Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Νέο αδερφάκι στην οικογένεια

Πέρασε το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η ανάπτυξη του εμβρύου φαίνεται να είναι ομαλή και αποφασίσατε ότι πλέον μπορείτε να ανακοινώσετε στο πρώτο σας παιδί ότι σύντομα θα αποκτήσει αδερφάκι. Πολλά όμως ερωτήματα γεννιούνται μέσα σας: «Και εάν ζηλέψει;», «Μήπως νοιώσει ότι το μωρό θα το αντικαταστήσει;», «Πώς θα του στερήσω την αποκλειστικότητα στην οποία έχει μάθει;».
Οι ανησυχίες αυτές των γονέων φαίνεται να μην είναι αβάσιμες, καθώς πράγματι ο ερχομός ενός νέου παιδιού τοποθετεί την οικογένεια σε μια αναδιαπραγμάτευση της θέσης του καθενός εντός αυτής και κατά κύριο λόγο αυτής του πρώτου παιδιού. Μπορούμε να πούμε ότι οι γονείς έκαναν ήδη μια μεγάλη ψυχική μετάβαση στη ζωή τους όταν απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, καθώς τότε ήταν η περίοδος που πέρασαν από την κατάσταση του ζευγαριού σε αυτή των γονέων, οπότε με το δεύτερο παιδί η ταυτότητά τους ως γονείς εντός της οικογένειας δεν αλλάζει ιδιαίτερα. Για το πρώτο παιδί όμως, ένα αδερφάκι σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέλος της οικογένειας. Το νέο αδερφάκι έρχεται να κλονίσει τη σχέση σιγουριάς και ασφάλειας που μέχρι τώρα είχε δομήσει με τους γονείς του. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να πυροδοτηθούν αντιδράσεις από την πλευρά του πρώτου παιδιού οι οποίες δεν είναι πάντα θετικές.

Οι αντιδράσεις αυτές μπορεί να είναι άμεσες ή έμμεσες, ανάλογα με την ηλικία και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού. Ένα παιδί ενδέχεται να εκφράσει ανοιχτά τους φόβους του προς τους γονείς, ότι για παράδειγμα φοβάται ότι θα χάσει κάποια κεκτημένα μέσα στην οικογένεια, όπως τον χρόνο των γονέων, το δωμάτιό του, τα παιχνίδια του. Σε κάποιες περιπτώσεις, ένα παιδί μπορεί να εκδηλώσει συμπτώματα, όπως για παράδειγμα να γίνει αντιδραστικό προς τη μητέρα, να κάνει αταξίες, να αρχίσει να κλέβει πράγματα ασήμαντης αξίας και γενικά να δίνει την εικόνα παιδιού που παλινδρομεί προς τα προηγούμενα στάδια της ανάπτυξης. Δεν αποκλείεται να εκδηλώσει ακόμα και βίαιη συμπεριφορά προς το αδερφάκι του. 

Σύμφωνα με τη Miller (2009), o ερχομός ενός νέου παιδιού στην οικογένεια προκαλεί σχεδόν πάντα αντικρουόμενα συναισθήματα στο πρώτο παιδί και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό. Το πρωτότοκο βρίσκεται σε μια θέση όπου κάτι κερδίζει και κάτι χάνει μέσα σε αυτή τη νέα οικογενειακή συνθήκη. Από τη μία μπορεί να χαίρεται γιατί θα κερδίσει τον τίτλο του/της μεγάλου /ης αδερφού /ης και θα έχει και αυτό αδερφάκι όπως οι φίλοι του, από την άλλη όμως υπάρχουν και πράγματα που θα χάσει, όπως το να είναι το αποκλειστικό παιδί που θα εισπράττει τη φροντίδα και την προσοχή των γονέων του. Το παιδί δεν είναι πάντα σε θέση να αντιληφθεί ευθύς εξαρχής τα μακροπρόθεσμα οφέλη της αδερφικής σχέσης. Όσο μικρότερο είναι τείνει να λειτουργεί στο «τώρα» και ο θυμός, η ζήλεια και η απογοήτευση είναι αναμενόμενες αντιδράσεις από την πλευρά του. Συνήθως είναι δύσκολο να αντιληφθεί ότι οι γονείς του μπορούν να το αγαπούν και ταυτόχρονα να αγαπιούνται μεταξύ τους εν απουσία του, καθώς και να αγαπάνε εξίσου ένα άλλο παιδί χωρίς να χρειάζεται να στερείται το ίδιο κάτι από την αγάπη τους.

Οι γονείς θα πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσουν τις αρνητικές αντιδράσεις του παιδιού τους προκειμένου να του δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για να εκφράσει και τα αρνητικά του συναισθήματα. Συχνά οι γονείς παρασύρονται από τον δικό τους ενθουσιασμό και την ανάγκη τους να δομηθεί γρήγορα μια καλή αδερφική σχέση πριν καν αυτή γίνει βίωμα από το ίδιο το παιδί και άθελά τους «υποχρεώνουν» το πρωτότοκο να συμμετέχει μόνο στη χαρά, εξιδανικεύοντας την αδερφική σχέση χωρίς να δίνουν διεξόδους όπου το παιδί θα μπορούσε να εκφράσει ανοιχτά τους προβληματισμούς του χωρίς να νοιώθει «κακό». Είναι ωστόσο, απόλυτα υγιές σε μια οικογένεια το παιδί να μπορεί να εκφράσει ανοιχτά την αντίδρασή του για το μωρό που ήρθε και οι γονείς να μπορούν να εμπεριέξουν τα συναισθήματά του χωρίς να το ενοχοποιούν, ούτε όμως να το αφήνουν να τα εκδηλώνει ανεξέλεγκτα.  Όπως αναφέρει ο Βίννικοτ (2001).

