Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

Η μητέρα όλων των ανθρώπων

Η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έχει ιδιαίτερη θέση στο εορτολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και συνδέεται άμεσα με τη μοναδικότητα του προσώπου της Παναγίας στο έργο «της εν Χριστώ σωτηρίας» των ανθρώπων, αποτελώντας τη μεγαλύτερη από τις γιορτές που καθιέρωσε η Εκκλησία προς τιμήν της Μητέρας του Χριστού, τις ονομαζόμενες θεομητορικές εορτές.
Χαρακτηρίζεται και ως «Πάσχα του Καλοκαιριού», όμως τα Ευαγγέλια σκέπασαν με τη σιωπή τους τόσο τη ζωή όσο και θάνατο της Παναγίας. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας παραξενεύει, αφού μας υπενθυμίζει ότι η Παναγία, με την ταπεινή, σιωπηλή και αθόρυβη παρουσία Της, έμεινε διακριτικά στο περιθώριο της δημόσιας δράσης του Χριστού. Ό, τι γνωρίζουμε για το γεγονός του θανάτου Της είναι από διάφορες παραδόσεις της αρχέγονης Εκκλησίας που διατηρήθηκαν ζωντανές στη χριστιανική πίστη, από  διηγήσεις σημαντικών εκκλησιαστικών ανδρών, όπως των Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δαμασκηνού κ.ά., καθώς και από σχετικά τροπάρια της εκκλησιαστικής υμνολογίας.

Στην Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία ο εορτασμός της Κοίμησης της Θεοτόκου περιλαμβάνει κατά πρώτο λόγο το θάνατο και την ταφή της Παναγίας και κατά δεύτερο την Ανάσταση και τη μετάστασή Της στους ουρανούς. Ο θάνατός Της υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε να μην μπορεί να ονομάζεται θάνατος, αλλά «κοίμηση», «μετάσταση». Το βιολογικό τέλος της επίγειας ζωής της Παναγίας, δεν είναι χωρισμός αλλά ένωση με τον Ουράνιο Πατέρα μας. Το γεγονός του θανάτου αυτού του προσώπου έγινε γεγονός ζωής, είσοδος εκεί όπου βασιλεύει η ζωή, γι’ αυτό δεν προκαλεί οδύνη, αλλά χαρά, ελπίδα και βεβαιότητα της άφθαρτης ζωής. Τα δάκρυα και ο δυνατός πόνος του θανάτου των ανθρώπων που αγαπάμε, όταν φεύγουνε από κοντά μας, στην περίπτωση του θανάτου της Παναγίας μεταβάλλονται στη μεγάλη χαρά της ζωντανής παρουσίας Της ανάμεσά μας, αφού γνωρίζουμε ότι «εν τη κοιμήσει τον κόσμο ού κατέλιπες, Θεοτόκε».

Όμως η Παναγία δεν εγκατέλειψε τον κόσμο, μετά την θεία μετάστασή Της, αλλά πρεσβεύει πάντοτε για την σωτηρία όλων των ανθρώπων που πιστεύουν και αγωνίζονται να ζήσουν κατά Χριστόν. Πόση αγάπη και συγχώρεση μπορεί να υπάρχει στην καρδιά της!!! Η γυναίκα Εκείνη  χώρεσε μέσα της τον Χριστό, πως είναι δυνατόν να μην χωράει στην αγκαλιά της ολόκληρη η ανθρωπότητα; Η παρρησία που έχει η Παναγία στον Υιό της είναι μοναδική. Μεσιτεύει για τα αναρίθμητα αμαρτήματα μας και αποτελεί σανίδα σωτηρίας για όλους εμάς που βρισκόμαστε σε αυτήν την πνευματική θάλασσα. Μητέρα Θεανθρώπου και ανθρώπων χάρισε μας την παραμυθία σου, κάνε μας να νιώσουμε το μητρικό Σου χάδι και έχε μας υπό την σκέπη Σου …

Πηνελόπη Κων. Σάρρου
Πτυχιούχος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.
Φοιτήτρια Παιδαγωγικού Δημοτικής Εκπαίδευσης Α.Π.Θ.
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Ο τορπιλισμός της «Έλλης»

