Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Υπάρχει ο Άι Βασίλης; Μανούλα, πες μου την αλήθεια.

Ναι καρδούλα μου! Υπάρχει ο Άι-Βασίλης!
Ευλογία φέρνει, όχι παιχνίδια - δεν είναι άγιος του εμπορίου,

αλλά του παραδείσου!... 
O ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ,
Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ!!! 
Ο Άγιός μας γεννήθηκε στην Νεοκαισαρεια του Πόντου το 330 μ.Χ. (όλες οι περιοχές που αναφέρουμε ήταν κάποτε ελληνικές ενώ σήμερα ανήκουν στην επικράτεια της Τουρκίας), σπούδασε στην Αθήνα σε φιλοσοφικές σχολές μαζί με τον φίλο του Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο [σημείωση: ήταν μαθηματικός, γιατρός, δικηγόρος και (όπως θα λέγαμε σήμερα) φιλόλογος - και αργότερα έγινε μοναχός, ιερέας και επίσκοπος («δεσπότης») της Καισαρείας] και πέθανε σε ηλικία 48 ετών τον Δεκέμβριο του 378 μ.Χ.
Κηδεύτηκε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. και κάθε πρωτοχρονιά -όπως γνωρίζουμε- γιορτάζουμε την μνήμη του.

Ο Άι Βασίλης στα 48 χρόνια που έζησε, έκαμε τόσα πολλά για τους ανθρώπους που η ιστορία τον ονόμασε ΜΕΓΑ όσο ακόμα ζούσε.

Ας δούμε όμως τι έκανε ο Άγιος Βασίλης κι έγινε Μέγας.
Πρώτα πρώτα μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του! Από πολύ νέος γύμναζε τον εαυτό του στο πνεύμα και τον έβαζε σε σκληραγωγίες και, όπως λένε, άλλο δρόμο δεν γνώριζε εκτός αυτόν που οδηγούσε στο πανεπιστήμιο και στην εκκλησία. Σε μεγάλες επιδημίες που ταλαιπωρούσαν τον λαό αυτός ήταν παρών και βοηθούσε σωματικά και ψυχικά διδάσκοντας την πίστη του Χριστού [ήταν και γιατρός]. Ο Άι Βασίλης ήταν πολύ αυστηρός με αυτούς που ξέφευγαν από την σωστή πίστη, έλεγε και έγραφε την αλήθεια θαρραλέα και μάλιστα δεν δίστασε να ελέγξει ακόμη και αυτοκράτορες.

Συμπλήρωσε με ευχές την Θεία Λειτουργία που ακούμε αυτές τις ημέρες στην εκκλησία και φέρει το όνομά του («Λειτουργία Αγίου Βασιλείου»). [«Νεκρός»: Οι «ευχές» αυτές είναι μεγάλες και σπουδαίες προσευχές που λέει ο παπάς χαμηλόφωνα μέσα στο Ιερό, ενώ ο ψάλτης ψάλλει - με αυτές τις προσευχές γίνεται η θεία Μετάληψη και τα άλλα σημαντικά πράγματα μέσα στη λειτουργία. Η λειτουργία του Αγίου Βασιλείου γίνεται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανίων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο. Τις άλλες μέρες γίνεται η λειτουργία που έχει γράψει ένας άλλος μεγάλος άγιος των γραμμάτων & της φιλανθρωπίας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος].

Επίσης, ο Άγιος Βασίλης έγραψε πολλά βιβλία για την καθοδήγηση των χριστιανών και ίδρυσε πολλά μοναστήρια, όπου αρκετοί μαθητές του αφιερώθηκαν στον Θεό.

Το πιο σπουδαίο του έργο όμως ήταν η οργάνωση της ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας στην επαρχία του: έφτιαξε κοντά στην Καισάρεια μια ολόκληρη πόλη από φιλανθρωπικά ιδρύματα, γηροκομεία, νοσοκομεία, ξενοδοχεία, ορφανοτροφεία κ.α. Ίδρυσε και καθιέρωσε την διανομή αγαθών, τρόφιμα, ρούχα, χρήματα και κάθε είδους βοήθεια σε φτωχές οικογένειες, άπορους κ.λ.π.