Οι γονείς πρέπει να νοιώθουν ανακούφιση όταν το παιδί εκφράζει άμεσα τη δυσαρέσκειά του ή το μίσος του για την παρουσία του νεογέννητου βρέφους. Το μίσος αυτό με τον καιρό δίνει τη θέση του στην αγάπη, καθώς το νέο βρέφος εξελίσσεται σ’ ένα ανθρώπινο πλάσμα με το οποίο παίζει κανείς και για το οποίο νοιώθει κανείς περήφανος (σελ. 154).

 Εξυπακούεται ότι η αδερφική σχέση υπό αυτό το πρίσμα αποτελεί ένα μεγάλο όφελος, καθώς τα παιδιά έχουν την ευκαιρία «να συμβιβαστούν με την επιθετικότητά τους» και να ανακαλύψουν «μόνα τους πως νοιάζονται, όταν πραγματικά πληγώνουν κάποιον που αγαπούν» (σελ.154). Αν λοιπόν, η αδερφική σχέση χτιστεί πάνω σε υγιείς βάσεις, όπου η επιθετικότητα επιτρέπεται να εκφραστεί, αλλά και να βρεθούν οι κατάλληλοι αμοιβαίοι συμβιβασμοί, αποτελεί μια ευκαιρία συναισθηματικής ωρίμανσης που επηρεάζει και τις μετέπειτα σχέσεις της ενηλικίωσης.

Στο σημείο αυτό θα αναρωτηθεί κανείς με ποιον τρόπο μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν ώστε να καλλιεργηθεί μια ώριμη και αυθεντική σχέση αγάπης ανάμεσα στα αδέρφια. Είναι σαφές ότι συνταγές δεν είναι εύκολο να δοθούν, καθώς οι σχέσεις είναι πάντα αρκετά σύνθετες και επηρεάζονται από τα περίπλοκες δυναμικές που αναπτύσσονται εντός μιας οικογένειας, που σχετίζονται τόσο με το παρόν, όσο και με το παρελθόν των μελών της. Ο τωρινός ρόλος του κάθε μέλους μέσα στην οικογένεια (π.χ. προστάτη, «τυράννου», θύματος), η προσωπική ιστορία των γονέων (π.χ. αποβολές, θάνατοι, διαζύγιο), η θέση τους στις δικές τους πατρικές οικογένειες (μοναχοπαίδια, τέκνα πολύτεκνων) και οι συγκυρίες που επικρατούσαν στη ζωή τους τη χρονική περίοδο της γέννησης του κάθε παιδιού (οικονομικές δυσκολίες, ανεργία, ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη) είναι σημαντικοί παράγοντες που σε συνδυασμό με την ιδιοσυγκρασία των ίδιων των παιδιών μπορούν να επηρεάσουν έμμεσα και την ποιότητα της αδερφικής σχέσης.

Βάσει των παραπάνω, οι κατευθύνσεις που ακολουθούν για τη στήριξη των απαρχών της αδερφικής σχέσης είναι γενικές και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται μηχανικά από τους γονείς, χωρίς να συνοδεύονται από μια βαθύτερη κατανόηση των ειδικότερων συνθηκών που επικρατούν σε κάθε οικογένεια.

Πριν από τη γέννα:
  • Προετοιμάστε το έδαφος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για να συζητήσετε με το μεγάλο παιδί για τις επικείμενες αλλαγές. Προσπαθήσετε να μην κατευθύνετε τη συζήτηση, κάντε ανοιχτές ερωτήσεις στο παιδί ώστε να μπορέσει να σας εκφράσει ελεύθερα τις ανησυχίες του, χωρίς να νοιώθει υποχρεωμένο να σας ευχαριστήσει με τα λόγια του. Ενδέχεται να χρειαστεί να επανέλθετε σε αυτές τις συζητήσεις ή το παιδί να μην θέλει να συζητήσει την ώρα που εσείς θα το προτείνετε και να επαναφέρει από μόνο του το θέμα κάποια άλλη στιγμή. Στο εμπόριο κυκλοφορούν πολλά παιδικά βιβλία με αυτό θέμα τα οποία θα μπορούσαν να σας βοηθήσουν ως έναυσμα για συζήτηση με το παιδί σας.
  • Μιλήστε του για τα πλεονεκτήματα της αδερφικής σχέσης χωρίς όμως να την εξιδανικεύετε και διευκρινίζοντας ότι θα χρειαστεί λίγος χρόνος μέχρι να μεγαλώσει το μικρό αδερφάκι για να μπορέσει να εισπράξει τα πλεονεκτήματα αυτά. Καλό είναι να μην δημιουργείται η προσδοκία ότι το νέο αδερφάκι θα είναι ευθύς εξαρχής ένας ικανός σύντροφος για παιχνίδι.
  • Λύστε τις απορίες που μπορεί να έχει σε σχέση με τις πρακτικές αλλαγές που θα επέλθουν στη ζωή του, όπως στη διαρρύθμιση του δωματίου του, στο ποιος θα το συνοδεύει στο σχολείο, στο ποιος θα μείνει μαζί του τις μέρες που θα είναι η μητέρα στο μαιευτήριο.
  • Προσπαθήστε να εμπλέξετε το παιδί στη λήψη κάποιων αποφάσεων σε σχέση με το αδερφάκι του, όπως για παράδειγμα να πει τη γνώμη του για τη διακόσμηση στο βρεφικό δωμάτιο, για τα πρώτα ρούχα και παιχνίδια που θα αγοραστούν.
  • Βοηθήστε το παιδί να μην επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτά που θα αλλάξουν, αλλά εστιάστε περισσότερο σε αυτά που θα φροντίσετε να παραμείνουν ίδια στη ζωή του, όπως η ποιότητα της φροντίδα σας, οι συνήθειές του, οι φίλοι του, τα παιχνίδια του.
Μετά από τη γέννα:
  • Φροντίστε να έχει το κάθε παιδί και εξατομικευμένο χρόνο μαζί σας, βρίσκοντας ο κάθε γονέας στιγμές «αποκλειστικότητας» μέσα στην καθημερινότητα, για παράδειγμα, όταν το άλλο παιδί κοιμάται ή είναι στο σχολείο.
  • Αναθέστε στο μεγάλο παιδί πρωτοβουλίες αναφορικά με τη φροντίδα του μικρού, φυσικά ανάλογα με την ηλικία του. Μπορείτε, για παράδειγμα, να του προτείνετε να αλλάξει μια πάνα, να του διαβάσει ένα παραμύθι, να σπρώξει το καρότσι.
  • Τονίστε στο μεγαλύτερο παιδί τα οφέλη του μεγαλώματος και τη δική σας χαρά και περηφάνια που το βλέπετε να μεγαλώνει σε περίπτωση που παρατηρήσετε ότι υιοθετεί συμπεριφορές μικρότερου παιδιού προκειμένου  να το «αγαπήσετε» όπως το αδερφάκι του.
  • Αποφεύγετε να κάνετε συγκρίσεις μεταξύ αδερφών, για να εξασφαλίσετε, για παράδειγμα, την υπακοή τους ή τη συνέπειά τους στο σχολείο. Επιτρέψτε σε κάθε παιδί να αναπτύξει την ατομικότητά του μέσα στην οικογένεια.
  • Φροντίστε να είστε δίκαιοι απέναντι στα παιδιά σας χωρίς όμως να παραγνωρίζετε και τις ιδιαίτερες ανάγκες που μπορεί να έχει το καθένα.
  • Ρυθμίστε την έκφραση της στοργή σας μέσα σε λογικά πλαίσια προς όλα τα παιδιά σας. Δεν χρειάζεται να κάνετε χάδια στο μωρό σας στα κρυφά για να μην ζηλέψει το αδερφάκι του, ούτε όμως να εξαντλείτε όλη σας τη στοργή προς το μωρό και να απαιτείτε από το μεγάλο να «μεγαλώσει» πριν από την ώρα του.
  • Εξηγήστε, αλλά πάνω απ’ όλα, δείξτε έμπρακτα στα παιδιά σας ότι η αγάπη των γονέων δεν μοιράζεται αλλά ότι πολλαπλασιάζεται!!!
Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση μπορείτε να καλέσετε στην «Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111» ώστε να συζητήσετε με έναν ψυχολόγο όλα αυτά που μπορεί να σας απασχολούν σε σχέση με το παιδί σας.

Βιβλιογραφικές Αναφορές
Ελληνόγλωσσες:
Βίννικοτ, Ν. (2001). Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός του κόσμος. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

Ξενόγλωσσες:
Miller, L. (2009). Cosa Sapere su tuo Figlio di due Anni. Trento: Erickson.

hamogelo.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Η γενναία δασκάλα που μαθαίνει ελληνικά στα «ξενάκια»

Μια αρκετά «διδακτική» συνέντευξη με τη συντονίστρια εκπαίδευσης προσφύγων στο Σχιστό κι επιμελήτρια του Παιδικού Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Τέχνης και Αποδοχής, Ελένη Καραγιάννη, με έναυσμα το βιβλίο της «Το Ημερολόγιο μιας Δασκάλας - ιστορίες από το προσφυγικό» (εκδόσεις 24 Γράμματα).

Η «κυρά-ντασκάλα», όπως τη λένε κάποια προσφυγόπουλα, βρίσκεται χρόνια στις επάλξεις της διαπολιτισμικής, συμπεριληπτικής παιδείας. Στοχοποιήθηκε μάλιστα από ακροδεξιά στοιχεία αφότου βρέθηκε «πρόσωπο με πρόσωπο» με τον Λαγό, όταν μαζί με άλλους Χρυσαυγίτες εισέβαλαν στο σχολείο της για να σπείρουν μίσος και φόβο. 

«Το Ημερολόγιο μιας Δασκάλας» είναι το απόσταγμα αυτής της πολύχρονης εμπειρίας που χαρακτηρίζει σκληρή και θεραπευτική ταυτόχρονα. Περιλαμβάνει ιστορίες μεταναστών και προσφύγων μαθητών, κυρίως, καθώς και άλλων «διαφορετικών» παιδιών που άλλοτε σου σφίγγουν την καρδιά, άλλοτε πάλι την ανοίγουν διάπλατα, εκπαιδευτικές δράσεις με έμφαση στο καλλιτεχνικό κομμάτι, προσωπικά βιώματα αλλά και εκτιμήσεις τόσο για θέματα διδασκαλίας όσο και για το μεταναστευτικό-προσφυγικό γενικότερα. Με τη νέα σχολική χρονιά να ξεκινά τον επόμενο μήνα και με τα σχέδια της καινούργιας κυβέρνησης γι' αυτό το ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα να μην είναι ακόμα ξεκάθαρα, η συζήτηση αυτή αποκτά επίκαιρο ενδιαφέρον. 