Τον Αύγουστο του 1940 ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κόντευε να συμπληρώσει ένα χρόνο. Η Ελλάδα, την οποία κυβερνούσε δικτατορικά ο Ιωάννης Μεταξάς, μπορεί να τηρούσε ουδέτερη στάση, αλλά ήταν εμφανές ότι βρισκόταν στο πλευρό της Αγγλίας, που εκείνη την περίοδο δοκιμαζόταν σοβαρά από τις αεροπορικές επιθέσεις της «Λουφτβάφε». Η φασιστική Ιταλία, σύμμαχος της ναζιστικής Γερμανίας, με τον ισχυρό στόλο της διεκδικούσε την πρωτοκαθεδρία στις θάλασσες της Μεσογείου από τη Μεγάλη Βρετανία.
Η διαταγή για τον τορπιλισμό της «Έλλης», ενός ελαφρού καταδρομικού πλοίου («ευδρόμου» με την ορολογία του μεσοπολέμου), δόθηκε από την ιταλό διοικητή των Δωδεκανήσων Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκι, ηγετικό στέλεχος του Φασιστικού Κόμματος της Ιταλίας και πρέπει να ήταν σε γνώση του Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι. Το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο» με διοικητή τον υποπλοίαρχο Τζουζέπε Αϊκάρντι ξεκίνησε από τη ναυτική βάση στο Παρθένι της Λέρου το βράδυ της 14ης Αυγούστου, με αποστολή να πλήξει εχθρικά πλοία στην Τήνο, τη Σύρο και στη συνέχεια να αποκλείσει τη Διώρυγα της Κορίνθου.
Τις πρωινές ώρες της 15ης Αυγούστου το ιταλικό υποβρύχιο βρέθηκε έξω από το λιμάνι της Τήνου «εν καταδύσει», με σκοπό να τορπιλίσει τα επιβατικά πλοία «Έλση» και «Έσπερος», που μετέφεραν προσκυνητές, αλλά οι Ιταλοί τα θεωρούσαν οπλιταγωγά και συνεπώς εχθρικά. Από το περισκόπιο ο Αϊκάρντι είδε να καταφθάνει στο λιμάνι ένα πολεμικό και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, όπως δήλωσε μετά τον πόλεμο. Επρόκειτο για το καταδρομικό «Έλλη», που κατέπλεε στην Τήνο για τις εορταστικές εκδηλώσεις της Μεγαλόχαρης.

Στις 8.25 π.μ., λίγη ώρα πριν από τη λιτάνευση της εικόνας της Παναγίας κι ενώ στην παραλία υπήρχε πολύς κόσμος, το «Ντελφίνο» έπληξε με τρεις τορπίλες το ελληνικό πολεμικό πλοίο. Η μία μόνο τορπίλη βρήκε στόχο, αλλά έπληξε καίρια το ελληνικό πλοίο στο μηχανοστάσιο και τις δεξαμενές πετρελαίου. Μία ώρα αργότερα, το «Έλλη» βυθίστηκε, παρά τις προσπάθειες του πληρώματος να το κρατήσουν στον αφρό. Οι άλλες δύο τορπίλες αστόχησαν και εξερράγησαν στην προκυμαία. Από την επίθεση του «Ντελφίνο» σκοτώθηκαν ένας υπαξιωματικός και οκτώ ναύτες του «Έλλη», ενώ οι τραυματίες ανήλθαν στους 24. Μία γυναίκα, που βρισκόταν στην παραλία, πέθανε από καρδιακή προσβολή μετά την έκρηξη της δεύτερη τορπίλης στην προκυμαία.
Μετά την εκτέλεση της αποστολής του, το «Ντελφίνο» απομακρύνθηκε χωρίς να γίνει γνωστή η ταυτότητά του. Μετά από λίγες ώρες κατέπλευσε στη Σύρο, αλλά αναχώρησε αμέσως άπρακτο, καθώς δεν υπήρχε κανένα πλοίο στο λιμάνι του νησιού. Το «Ντελφίνο» επέστρεψε εσπευσμένως στη Λέρο με διαταγή των ιταλικών αρχών, ακυρώνοντας την αποστολή του στην Κόρινθο. Η επιχείρηση δεν φαίνεται να ήταν σε γνώση των πολιτικών αρχών της Ρώμης (πλην ίσως του Μουσολίνι). Ο υπουργός Εξωτερικών, Γκαλεάτσο Τσιάνο, έγραψε στα απομνημονεύματά του ότι η βύθιση του ελληνικού πλοίου οφείλεται στη θρασύτητα του Ντε Βέκι.
Η έρευνα που διενήργησαν δύτες του Πολεμικού Ναυτικού, έδειξε ότι η τορπίλες ήταν ιταλικές και επομένως η επίθεση έγινε από ιταλικό υποβρύχιο. Η κυβέρνηση Μεταξά τήρησε απόλυτα μυστικό το πόρισμα της έρευνας, για να μην προκαλέσει την Ιταλία και διαταράξει την ουδετερότητα της Ελλάδας. Τελικά, δημοσιοποιήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1940, δύο ημέρες μετά την ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Παρά ταύτα, από την πρώτη στιγμή η ελληνική κοινή γνώμη δεν είχε καμία αμφιβολία για την εθνικότητα του υποβρυχίου.
Το 1950, στο πλαίσιο των πολεμικών επανορθώσεων, η Ιταλία παραχώρησε στην Ελλάδα το ελαφρύ καταδρομικό «Ευγένιος της Σαβοίας» (Eugenio Di Savoia), το οποίο μετονομάστηκε σε «Έλλη» τον Ιούνιο του 1951 και ύψωσε την ελληνική σημαία. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 το ναυάγιο του «Έλλη» ανελκύστηκε τμηματικά και πουλήθηκε για παλιοσίδερα (σκραπ). Το 1985 Έλληνες δύτες ανακάλυψαν στο βυθό της Τήνου τα απομεινάρια της ιταλικής τορπίλης που βύθισε το «Έλλη». Το εύρημα εκτίθεται στο Ναυτικό Μουσείο Πειραιά.

sansimera.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι