το βράδυ μπαίνουν αλαλάζοντας
στον ουρανό που τους προσμένει.

Χαίρε τροφή μαρτυροπλάστρα , Συ,
και χαίρε των ηρώων γεννήτρα!
Τα νύχια των θηρίων εσύντριψεν
η δύναμή σου η καταλύτρα.

Να κι ο Ταρσίζιος μεσ’ στους μάρτυρες,
ο μικρός φίλος κι αδελφός μας.
Γεια σου αδελφούλη, που ξεπέρασες
τους πιο τρανούς εσύ του κόσμου!

Στη δωδεκάχρονη καρδούλα του
σφίγγει ο Ταρσίζιος τ’ άγια Δώρα.
Δε θα τα ρίξει, κι ας ουρλιάζουνε
τριγύρω του σκυλιά αιμοβόρα.

Δε θα τα ρίξη στην ατίμωση,
- Θε μου, η καρδούλα του πως κάνει! -
κι ας τον χτυπούν, κι ας τον πληγώνουνε.
Με τ’ άγια Δώρα θα πεθάνη!

Να κι οι σεπτές χορείες προβαίνουνε
των ομολογητών της πίστης,
κι ο ιεράρχης κι ο σοφός ο δάσκαλος,
ο βάρδος, ο πνευματικός, ο μύστης.

Να κι οι παρθένες αστρομέτωπες
τ’ άφθαρτα φέρνοντας στεφάνια,
και να οι μανάδες των Χρυσοστόμων,
με την σεμνή τους περηφάνεια.

Η Φοίβη, η Πρισκίλλα, η διακόνισσα,
η κατηχήτρα, η τίμια χήρα,
κι η δοξασμένη αυτοκρατόρισσα
που καταφρόναε την πορφύρα.

Θε μου τι πλήθος αναρίθμητο
μαζί μας ήρθε να δειπνήση!
Κι όλους αυτούς το θείο ποτήρι σου
τους έχει θρέψει και ποτίσει!

«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.

«Ιδού βαδίζω…» Γήινο τίποτα
δεν έχει τώρα ο λογισμός μου,
γιατί με κάλεσε συντράπεζο
ο Βασιλιάς όλου του κόσμου.

«Ιδού …» Στο βήμα των πατέρων μου
ρυθμίζω το δικό μου βήμα,
κι Εσύ με δέχεσαι ως τους δέχτηκες,
θύτης Εσύ μαζί και θύμα!

«Στώμεν καλώς!» Τα μάτια ορθάνοιχτα,
την αγρύπνια του πνεύματος μας
ας δείχνουν, τούτη τη φριχτή στιγμή
που σφαγιάζετ’ ο Χριστός μας.

Ευλαβικά σαν τον προφήτη Σου
τον άνθρακα στα χείλη παίρνω,
κι ω καθαρμού φωτιά αδαπάνητη
που μεσ’ στην ύπαρξή μου παίρνω!

Είδες την δίψα μου την άσβηστη,
και να που μούχεις αναβρύσει
αθανασίας καθάρια νάματα
κι αλήθειας κρουσταλλένια βρύση.

Τώρα ξέχνα του βίου τα βάσανα
και της ζωής κάθε φαρμάκι.
Δε χάνομαι άσωτα στα πέλαγα
μάταια ζητώντας κάποια Ιθάκη.

Ο δρόμος φέρνει προς την θέωση,
διάπλατα μπρος μου τον ανοίγεις,
κι ως το στερνό – μου τόπες – βήμα μου,
απ’ το πλευρό μου δε θα φύγης.

Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
μας ξαναφέρν’ η δύναμή σου.
Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
και στις χαρές του παραδείσου.

Αγγέλων λύρες αρμονίζονται
και χερουβίμ δοξολογούνε,
κι αρχάγγελοι έσκυψαν, θαυμάζοντας,
τη μυστική ένωση να δούνε…

Σ’ ευχαριστώ που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθης.
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατελείωτα
μέσα μου, αφέντης και μονάρχης.

Μείνε για πάντα, όπως και σήμερα
μεσ’ στην καρδιά μου σ’ έχω πάρει
με την πλαστουργική σου δύναμη
και την αγνιστική σου χάρη.

Μείνε, το θάρρος μου κι η ελπίδα μου,
φίλος, παράκλητος, Θεός μου!
Με σένα θάμαι παντοδύναμος
και νικητής όλου του κόσμου.

Κι όταν στερνά θα πέφτη απάνω μου,
θα πέφτη ο ίσκιος του θανάτου,
στο φως μιας νέας ζωής, αθάνατης,
θ’ ανοίγη ο νους τα βλέφαρά του!

«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.