Η πόλη αυτή [μετά το θάνατό του] ονομάστηκε Βασιλειάδα. Φανταστείτε τι ανακούφιση θα ένιωθαν τότε οι φτωχοί, τα ορφανά, οι γέροι, οι ταξιδιώτες, η Καισάρεια είχε γίνει μια μεγάλη οικογένεια με πατέρα τον άγιο Βασίλειο, τον επίσκοπό της.

Τον αγαπούσαν τόσο πολύ που στην κηδεία του σημειώθηκαν λιποθυμίες και θάνατοι, τόσες χιλιάδες κόσμος που συγκεντρώθηκε!

Αυτός ήταν ο Άι Βασίλης από την Καισαρεία που πάντα θα ζει μέσα στις καρδιές μας και θα μας θυμίζει με το έργο του ότι πρέπει να είμαστε όλοι εμείς οι άνθρωποι μικροί και μεγάλοι αγαπημένοι.

[Ενώ ζούσε ο άγιος Βασίλης, ο αδελφός του, ο άγιος Γρηγόριος της Νύσσης, είδε το εξής όραμα: «’Ήταν νύχτα, όταν έγινε μία θεία λάμψη (“έλλαμψη”) από φως, την ώρα που (ο Βασίλειος) προσευχόταν στο σπίτι. Το φως εκείνο ήταν άυλο (άκτιστο) και, με τη δύναμη του Θεού, πλημμύρισε (καταφώτισε) όλο το οίκημα, χωρίς να το ανάβει κάποιο εύφλεκτο υλικό»!!!]

hellasorthodoxy

«Όχι μαμά, τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ…»

Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη… θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δε σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.
 Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα.
Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δε φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι.
Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δε μίλησε. Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό.
 
Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα.
Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε.
Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».
Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη».
Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται».
Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της.
«Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους».
«Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς».
«Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος.
«Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δε θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοια τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.
Αλλά’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια».
Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.
Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».
 
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής.
Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουγε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουρια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη. Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση.
Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι.
Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του.
«Ποιος είναι;», ρώτησε ένας.
«Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος.
«Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος.
«Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος.
«Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία.
Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε:
«Όχι μαμά, τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ…».
 
enallaktikidrasi

Ανδρέας Καρκαβίτσας - ΘΕΙΟΝ ΟΡΑΜΑ
(Το όραμα της Παναγίας)

......................
Αχ, το σπίτι μου! Άρχισα το παράπονο και κοντεύω να δακρύσω σαν άπραγο παιδί. Μα δε φταίω γω. Φταίει αυτή η νύχτα. Φταίει το αποψινό αποσπέρισμα, τ’ αστέρι το λαμπρό που έτρεμε βασιλεύοντας πίσω από τα χιονισμένα βουνά και τάραξε το είναι μου.
Όπως τους Μάγους οδήγησε και μένα πίσω από τα βουνά και τα πέλαγα στη Νάξο, στο Γρίτι μου το πρασινοντυμένο, το ταπεινό μα ολόχαρο σπιτάκι μου. Και όχι ως εδώ. Παραμπρός, παραμπρός ακόμη. Μ' έφερε στα παιδιάτικα χρόνια μου, πριν αφήσω τη στεριά και πριν ταξιδέψω στη θάλασσα.
Καθόμαστε όλοι στο παραγώνι, διπλοπόδι στα μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι με τα ζεστά φορεματάκια μας, που τα έραψε της μάνας μας η φροντίδα και της αδερφής μας, της ομορφούλας τα πιδέξια χέρια. Ο πατέρας μου, θεριακωμένος και νιοφάνταχτος γέροντας, καθότανε στις προσκεφαλάδες ψηλά και ρουφούσε απολαυστικά το τσιμπούκι του.

Όταν μας έβλεπε έτσι συναγμένους, του άρεσε να διηγέται παραμύθια και ιστορίες της ζωής του.
Της θάλασσας οι κίνδυνοι, της στεριάς οι χαρές, ο τρόμος των κουρσάρων, τα ναυτικά κατορθώματα της Επανάστασης διάβαιναν ζωντανά και ολοφώτιστα μπροστά μας. Μα κείνη τη νύχτα δε θέλησε να μιλήσει ούτε για παραμύθια, ούτε για ταξίδια του. Μόλις βάλαμε το λύχνο στο λυχνοστάτη και φάγαμε τη λειψόπιτα, μας άρχισε θρησκευτικές κουβέντες. Ήταν θρήσκος ο αγιοχώματος και τα ιερά βιβλία δεν τ’ άφηνε από κοντά του. Αλήθεια, στα ταξίδια του είχε πρόχειρα τα τροπάρια και τις βλαστήμιες. Μα τώρα που έπαψε τον αγώνα της ζωής, φρόντιζε για τη σωτηρία της ψυχής του.

- Δε μου λες, είπε στον αδερφό μου το μικρότερο, τι όραμα είδε η Παναγία τη νύχτα που γέννησε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό;
Κόκαλο εκείνος. Ρωτάει εμένα, το ίδιο.
 
Α, δεν το ξέρετε ! πρόσθεσε με ήρεμη φωνή. Μα δεν φταίτε σεις, φταίω γω που δεν σας το έμαθ’ ακόμη. Έγινε πέρα στην Ανατολή, στον τόπο τον παράδοξο. Ποιο χρόνο δε σας λέω. Φτάνει να μετρήσετε το φετινό και το βρίσκετε αμέσως. Εκείνη τη νύχτα μια γυναίκα, συντροφιασμένη από τον τέχτονα τον άντρα της, στάθηκε μισοστρατίς σε μια σπηλιά και γέννησε ένα παιδί. Φτωχά ήταν τα ρούχα της, η όψη της πικραμένη· μα είχε κατιτί τόσο λαμπρό στη ματιά, που έλεγες θ’ αναστήσει και την πέτρα. Κάτω από το γαλάζιο φόρεμα και το κόκκινο στηθοπάνι, το κορμί φάνταζε λυγερό, άξιο για να θρονιάσει μια πάναγνη ψυχή. Και κάτω από τον άσπρο της κεφαλοδέτη τα μυγδαλωτά μάτια, τα φρύδια τα σμιχτά, το λεφαντένιο μέτωπο, λαμπρότερο κι από τα χρυσά στολίδια του, φανέρωναν την αισθαντική πηγή που θα σαρκώσει την αγάπη και την Καλοσύνη.

Γέννησε το παιδί, το βύζαξε, το τύλιξε στο σάλι της και τ’ απίθωσε στη φάτνη πάνω στ' άχυρα να κοιμηθεί.
Σε λίγο ο ανασασμός έβγαινε από το στηθάκι του ήσυχος, σαν ανασασμός βαλσαμόδεντρου. Γύρω το σκοτάδι απλωνόταν πίσσα. Κάτω στο χώμα πλαγιασμένα τα ζωντανά, βόδια και πρόβατα και άλογα μαζί, ένιωθαν κάποια φρίκη να χαμοπετά πάνω τους, σύγκρυο να τα περιγλείφει κι έμεναν άγρυπνα. Μα ούτε βέλασμα, ούτε χλιμίντρισμα, ούτε βούγεμα ηχολογούσε. Η φάκνα έτριζε κάποτε. Αλλά και κείνη έμενε ξερομασημένη στο στόμα τους. Απάνω η σπηλιά με τον ουρανό της νεροστάλαχτο, με τα πλευρά της αυλακωμένα από τις νεροσυρμές, πράσινα από τα πολυτρίχια, σκισμένα από τα νύχια του όρνιου, τρύπια από του σφαλαγγιού το κεντρί, κλεισμένα με τον πλοκό της αράχνης, ξεθεμελιωμένα από τον ποντικό, ψήλωνε βουβή κι ατάραχη. Και κάτω από τη χαμηλή εμπατή, το φως αστροστόλιστης νύχτας χυνόταν στις πλαγιές και τα λακκώματα. Οι κουρμάδες εκεί ψήλωναν λαμπάδες, με τα καμαρωτά κλωνιά καρποφορτωμένα. Εκεί τ’ αμπέλια έδειχναν κλαδιά έτοιμα ν’ ανοίξουν μάτια χλωροπράσινα στο πρώτο φύσημα της άνοιξης. Εκεί ασπραργυρανθισμένες οι ελιές λαγάριζαν από τώρα το χυμό που θα καεί θυσία στο νεογέννητο. Εκεί και τα σπίτια της Βηθλεέμ μικρά, τετράγωνα, με το δώμα πάνω και την πόρτα στο πλάγι, έλαμπαν στον ασβέστη, λες και στολίσθηκαν να καλωσορίσουν Εκείνον που θα τους χαρίσει τη δόξα. Βαθιά ο Ιορδάνης στέναζε μέσα στη χαλκοστρωμένη κοίτη του και πρόσμενε με τρόμο το θεϊκό κορμί που θ’ άγιαζε τα νερά του. Δεξιά στη χούνη σαν κατάρατο πνεύμα βρουχιόταν η Νεκρή θάλασσα, λες κι είχε ακόμη μέσα της τα Σόδομα και τα Γόμορα. Αριστερά, απάνω από τους ζυγούς, εκεί που δεν έφτανε το ανθρώπινο μάτι, ήταν όμως ασήκωτος ο λογισμός του Θεού, στη χαρά και στην ακολασία παραδομένα ούρλιαζαν τα Γεροσόλυμα, το άσμα των Προφητών κι η λατρεία λαού μεγάλου.

Ο Ιωσήφ, μόλις είδε κοιμισμένο το παιδί, κατέβηκε στο χωρίο να φροντίσει για τη λεχώνα.
Και κείνη ολομόναχη, αδυνατισμένη, με τη μητρική λαχτάρα στα στήθη, σταύρωσε τα χέρια, ακούμπησε το κορμί σ’ ένα στύλο κι έκλεισε τα ματόφυλλα. Μα στάθηκε αδύνατο να κοιμηθεί. Η τύχη του θεόσταλτου ήρθε να της τυραννήσει την ψυχή. Τι θ’ απογένει στου κόσμου την αντάρα ο τρυφερός της Κρίνος, Εκείνος που της δόθηκε με το χέρι ασπροντυμένου Χερουβείμ; Ποια θα είναι η ζωή και ποιο το τέλος του; Θα περάσει δρόμο πορφυρόστρωτο ή θα βάψει με το αίμα του τ’ αγκάθια και τις στουρναρόπετρες; Ο κόσμος παραλυμένος δεν προσέχει πια στα λόγια των Προφητών. Ο Ισραήλ στενάζει κάτω από το ψέμα των Φαρισαίων και των Ρωμαίων το ζυγό. Δεν κιθαρίζει ο Δαβίδ ούτε η Δεβόρρα δικάζει το λαό κάτω από τους κουρμάδες. Του Ααρών τα τέκνα ληστεύουν. Απιστίας σύγνεφο κάθεται στην Ιερή Κιβωτό και στου Μεγάλου Ναού τα άδυτα. Πίνει το αίμα των Μακκαβαίων η γη, χωρίς ν’ αποδώσει ελευθερία και δικαιοσύνη. Ο Γαυλωνίτης Ιούδας χάθηκε χωρίς ν’ ανορθώσει το Νόμο. Η Γη της Επαγγελίας, χωρισμένη σε βασίλεια και τοπαρχίες, φθείρεται από τον εμφύλιο σπαραγμό, σα να τη βαραίνει ακόμη η απείθεια των προγόνων στην έρημο του Σιν. Κόλαση έγινε ο ποτέ Παράδεισος! Εγωιστής και εκδικητικός και άδοξος ο περιούσιος λαός του Κυρίου! Πώς θα ζήσει σε τέτοιον κόσμο το παιδί της;

Άξαφνα λύχνος ηλιοστάλαχτος κρεμάστηκε μπρος στης μάνας την ψυχή, έτοιμος να δείξει το μέλλον του νιογέννητου, όπως η νεφέλη έδειξε άλλοτε τον άγνωστο δρόμο στη φυλή της.
Και τον είδε τριαντάχρονο λεβεντονιό να μαγνητίζει τις ψυχές του λαού. Ψηλός, λυγερός, με σεβαστή μελαγχολία στο ροδοζύμωτο πρόσωπο, με τα καστανά μαλλιά κυματιστά στους ώμους, με το στόμα γλυκοστάλαχτο και τα γαλανά μάτια, μιλούσε στο λαό και τον έπειθε. Εκήρυττε στις συναγωγές και χίλιοι τον άκουαν ανέβαινε στο βουνό και μύριοι τον ακολουθούσαν. Διαβαίνει ανάλαφρα τη λίμνη της Γενησαρέτ και ρίχνονται λαμνοκοπώντας οι κόσμοι στα βήματά του. Οι Προφήτες που τον προσπερνούσαν, τώρα πισωδρομούν υποταχτικοί του. Ο Νόμος του Μωυσή αναζεί στα λόγια του και συμπληρώνεται. Η έρμη γη αναδροσίζεται· τ’ απελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν τα πλανημένα πρόβατα γυρίζουν πάλι στη μάντρα τους. Η αγάπη τρέχει αδαπάνητη από τα πλατιά στέρνα του και δροσίζει το καμίνι της κακομοιριάς. Οι άπιστοι πιστεύουν και σηκώνονται οι ταπεινοί, τυφλούς φωτίζει, χωλούς οδηγεί. Τα Γεροσόλυμα στρώνουν τους δρόμους με βάγια να τον δεχτούν. Σύγκαιρα όμως καρφώνουν το σταυρό. Ο φθονερός μαθητής τον παραδίνει με φίλημα. Ο δειλός φίλος του αρνιέται πριν λαλήσει ο πετεινός. Μα Εκείνος, ανώτερος από τα τέκνα των ανθρώπων, συγχωρεί την άρνηση και την προδοσία, διαβαίνει πράος μέσα από τις κοροϊδίες και τα φτυσίματα, πίνει το ξίδι και τη χολή, φορεί το αγκαθερό στεφάνι, την περιφρονητική χλαμύδα, κρατεί το καλαμένιο σκήπτρο και ανεβαίνει στο μαρτύριο.

- Γυναίκα, να ο γιος σου, λέει την τελευταία στιγμή.
 
Και αποχαιρετά, μ' ένα βλέμμα μελαγχολικό, τη μάννα που τον γέννησε, τους φίλους που τον πίστεψαν, το λαό που τον τυράννησε, τη Γη που είδε τις πίκρες του και τον Ουρανό που θα δεχόταν το Σώμα του.
Η μάννα ήταν εκεί και τα έβλεπε όλα. Ήθελε να φωνάξει, να τρέξει για να τον σώσει από τα χέρια των κακούργων αλλά δεν μπορούσε να βγάλει φωνή. Το σώμα δεν ακολουθούσε τους πόθους της ψυχής. Μα όταν είδε ένα στρατιώτη αγριοπρόσωπο, έτοιμο να λογχίσει τα πλευρά του,
 
- Μη! ... εφώναξε με όλη της τη δύναμη.

Και με το μη! ξύπνησε. Δεν είδε ολόγυρα της τίποτα από το φριχτό δράμα. Το βρέφος κοιμότανε ακόμη πλάγι της, μέσα στη φάτνη, απάνω στο άχυρο. Μα δε βασίλευε η σιγή και το σκοτάδι, όπως πριν. Αγγελική αρμονία κατέβαινε από ψηλά και λαμπρομέτωπο αστέρι έχυνε θάλασσα το φως του στη σπηλιά.
 
Και μπρος στα πόδια της, οι Μάγοι γονατιστοί με τα δώρα τους, τη σμύρνα και το μόσχο και το λιβάνι, ονόμαζαν το γιο της βασιλέα και Θεό.
Εκείνη την ώρα φάνηκε στην εμπατή χλωμός ο Ιωσήφ.
 
- Να φύγουμε· λέει τρέμοντας στη γυναίκα του. Ο Ηρώδης θέλει το παιδί κι οι ανθρώποι τον ψάχνουν στη χώρα. Γλήγορα να φύγουμε!
 
Εκείνη άρπαξε αμέσως το βρέφος, το έσφιξε στους κόρφους της και πήραν δρόμο για την Αίγυπτο. Η νύχτα τους έκρυψε. Μα τα αίματα των άλλων παιδιών κι ο θρήνος των μανάδων ανέβαιναν από τα σπίτια της Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στον αναμορφωτή του κόσμου.
 
-Πόσα αίματα θα χυθούν ακόμη! ψιθύρισε προφήτης η γυναίκα. Πόσα αίματα!...
 
Τέλειωσε ο Αξιώτης το διήγημα του κι οι σύντροφοι έμειναν ακόμη ακίνητοι σαν ονειροπλανεμένοι. Μερικοί σταυροκοπήθηκαν άλλοι στέναξαν βαθιά σα να ξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους. Μα ο Κώστας ο θερμαστής, ίδιος στ’ αστεία και στα σοβαρά, ρώτησε πονηρά το σύντροφό του:
-Δε μου λες, βλάμη. Είδε η Παναγιά στ’ όνειρό της και τον πατριώτη σου το Βαραββά;
 
Εκείνος χολοταράχτηκε. Φοβερή βλαστήμια ανέβηκε στα χείλη του. Μα την κατάπιε. Δεν ήταν καιρός τώρα να κολαστεί κανείς! Χαμογέλασε, έκαμε το σταυρό του και ξαπλώθηκε στο έρημο κρεβάτι του.

- Και του χρόνου, παιδιά, στα σπίτια μας! ευχήθηκε.
- Στα σπίτια μας, μα θα μας θερίζει η πείνα, είπε ο θερμαστής.
Και γέλασε δυνατά.

Μεζέδες με τη γαλοπούλα που περίσσεψε!!
Μμμμμ... η μανούλα έφτιαξε


Είναι σχεδόν αδύνατο να μην περισσέψει γαλοπούλα
στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
 

Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους.
Είτε φτιάχνουμε μεγαλύτερη από ότι χρειαζόμασταν,
είτε το τραπέζι είναι γεμάτο με υπέροχα ορεκτικά
και συνοδευτικά που μας χορταίνουν,
είτε η γέμιση είναι εκπληκτική, είτε η γαλοπούλα
δε μας πετυχαίνει, είτε οι παρευρισκόμενοι
προτιμούν να αφήσουν χώρο για τα γλυκά που ακολουθούν.

Τι κάνεις λοιπόν αν σου περισσέψει γαλοπούλα.
Υπάρχουν άπειροι τρόποι να την αξιοποιήσεις
μετατρέποντας την σε σνακ και φαγητά
που μπορείς να φας τις υπόλοιπες μέρες.

Περισσεύματα γαλοπούλας

Σάντουιτς
Το ψαχνό της γαλοπούλας, κυρίως το στήθος, είναι ιδανικό για σάντουιτς. Το βάζεις σε μπαγκέτα με μαρούλι, ντομάτα και πιπεριά, μαζί με μουστάρδα και μαγιονέζα. Μπορείς να βάλεις και τυρί και να το ψήσεις σε τοστιέρα. Μία ακόμα εξαιρετική εναλλακτική είναι να φτιάξεις ένα κλαμπ σάντουιτς. Στο Bletsas.gr εχω μία συνταγή με κοτόπουλο που μπορείς να φτιάξεις και με γαλοπούλα.
Σαλάτα

Μία πλούσια πράσινη σαλάτα μπορεί να μετατραπεί σε πλήρες γεύμα αν προσθέσεις μερικά κομμάτια ψαχνό γαλοπούλας. Συνόδεψε με μία βιενγκρέτ μουστάρδας και μερικά κομμάτια αβοκάντο. 
Για συνδυασμούς λαχανικών και εναλλακτικές επιλογές για dressing μπορείς να απευθυνθείς στις αγαπημένες σου πηγές συνταγών.

περισσότερα εδώ: cooking economy