Ο κοινωνικός και πολιτισμικός αντίκτυπος της μετανάστευσης, η στάση Πολιτείας, γονέων και εκπαιδευτικών, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η αλληλεπίδραση των «ξένων» παιδιών με τα «δικά μας», η σημασία της αλληλεγγύης όπως επίσης κάποιες αμφιλεγόμενες, καθώς λέει, μορφές της που ευνοούν νοοτροπίες «ιδρυματοποίησης» είναι ανάμεσα στα όσα θίξαμε. Η ίδια πάντως βρίσκει ότι παρά τα λογιών «παρατράγουδα», οι Έλληνες είμαστε περισσότερο «ιδεολογικά εγκλωβισμένοι, ανασφαλείς και μπερδεμένοι» παρά συνειδητοί ρατσιστές, γι΄αυτό και έχει σημασία «να προσπαθούμε να προσεταιριζόμαστε αυτό τον κόσμο αντί να τον στήνουμε κατευθείαν απέναντι». Αισιοδοξεί δε για τη νεότερη γενιά η οποία, μεγαλώνοντας εξαρχής σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, δείχνει να το αποδέχεται πολύ πιο φυσικά.
Τείνουμε, νομίζω, να υπερβάλλουμε για τα ρατσιστικά αισθήματα των Ελλήνων. Είναι σαφώς μια πραγματικότητα που μας πονάει και που βεβαίως αντιπαλεύουμε. Υπάρχει εντούτοις κι ένας άλλος τύπος Έλληνα που δεν του έχουμε δώσει, θαρρώ, πολλή σημασία και ο οποίος δίχως να είναι απαραίτητα ριζοσπαστικοποιημένος πολιτικά ξέρει να αγαπάει, να νοιάζεται, να μην αντιμετωπίζει το διαφορετικό σαν απειλή.
 — Είσαι από το '16 συντονίστρια εκπαίδευσης προσφύγων, καταγίνεσαι όμως πολλά χρόνια με τη διαπολιτισμική εκπαίδευση. 
Ασχολούμαι με το αντικείμενο αυτό ουσιαστικά αφότου ξεκίνησα να διδάσκω, μια εικοσαετία σχεδόν. Ως εικαστικός εκπαιδευτικός μάλιστα χρησιμοποιούσα εξαρχής την τέχνη για να γεφυρώσω τις δεξιότητες των παιδιών και να προωθήσω το αντιρατσιστικό, πολυπολιτισμικό μήνυμα, είτε αφορούσε πρόσφυγες και μετανάστες είτε άλλες μειονοτικές ομάδες. 

Το 2014, στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος, έκανα ένα ταξίδι στη Ρουάντα που αποδείχθηκε καθοριστικό – έκτοτε αποφάσισα να αφοσιωθώ στα παιδιά αυτά στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Από την επόμενη χρονιά ξεκινήσαμε με συναδέλφους να προσφέρουμε εθελοντικά τις υπηρεσίες μας στις προσφυγικές δομές. 

Το πρώτο ανοικτό καλλιτεχνικό εργαστήρι το στήσαμε το 2015 στο Πεδίο του Άρεως όπου είχαν κατασκηνώσει για μήνες πρόσφυγες. Με μουσαμάδες, χαρτόνια, μπογιές, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Η τέχνη αποδείχθηκε μια κοινή γλώσσα πολύ άμεση, προσελκύοντας πολλά προσφυγόπουλα – η ίδια η εκμάθηση μιας άλλης γλώσσας γινόταν ευκολότερη γι΄αυτά μέσω του σχεδίου και της ζωγραφικής. Για έναν περίπου χρόνο προτού μοιραστούν σε διάφορες εκπαιδευτικές δομές κάναμε πολλά τέτοια ανοικτά εργαστήρια. Βάσει μάλιστα αυτής της εμπειρίας στήσαμε στη συνέχεια το Δίκτυο Τέχνης και Δράσης πραγματοποιώντας ανάλογες δραστηριότητες στην πτέρυγα οροθετικών των φυλακών Κορυδαλλού, στη δομή του Red Umbrella, στο Γηροκομείο Αθηνών και αλλού. 

 — Έχεις βρεθεί στη δημοσιότητα για τη μαχητική αρθρογραφία αλλά και για τη θαρραλέα στάση σου όταν Χρυσαυγίτες εισέβαλαν στο 1ο δημοτικό του Νέου Ικονίου αξιώνοντας να μην επιτραπεί η φοίτηση παιδιών προσφύγων και μεταναστών. 
 Είμαι άνθρωπος ανήσυχος και επικοινωνιακός, έτσι ό,τι συνέβαινε στην τάξη μου το έβγαζα προς τα έξω, είτε μέσα από μπλογκ και κοινωνικά δίκτυα είτε αρθρογραφώντας. 

Τον Ιανουάριο του '17 είχαμε διοργανώσει στο Σχιστό μια ομιλία για τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς του 1ου δημοτικού σχολείου στο Νέο Ικόνιο όπου επρόκειτο να φιλοξενηθούν πρόσφυγες μαθητές. Ακροδεξιοί πυρήνες επιχειρούσαν τότε να εμποδίσουν τη φοίτηση αυτών των παιδιών και να προσεταιριστούν γονείς και δασκάλους. Έτσι συνέβη όλο αυτό το σόου με την εισβολή του Λαγού και των ομοϊδεατών του στον χώρο του σχολείου για να ματαιώσουν την εκδήλωσή μας, με την ανοχή μάλιστα των παριστάμενων αστυνομικών. 

Ακολούθως προσπάθησαν να βάλουν μπροστά γονείς ώστε να φανεί ότι η αντίδραση στη φοίτηση των προσφυγόπουλων είναι συλλογική, με πολύ μικρή ωστόσο επιτυχία. Τότε ήταν που έγραψα εκείνο το κείμενο-κάλεσμα προς τους γονείς που περιλαμβάνω και στο βιβλίο... Το υπουργείο Παιδείας επιχείρησε να αντιδράσει, όμως έπρεπε κάποιοι από μας τους δασκάλους να μηνύσουμε προσωπικά τους Χρυσαυγίτες τραμπούκους – μια διαδικασία στην οποία δεν θέλαμε να μπούμε. Οι ποινικές διώξεις είναι αρμοδιότητα της Πολιτείας και των θεσμών, αλλού δίνεται ο δικός μας αγώνας. 

 — Στοχοποιήθηκες εντούτοις άσχημα, θυμάμαι, για ένα διάστημα. 
Ναι, μπήκα στο «μάτι» ακροδεξιών ιστότοπων και προφίλ όπως του Χρήστου Σκαλούμπακα. Αναδημοσίευσαν το εν λόγω κείμενό μου κι ένα ακόμα αντίστοιχο όπου υποστήριζα το δικαίωμα όλων των παιδιών στην εκπαίδευση, μαζί και φωτογραφία μου. Από κάτω ειρωνείες, χυδαιότητες, ακόμα και απειλές κατά της ζωής μου. Άλλος σχολιαστής πρότεινε να με κάψουν, άλλος να με βιάσουν, άλλος να με κρεμάσουν ανάποδα... είχαν τουλάχιστον φαντασία! 

Με αναστάτωσε κάπως όσο να'ναι όλο αυτό, ειδικά σαν διαπίστωσα ότι ούτε η αστυνομία μπορούσε να με προστατέψει. Πήγα μέχρι τη Διεύθυνση Ηλεκτρονικού Εγκλήματος όπου μου είπαν ότι καθένας μπορεί να γράφει ό,τι θέλει στο Ίντερνετ, δεν υπάρχει κάποια αυτεπάγγελτη διαδικασία κι ότι για να κινηθούν θα έπρεπε να υποβάλω πρώτα η ίδια μήνυση στον Σκαλούμπακα και τη ΧΑ – έτσι λειτουργούν σε όλες τις καταγγελίες ηλεκτρονικού bullying. Όπως όμως στην περίπτωση της χρυσαυγίτικης «επιδρομής» στο Νέο Ικόνιο, έτσι κι εδώ απέφυγα να μπω σε δικαστική αντιπαράθεση μαζί τους.
Πολλοί εκπαιδευτικοί έχουν μεν πράγματι τη θέληση να προσφέρουν, όχι όμως και την κατάρτιση. Το υπουργείο έκανε μια προσπάθεια να μοριοδοτήσει τους έχοντες κάποια πτυχία ή μεταπτυχιακά στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, υπήρξαν όμως συνδικαλιστικές αντιδράσεις καθώς θεωρήθηκε διάκριση. Πολλοί εκπαιδευτικοί έχουν μεν πράγματι τη θέληση να προσφέρουν, όχι όμως και την κατάρτιση. Το υπουργείο έκανε μια προσπάθεια να μοριοδοτήσει τους έχοντες κάποια πτυχία ή μεταπτυχιακά στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, υπήρξαν όμως συνδικαλιστικές αντιδράσεις καθώς θεωρήθηκε διάκριση.
 — Αλήθεια, οι Έλληνες γονείς τι στάση έχουν κρατήσει γενικά απέναντι στα «ξενάκια»; 
Η πλειοψηφία των γονέων είναι υπέρ της εκπαίδευσης των προσφυγόπουλων. Πέρα από τους καθαρά ακροδεξιών πεποιθήσεων που παπαγαλίζουν το αφήγημα ότι οι ξένοι θα μας πάρουν τη χώρα, τις δουλειές, τον πολιτισμό, θα μας κολλήσουν ασθένειες κ.λπ., οι περισσότεροι γονείς, ακόμα κι όσοι δεν αυτοχαρακτηρίζονται αριστεροί ή κάτι αντίστοιχο, δείχνουν διάθεση κατανόησης και αποδοχής. Δεν είναι κιόλας παράλογο κάποιος κόσμος χωρίς ιδιαίτερους μέχρι χτες προβληματισμούς να νιώθει μπερδεμένος με αυτή την κατάσταση. Χρέος δικό μας είναι να μην τον στήσουμε εξαρχής «απέναντι» αλλά να τον φέρουμε στα δικά μας «νερά», να μπορέσει να εκτιμήσει διαφορετικά τα πράγματα. 

 Δεν πρόκειται καν για ένα καινούργιο φαινόμενο. Ρητορική μίσους, ξενοφοβία και ρατσισμός υπήρχαν και παλιότερα στην εκπαίδευση και όχι μόνο. Τα πράγματα ήταν μάλιστα πολύ χειρότερα προ εικοσαετίας όταν κατέφθασαν οι πρώτοι μετανάστες από Αλβανία και άλλες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Θυμάμαι ότι τα Αλβανάκια ειδικά στοχοποιούνταν και στιγματίζονταν όχι μόνο στο σχολείο αλλά σε όλες τους τις δραστηριότητες. Οτιδήποτε παραβατικό, κάποια κλοπή ή βανδαλισμός π.χ., αποδιδόταν αυτομάτως σε αυτά. 

Θυμάμαι χαρακτηριστικά πριν από αρκετά χρόνια όταν δούλευα σε σχολείο στα Κάτω Πατήσια που παιδιά από την Αλβανία 12-13 χρονών υποβάλλονταν σε σωματικό έλεγχο από συμμαθήτριές τους εν είδει «παιχνιδιού». Τους άνοιγαν τις τσάντες να δουν αν έχουν κάτι «παράνομο», τέτοια. Δεν υπήρχαν μάλιστα τότε –εξόν λίγες αλληλέγγυες πρωτοβουλίες– θεσμοί να στηρίξουν αυτά τα παιδιά τα οποία ζούσαν σε έναν παράλληλο κόσμο, ακατάληπτο για μας τους υπόλοιπους. 

 — Τα ίδια τα ελληνικής ιθαγένειας παιδιά πώς αντιδρούν; 
Παρατηρώ ότι είναι πιο προχωρημένα από τους ενήλικους. Ακόμα κι αν τα «βομβαρδίζει» με αρνητικά μηνύματα το περιβάλλον ορισμένων. Κάθονται, βλέπεις, στα ίδια θρανία με τα προσφυγόπουλα και τα μεταναστόπουλα, διαβάζουν μαζί, παίζουν μαζί, φλερτάρουν κιόλας σε λίγο μεγαλύτερες ηλικίες. Δεν κάνουν διακρίσεις, δεν το σκέφτονται καν σαν πρόβλημα ότι ο άλλος έχει διαφορετική καταγωγή, θρησκεία ή χρώμα γιατί ακριβώς μεγάλωσαν έχοντας ως δεδομένη μια πραγματικότητα που «δυσκολεύει» κάποιους από μας. 

Βλέπω για παράδειγμα τα φιλαράκια του ανιψιού μου και χαίρομαι που πλέον δημιουργούνται πολλές «πολύχρωμες» παρέες παιδιών, πολυεθνικές κι ανοικτόμυαλες, χαίρομαι που παιδάκια από άλλες φυλές και ηπείρους μιλάνε τη γλώσσα μου σαν δική τους. Έχω πολλές συγκινητικές ιστορίες Ελληνόπουλων που εκφράζανε με διάφορους τρόπους την αλληλεγγύη τους – θυμάμαι π.χ. τα «τεταρτάκια» στο 9ο δημοτικό Αγίου Δημητρίου να συγκεντρώνουν με δική τους πρωτοβουλία χρήματα ώστε να προμηθεύσουν εξοπλισμό στο νηπιαγωγείο που φτιάχναμε τότε στο Σχιστό: μαξιλάρια, τραπεζάκια, καρέκλες, γραφική ύλη κ.λπ. 

— Δεν είναι οπότε, πιστεύεις, τα πράγματα τόσο «μαύρα». 
 Όχι και ευτυχώς. Τείνουμε, νομίζω, να υπερβάλλουμε για τα ρατσιστικά αισθήματα των Ελλήνων. Είναι σαφώς μια πραγματικότητα που μας πονάει και που βεβαίως αντιπαλεύουμε. Υπάρχει εντούτοις κι ένας άλλος τύπος Έλληνα που δεν του έχουμε δώσει, θαρρώ, πολλή σημασία και ο οποίος δίχως να είναι απαραίτητα ριζοσπαστικοποιημένος πολιτικά ξέρει να αγαπάει, να νοιάζεται, να μην αντιμετωπίζει το διαφορετικό σαν απειλή. 

Μπορεί πολλοί άνθρωποι να είναι εγκλωβισμένοι ιδεολογικά, ανασφαλείς, εξουθενωμένοι επίσης από όσα απανωτά συνέβησαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, ωστόσο σε γενικές γραμμές οι περισσότερες τοπικές κοινωνίες καλοδέχτηκαν τους πρόσφυγες. Όταν έγιναν τα επεισόδια με τους Χρυσαυγίτες στο Νέο Ικόνιο είχε, θυμάμαι, βγει μια δημοσκόπηση η οποία έδειχνε πως το 70% των γονιών της περιοχής τάσσονταν υπέρ της εκπαίδευσης των προσφυγόπουλων στα ίδια σχολεία με τα δικά τους παιδιά. Ωστόσο τα ΜΜΕ δεν εστίασαν εκεί αλλά στους 5-10 «εγκάθετους» που δημιούργησαν τη φασαρία...
Στο Παιδικό Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Τέχνης και Αποδοχής προσκαλούμε μετανάστες και πρόσφυγες καλλιτέχνες και στήνουμε μια γιορτή υπέρ της αποδοχής και της συνύπαρξης με θέατρο, μουσική, εικαστικά κ.λπ. Στο Παιδικό Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Τέχνης και Αποδοχής προσκαλούμε μετανάστες και πρόσφυγες καλλιτέχνες και στήνουμε μια γιορτή υπέρ της αποδοχής και της συνύπαρξης με θέατρο, μουσική, εικαστικά κ.λπ.
 — Μιλώντας με δασκάλους για το ζήτημα της εκπαίδευσης των προσφυγόπουλων άκουγα ότι δεν μπορεί να γίνει εύκολα συστηματική δουλειά γιατί εκτός των άλλων τα περισσότερα, όπως άλλωστε και οι οικογένειές τους, βλέπουν την Ελλάδα ως προσωρινό σταθμό. 
Αυτό είναι πράγματι ένα επιπλέον πρόβλημα. Το '16 το υπουργείο Παιδείας εφάρμοσε την άνευ προϋποθέσεων υποδοχή μαθητών από οικογένειες που αιτούνται άσυλο σε δημόσια σχολεία. Ένα μέτρο μάλλον μοναδικό στην Ευρώπη, ιδιαίτερα θετικό όσο αφορά την κοινωνικοποίηση, καθώς επίσης θεραπευτικό για παιδιά που προέρχονται από εμπόλεμες ζώνες έχοντας στερηθεί ακόμα και τη βασική εκπαίδευση. 

Από κει και πέρα όμως δημιουργούνται διάφορα θέματα, ορισμένα δε ξεκινούν από τις προσφυγικές κοινότητες καθαυτές. Αν εσύ θέλεις άμεσα με κάθε τρόπο να φύγεις για Ευρώπη, όσες βοήθειες κι αν σου προσφέρονται σε αφήνουν μάλλον αδιάφορο. Υπάρχουν παιδιά που βρίσκονται δύο και τρία χρόνια στη χώρα και δεν ξέρουν λέξη ελληνικά, όταν τα παιδιά Αλβανών μεταναστών προ εικοσαετίας μάθαιναν τη γλώσσα μέσα σε τρεις μήνες ακριβώς επειδή έβλεπαν την Ελλάδα ως τη νέα πατρίδα τους κι επιθυμούσαν άμεση ενσωμάτωση. Τα ίδια προσφυγάκια αν βρεθούν στη Γερμανία π.χ., θα μάθουν γερμανικά όσο γρήγορα μάθανε ελληνικά εκείνα τα Αλβανάκια. 

Αυτή η κατάσταση διαρκούς αναμονής και μιας ελπίδας που συνορεύει με την ψευδαίσθηση κρατά κάποιο κόσμο «καθηλωμένο» στο εκπαιδευτικό, το εργασιακό και άλλα ζητήματα, ευνοώντας φαινόμενα ιδρυματισμού και μια κουλτούρα εξάρτησης. 

— Έχεις δουλέψει και με Ρομά μαθητές που είναι συχνά εξίσου «ανεπιθύμητοι». Ναι, σε Μενίδι και Ίλιον. Όπως γράφω, η λανθασμένη μέθοδος που ακολουθήσαμε για την ένταξη των Ρομά μοιάζει πολύ με αυτήν που εφαρμόσαμε τώρα για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Τους πετάξαμε μερικά ξεροκόμματα εν είδει επιδομάτων και πιστέψαμε ότι έτσι θα λυθεί αυτόματα το πρόβλημα. Χρειάζονταν όμως περισσότερα πράγματα όπως o σεβασμός στη δική τους ιδιαίτερη κουλτούρα, η κατανόησή της κ.λπ. 

Τώρα, τόσο στους Ρομά όσο και στους πρόσφυγες από συντηρητικές ισλαμικές κοινωνίες, κυρίως, θα συναντήσεις αφενός οικογένειες αποφασισμένες να στείλουν στο Πανεπιστήμιο τα παιδιά τους και να ανοιχτούν γενικότερα στην κοινωνία, αφετέρου άλλες πιο κλειστές που ακολουθώντας τις «παραδόσεις» θα παντρέψουν τα παιδιά τους από την προεφηβεία ακόμα, θα τα προσανατολίσουν να συναναστρέφονται μόνο ομόθρησκους ή ομόφυλους, θα θεωρήσουν πολυτέλεια την εκπαίδευσή τους κ.λπ. Χρειάζονται επομένως βήματα κι από τις δύο πλευρές. 

Φυσικά κάθε περίπτωση διαφέρει, δεν υπάρχει κάποιος γενικός κανόνας σχετικός με τη φυλή, την εθνικότητα ή το θρήσκευμα. Έχω γνωρίσει πάντως πολλές τέτοιες προοδευτικές οικογένειες προσφύγων και Ρομά, κάποτε δε συνάντησα Ρομά με διδακτορικό στη Θεολογία που περιμένοντας να διοριστεί πουλούσε χαλιά στα πανηγύρια! 

 — Οι εκπαιδευτικοί μας πόσο καλά ανταποκρίνονται πιστεύεις στις ανάγκες μιας διαπολιτισμικής παιδείας; 
Πολλοί εκπαιδευτικοί έχουν μεν πράγματι τη θέληση να προσφέρουν, όχι όμως και την κατάρτιση. Το υπουργείο έκανε μια προσπάθεια να μοριοδοτήσει τους έχοντες κάποια πτυχία ή μεταπτυχιακά στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, υπήρξαν όμως συνδικαλιστικές αντιδράσεις καθώς θεωρήθηκε διάκριση. Δεν αναζητήθηκε κάποια καλύτερη λύση ενώ ταυτόχρονα δεν είναι κι ο ευκολότερος πληθυσμός αυτοί οι μαθητές. Πολλοί δεν πήγαν ποτέ σχολείο και πέρα από τη γλώσσα αντιμετωπίζουν κι άλλες δυσκολίες προσαρμογής, χρειάζονται οπότε δάσκαλους με ανάλογη κατάρτιση. 

 — Κάποιες εμπειρίες από το πεδίο αυτό που σου έμειναν περισσότερο; 
 Αρκετές ώστε να βγάλω ολόκληρο βιβλίο! Θα σταθώ όμως ιδιαίτερα στην περίπτωση του κουρδικής καταγωγής Mhamad Nakam που επιμελήθηκε και το εξώφυλλο. Ο «μικρός Βαν Γκονγκ», όπως τον λέγαμε, είναι από εκείνα τα προσφυγόπουλα που ήρθαν μόνα τους και που επέλεξαν να παραμείνουν στην Ελλάδα και να φτιάξουν εδώ τη ζωή τους. Αρχικά, μάλιστα, προτίμησε να μείνει στον δρόμο από το να πάει σε κάποια δομή, δεν ήθελε να «γκετοποιηθεί». Σήμερα ζει από την τέχνη του, νοικιάζει δικό του σπίτι, είναι πια «ένας από μας». 

Ένα άλλο ευχάριστο είναι να βλέπεις κορίτσια ιδίως από χώρες όπως είπαμε συντηρητικές, θρησκευτικά και κοινωνικά, να ανταποκρίνονται με μεγάλο ενθουσιασμό στα ερεθίσματα του νέου τους σχολικού περιβάλλοντος που είναι και γι' αυτά μια πρώτη ευκαιρία επαφής με ένα άλλο πολιτισμικό μοντέλο. Ντύνονται πιο ευρωπαϊκά, κινούνται κι εκφράζονται πιο ελεύθερα, τολμούν το φλερτ, δοκιμάζουν δηλαδή πράγματα που μέχρι πρόσφατα τους ήταν απαγορευμένα. 

 — Επιμελείσαι επίσης εδώ και χρόνια το Παιδικό Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Τέχνης και Αποδοχής. 
Πρόκειται για μια δράση που ξεκίνησε το 2001 και πραγματοποιείται κάθε Μάιο – εξαίρεση ο φετινός εξαιτίας των εκλογών! Προσκαλούμε μετανάστες και πρόσφυγες καλλιτέχνες και στήνουμε μια γιορτή υπέρ της αποδοχής και της συνύπαρξης με θέατρο, μουσική, εικαστικά κ.λπ. Αρχικά διεξαγόταν σε σχολεία και την τελευταία διετία στον πεζόδρομο του Θησείου υπό την αιγίδα του δήμου Αθηναίων. Εκεί σκοπεύουμε να το στήσουμε και του χρόνου, σε συνεργασία μάλιστα με τις προσφυγικές κοινότητες. Ενθαρρύνουμε επιπλέον τη διοργάνωση κι άλλων τέτοιων φεστιβάλ ανά τη χώρα, ήδη ετοιμάζεται ένα αντίστοιχο στην Κρήτη. 

 — Κρατάς επαφές με πρόσφυγες πρώην μαθητές-τριες σου που τελικά «ρίζωσαν» κάπου στην Ευρώπη; 
Βέβαια, με αρκετούς, μέσω Facebook κυρίως. Χαίρομαι να μαθαίνω ότι προκόβουν, συγκινούμαι δε όταν εκφράζουν ευγνωμοσύνη για τη λίγη έστω βοήθεια που τους προσέφερα. Όχι, δεν ρωτώ ποτέ αν είναι καλύτερα εκεί που βρίσκονται τώρα, δεν θα είχε καν νόημα, ωστόσο οι περισσότεροι-ες τρέφουν πολύ καλά αισθήματα για τη χώρα μας. Υπάρχουν έπειτα περιπτώσεις που έφτασαν μεν στη Γερμανία ή αλλού αλλά τελικά επέστρεψαν οικειοθελώς στην Ελλάδα, βρήκαν ότι τους ταιριάζει καλύτερα αυτό εδώ το «χυμαδιό»! 

 — Στο βιβλίο μέμφεσαι και κάποιες μορφές συμπαράστασης που τείνουν, καθώς λες, στη χειραγώγηση. 
Κοντά στην αυθεντική αλληλεγγύη υπάρχει δυστυχώς και η «χειριστική», έστω κι αν έχει καλές προθέσεις. Είναι κάποιοι άνθρωποι που πιστεύουν ότι ξέρουν καλύτερα από τους πρόσφυγες τι θέλουν και πώς. Σε χειρισμό της εικόνας του πρόσφυγα προβαίνουν ακόμα και ΜΜΕ. 

Αναφέρω μάλιστα μια περίπτωση γνωστού μου παιδιού που αφού πείστηκε να μιλήσει σε κάποια εφημερίδα, εκφράστηκε με ζέση κι αισιοδοξία για τη νέα του ζωή εδώ, τις ελευθερίες που απολάμβανε, τις καινούργιες παρέες, τις προσδοκίες του κ.λπ. Όταν όμως η συνέντευξη δημοσιεύτηκε, ήταν σαν να την έδωσε άλλο πρόσωπο. Οι απαντήσεις απέπνεαν απελπισία, μιζέρια και θυματοποίηση γιατί αυτό έκρινε ο συντάκτης ή οι προϊστάμενοί του ότι «πουλούσε» περισσότερο! 

Υπάρχει θα έλεγα μια εμμονή στην εικόνα του δυστυχισμένου πρόσφυγα που δεν είναι πάντοτε ρεαλιστική. Υπάρχουν π.χ. παιδιά που ζουν πάνω από πέντε χρόνια στην Ελλάδα, έχουν αποκτήσει πια άλλα βιώματα και παραστάσεις αλλά εμείς εξακολουθούμε να τους ζητάμε να ζωγραφίσουν τη φουσκωτή βάρκα ή το σπίτι τους που κάηκε. Κάποιοι πανεπιστημιακοί ερευνητές πάλι ζητούσαν άδεια να μπουν στις δομές για να καταγράψουν το καταθλιπτικό προφίλ των προσφύγων. Ε, φτάνει κάπου με αυτή τη νοοτροπία. Δεν είναι καν αναλογικά περισσότεροι οι πρόσφυγες με παθολογική κατάθλιψη από ό,τι ο υπόλοιπος πληθυσμός. 

Ο διαρκής οίκτος δεν είναι αλληλεγγύη, εθίζει επιπλέον τους ίδιους τους «ωφελούμενους» στην αδράνεια και την αυτολύπηση. Εγώ, ας πούμε, δεν θέλω –και ούτε εκείνος– να είναι «ο Μοχάμετ ο πρόσφυγας», θέλω να είναι «ο Μοχάμετ ο ζωγράφος», ο γιατρός, ο μάγειρας, ο μηχανικός κ.λπ., να μην περιορίζεται δηλαδή στην πρώτη του ταυτότητα όντας πια πολίτης.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πηγή: www.lifo.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι