Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Το νερό της λίμνης, όπου άλλοτε πνίγηκε ο Νάρκισσος,
έχει δώσει τη θέση του στο γυαλί της οθόνης

Η ιστορία του Νάρκισσου, με τις διάφορες εκδοχές της, είναι μία από τις δημοφιλέστερες της μυθολογίας. Ο νέος από τη Βοιωτία, θαμπωμένος από την ομορφιά του που καθρεφτίζεται στο νερό, πεθαίνει από μαρασμό εξαιτίας του ανικανοποίητου έρωτα προς τον ίδιο του τον εαυτό.
Mobile Lovers - Banksy
Ο ναρκισσισμός, η εμμονική αυταρέσκεια που μπορεί να καταλήξει σε πάθηση, δεν είναι κάτι καινούργιο.
 
Υπάρχει από τότε που ο άνθρωπος πρωτοσυνάντησε το είδωλό του. Σήμερα, όμως, που ο καθένας ανεβάζει δεκάδες είδωλά του χάρη στην κατάρα και ευλογία των social media, ο ναρκισσισμός, εκτός από υπαρκτός, είναι και ψηφιακός.
 
Οι διαταραχές που προκαλούνται από τη μανία της εξαντλητικής αυτοφωτογράφισης και της online υπερέκθεσης απασχολεί όλο και πιο συχνά τα ψυχιατρικά συνέδρια, με τους ειδικούς να επιμένουν ότι η υπέρμετρη προσήλωση στο «εγώ και ο εαυτός μου», εκτός από γραφική, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχθεί και επικίνδυνη. 
Εγώ, εγώ, εγώ
Η λέξη «selfie», όπως ορίζεται η σύγχρονη αυτοπροσωπογραφία που βγάζει κάποιος με το κινητό του και κατόπιν την ανεβάζει στο Facebook και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιλέχθηκε ως «Λέξη της χρονιάς» για το 2013 από το Βρετανικό Λεξικό της Οξφόρδης. Παράλληλα, οι νέοι κανονισμοί του περίφημου επιτραπέζιου παιχνιδιού Scrabble τη δέχονται πλέον ως σωστή και οι παίκτες κερδίζουν πόντους όταν τη σχηματίζουν. Μία λέξη ισοδυναμεί πλέον με χίλιες εικόνες. Πόσα αντίγραφα του εαυτού σου μπορείς να βγάλεις ώσπου να τον ερωτευθείς παράφορα ή να μην αντέχεις άλλο να τον βλέπεις; Η απόσταση από το ένα στάδιο στο άλλο δεν είναι τόσο μακριά όσο νομίζουμε.
Νάρκισσοι υπήρχαν πάντα. Από την αρχαιότητα ως σήμερα.
Η διαφορά είναι ότι έχουν πλέον πολλά εργαλεία στα χέρια τους: Facebook, Pinterest, Twitter, Foursquare, Instagram. Οι έρευνες μαρτυρούν ότι τα επίπεδα του ναρκισσισμού είναι πολύ υψηλότερα σε σύγκριση με τις περασμένες γενιές και δεκαετίες και όλο και περισσότερα τεστ γίνονται για να μετρηθεί η στάθμη της επικίνδυνης εγωμανίας σε άνδρες και γυναίκες. Και όπως αποκαλύπτουν αμερικανοί ψυχολόγοι, τα προφίλ των χρηστών του Facebook είναι ο πιο έγκυρος τρόπος για να επαληθεύσουν αν οι ερωτηθέντες είπαν την αλήθεια ή όχι.
«Παρακολουθώ και θαυμάζω τη δουλειά σου μέσω Facebook εδώ και αρκετό καιρό. Οι φωτογραφίες που βγάζεις είναι εκπληκτικής αισθητικής. Παίρνω, λοιπόν, το θάρρος να σου ζητήσω μια χάρη. Εδώ και λίγο καιρό χώρισα με τον φίλο μου, αλλά τον θέλω πίσω. Και σκέφτηκα ότι ο μόνος τρόπος να τον ξανακερδίσω είναι να του τραβήξω την προσοχή μέσα από φωτογραφίες που θα μου βγάλεις εσύ. Θέλω να με αναδείξεις, να γίνω μια από τις ηρωίδες σου, να με κάνεις να θυμίζω σταρ του σινεμά»: αυτό το μήνυμα βρήκε στην προσωπική της «αλληλογραφία» στο Facebook φίλη φωτογράφος και σκηνοθέτις.
Μια άγνωστη γυναίκα σε ερωτική απελπισία τής ζητούσε να τη μεταμορφώσει σε κάτι που δεν είναι, προκειμένου να θαμπώσει και να ξανακερδίσει την καρδιά του πρώην της. Το νερό της λίμνης όπου άλλοτε πνίγηκε ο Νάρκισσος έχει δώσει τη θέση του στο γυαλί της οθόνης, που είναι εξίσου θολό και παραπλανητικό.
 
Η εκδίκηση του κοινού θνητού
Ο ναρκισσισμός ξεσπά και εξαπλώνεται σαν επιδημία. Εχουμε να κάνουμε με την εκδίκηση του κοινού θνητού, του μέσου ανθρώπου, ο οποίος, ζηλεύοντας και χλευάζοντας επί χρόνια τη ζωή των σταρ, τώρα έχει βαλθεί να τους αντιγράψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Πάντα αποτελούσε είδηση το τι παρήγγειλε η Μαντόνα, ακόμη και η εγχώρια Μενεγάκη, σε ένα εστιατόριο. Ή τι φοράει όταν πηγαίνει για ψώνια. Ή πού έκανε διακοπές. Τώρα πια, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα «επώνυμα» πρόσωπα, είμαστε εμείς οι παπαράτσι του εαυτού μας. Μας καταδιώκουμε, δεν μας αφήνουμε στιγμή σε ησυχία. Μας πιέζουμε να κάνουμε δηλώσεις για το πώς αισθανόμαστε, προτού καλά καλά φτάσουμε στον προορισμό μας: «ενθουσιασμένος στην περιοχή Φάληρο» / «ευλογημένη στη βάφτιση της κορούλας μου Μαρίας-Ηλέκτρας». Μας αιφνιδιάζουμε με αυθόρμητα snapshots που τραβάμε τον εαυτό μας μόλις ξυπνήσουμε ή λίγο προτού κοιμηθούμε, όταν τρώμε, αφού φάμε, όταν βγαίνουμε από τη θάλασσα, όταν φιλιόμαστε με το άλλο μας μισό.
Δίπλα στις χίλιες εικόνες, έρχονται να προστεθούν και οι ισάριθμες λέξεις - «πεινάω, διψάω, νυστάζω, θέλω παγωτό» - σαν προστάγματα κακομαθημένων πριγκιπόπουλων που έχουν εκατοντάδες αυλικούς, κι εκείνοι με τη σειρά τους, αντί να τσακιστούν για να τα ικανοποιήσουν, απλώς κάνουν «like». Και αυτό μοιάζει αρκετό. Αλλοι, πάλι, προτιμούν τη ρητορική, τις πολιτικές αναλύσεις. Το να εκθέτεις την άποψή σου σε μια πλατφόρμα όπως το Facebook είναι κάτι παραπάνω από θεμιτό, όταν όμως γράφεις ακατάπαυστα στα ψηφιακά fora κάνοντας τους πάντες να αναρωτιούνται πότε προλαβαίνεις να κάνεις οτιδήποτε άλλο (κάτι που συμβαίνει ακόμη και με συγκεκριμένους πολιτικούς, που δουλεύουν παρέα με το Τwitter τους), τότε έχουμε να κάνουμε με την άλλη όψη του ναρκισσιστικού νομίσματος. Με τη λαλίστατη λεζάντα κάτω από την εξίσου φλύαρη φωτογραφία.
Εμείς και οι «σημαντικοί άλλοι»
Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Νάντια Τσιλιάκου εξηγεί: «Τα άτομα των οποίων η δομή της προσωπικότητας τους τούς επιβάλλει να αντλούν επιβεβαίωση από παράγοντες έξω από τον εαυτό τους ονομάζονται από τους ειδικούς ναρκισσιστικά. Ολοι μας νιώθουμε ευάλωτοι απέναντι στο ποιοι είμαστε, πόση αξία έχουμε, και...

Το παιδί σου δεν είναι χταπόδι να το κοπανάς

Πάνω που άνοιγα την μπύρα νούμερο 3 ακούω έναν παράξενο θόρυβο, κάτι σαν κλάμα ανακατεμένο με ουρλιαχτό φρίκης. Πάγωσε το αίμα μου, παίδες.
- Τι γίνεται, ρε συ; Πεθαίνει κανείς;
Ο δικός μου δεν έδειχνε σημάδια ταραχής. Κατέβαζε την μπυρίτσα του ωραία ωραία. Ή πολύ cool ήταν ή κουφός 97%.
- Μην ανησυχείς. Κάθε μέρα αυτά έχουμε.
- Τι εννοείς; Κάθε μέρα κάποιος ουρλιάζει σπαρακτικά στην πολυκατοικία;
- Ναι, ρε γαμώτο…
- Τι θα πει "ναι, ρε γαμώτο"; Ποιος μένει σ΄ αυτήν την πολυκατοικία και χτυπιέται έτσι; Οι Τρωάδες;
- Είναι ένας μαλάκας, μωρέ, στον δεύτερο που κάνει συνέχεια σκηνικά.
- Δηλαδή; Τι σκηνικά; επέμενα γαϊδουρινά εγώ γιατί εν τω μεταξύ το ουρλιαχτό δυνάμωνε και ακουγόταν επικίνδυνα παιδικό.
- Ε, πλακώνεται με τον γιο του, βρίζεται με τη γυναίκα του, τα γνωστά.
- Τα γνωστά;! Ποια γνωστά;!
- Είναι περίεργη φάση, ρε παιδάκι μου, τι να σου λέω τώρα… Δεν μιλιέται με κανέναν στην πολυκατοικία. Τώρα τον απολύσανε κιόλας και το ‘χασε τελείως. Του λες καλημέρα και μουγκρίζει.
- Πόσο χρονών είναι ο γιος του; φώναξα αγχωμένη.
- Ξέρω ‘γω; Εφτά- οχτώ.
Πετάχτηκα πάνω. Μου ‘ρχόταν να τον αρπάξω και να τον πλακώσω στα χαστούκια (χωρίς πλάκα, παίδες. Αυτό μου ερχότανε. Η βία είναι μεταδοτική)
- Ουρλιάζει ένα παιδάκι εφτά χρονών και συ μου λες «πλακώνεται με τον γιο του»;
- Τι να σου πω;
- Πλακώνει τον γιο του. Ενεργητική φωνή. Το εφτάχρονο δεν μπορεί να ρίξει φάπες. Μόνο να τις φάει μπορεί.
- Εντάξει, πλακώνει. Ηρέμησε, τώρα. Πιες την μπύρα σου.
- Να πιω την μπύρα μου; Ποια μπύρα μου, ρε; Αυτός μπορεί να το σκοτώσει.
- Αν τα άκουγες κι εσύ κάθε μέρα δεν θα ‘κανες έτσι. Εμείς το 'χουμε φάει στη μάπα. Το συνηθίσαμε.
- Το συνηθίσατε;;;!!! Σοβαρολογείς; Το εφτάχρονο το ρωτήσατε αν το συνήθισε; Και η μάνα του τι κάνει;
- Τις τρώει κι αυτή, μάλλον. Όλο με το μαλλί στα μούτρα κυκλοφορεί και το γυαλί της Τζάκι Ο.
- Κι εσείς κάθεστε και τα ακούτε όλα αυτά χωρίς να κάνετε τίποτα;!
- Τι να κάνουμε δηλαδή;
Αυτό που μου πάγωσε το αίμα, παίδες μου αγαπημένοι, ήταν ότι η απορία του παρατρίχα καλού μου ήταν εκατό τα εκατό γνήσια. Πραγματικά απορούσε που είχα σηκωθεί κι έκανα βόλτες στο δωμάτιο σαν ταύρος έτοιμος να βγει στην αρένα. Μόνο εγώ άκουγα ένα παιδάκι να τσακίζεται στο ξύλο αλύπητα δέκα μέτρα μακριά μου. Αυτός άκουγε μια ταραχώδη οικογενειακή υπόθεση. Πήγα προς την πόρτα.
- Πώς λέγεται αυτός ο μαλάκας; ρώτησα βγαίνοντας.
- Κοντόπουλος, γιατί;
- Τι γιατί; Θα πάω να τον κράξω. Κι αν δεν σταματήσει θα φέρω την αστυνομία.
Σηκώθηκε. Έτρεξε και με άρπαξε από το μπράτσο.
- Πας καλά, ρε; Σε παρακαλώ. Τι δουλειά έχεις εσύ να μπερδευτείς στα οικογενειακά τους; Θες να βρούμε τον μπελά μας;
Πήρα το κινητό μου, φώναξα την αστυνομία και μετά βρόντηξα την πόρτα κι έφυγα χωρίς να μπω στον κόπο να του απαντήσω.
Γιατί αυτός είναι ο Έλλην, παίδες μου αγαπημένοι. Δε πα να χαλάει ο κόσμος δίπλα του, αυτός είναι διακριτικότατος. Γιατί να μπερδευτεί εκεί που δεν τον σπέρνουν; Για να βρει κάνα μπελά; Αν βέβαια ο διπλανός είχε μια συκιά στην αυλή του και τα σύκα έπεφταν και λέρωναν το πεζοδρόμιό του, θα σήκωνε τον κώλο του απ΄ τον καναπέ και θα του ‘χωνε μια μήνυση απαιτώντας να την κόψει τη βρωμοσυκιά του που βρωμίζει την πρόσοψή του. Αν όμως ακούσει κάποιον οικογενειάρχη να βαράει την οικογένειά του, απλώς ανεβάζει τον ήχο στην τηλεόραση και περιμένει στο δελτίο των οχτώ να μάθει αν το σκότωσε τελικά το παιδάκι του ο μαλάκας ή αντέχει ακόμα. Αν το σκότωσε, θα ανοίξει την πόρτα στο τηλεοπτικό συνεργείο που θα σπεύσει στον τόπο του εγκλήματος και θα δηλώσει περίλυπος «Όλη η γειτονιά πέφτει απ’ τα σύννεφα. Τι να σας πω… Δεν είχαμε ιδέα. Δεν είχε δώσει δικαιώματα.».

Υ.Γ.: Περίμενα μία ώρα κι ένα τέταρτο κάτω από την πολυκατοικία για να δω τι θα γίνει. Η αστυνομία δεν ήρθε. Κι αυτή είναι διακριτική, δεν θέλει να ανακατεύεται στα οικογενειακά μας.

ολόκληρο το άρθρο εδώ: protagon