Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Πώς ένας γονιός κάνει το παιδί του να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση

H αυτοεκτίμηση είναι ένα από τα απαραίτητα χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, για να βαδίσει στη ζωή του κάνοντας τις επιλογές που του ταιριάζουν. Με βάση το επίπεδο της αυτοεκτίμησής του ο καθένας επιλέγει τους ανθρώπους και τις καταστάσεις που του αξίζουν. Πόσο ρόλο όμως παίζουν οι γονείς στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης; Και πώς μπορεί ένας γονιός, όχι ηθελημένα φυσικά, να κάνει το παιδί του να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση.


Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά…
Υπάρχουν τρεις βασικές αιτίες χαμηλής αυτοεκτίμησης. Η πρώτη είναι μια σειρά από αυτοκαταστροφικές αντιλήψεις, πεποιθήσεις και αξίες που έχετε αποδεχτεί από τους γονείς σας. Η δεύτερη αιτία είναι ένα σύνολο ταπεινωτικών χαρακτηρισμών, των οποίων γίνεστε αποδέκτες κατά τα σχολικά σας χρόνια, που σχηματίζεται λόγω των λανθασμένων και στρεβλών αντιλήψεων των δασκάλων και από άλλους παράγοντες όπως ο επαγγελματικός προσανατολισμός και τα τεστ νοημοσύνης. Η τρίτη αιτία πηγάζει από την αρνητική θρησκευτική εξαρτημένη μάθηση και την υπερβολική έμφαση που δίνει στα αισθήματα ενοχής και αναξιότητας. Παρότι υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στη δημιουργία χαμηλής αυτοεκτίμησης, οι τρεις παραπάνω είναι οι σημαντικότεροι. Το κεφάλαιο αυτό αναφέρεται στον πρώτο από αυτούς τους παράγοντες.
Μακράν ο ισχυρότερος παράγοντας που συμβάλλει στην ανάπτυξη χαμηλής αυτοεκτίμησης είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση των γονιών μας. Αυτό ισχύει ειδικά για τη μητέρα μας, το άτομο με το οποίο συνήθως περνάμε τα χρόνια κατά τα οποία διαμορφωνόμαστε. Επειδή οι περισσότεροι ενήλικοι παλεύουν με λανθασμένες αντιλήψεις, αξίες και πεποιθήσεις, οι ιδέες αυτές περνούν στα παιδιά σαν μεταδοτική ασθένεια μέσω συμπεριφορών, πράξεων και αντιδράσεων. Αν οι γονείς αισθάνονται ανεπαρκείς και υποδεέστεροι, εμείς, ως παιδιά, θα αισθανόμαστε ανάξιοι και ως αποτέλεσμα θα είμαστε ανίκανοι να αντιμετωπίσουμε ακόμη και τα απλούστερα προβλήματα στο σπίτι ή στο σχολείο. Ουσιαστικά, οι «λανθασμένες» εικασίες των γονιών μας γίνονται τα «δεδομένα» της ύπαρξής μας. Όσα ακολουθούν θα σας βοηθήσουν να αντιληφθείτε γιατί συμβαίνει αυτό.
Από τη στιγμή που γεννιέστε μέχρι την ηλικία περίπου των πέντε ετών, ο εγκέφαλός σας αναπτύσσεται ταχύτατα. Οι ψυχολόγοι αναφέρονται σε αυτή την περίοδο ταχείας ανάπτυξης ως περίοδο αποτύπωσης. Κατά τη διάρκειά της ο εγκέφαλός σας δεχόταν κρίσιμες και μόνιμες αισθητήριες εντυπώσεις, οι οποίες συνέβαλαν στη διαμόρφωση των συμπεριφορικών προτύπων σας. Εύκολα μπορείτε να αντιληφθείτε πως εάν ένας ή και οι δύο γονείς παρουσίαζαν χαμηλή αυτοεκτίμηση εκείνη την περίοδο, αυτό θα μπορούσε εύκολα να απορροφηθεί από τον ευεπηρέαστο εγκέφαλο του παιδιού.

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση εμφανίστηκε όταν κάνατε το πρώτο σας λάθος και σας είπαν ότι ήσαστε «κακό παιδί».
Εσείς παρερμηνεύσατε τα λόγια αυτά και αισθανθήκατε ότι εσείς ήσαστε «κακοί», όταν στην πραγματικότητα μόνο οι πράξεις σας ήταν «κακές». Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει «κακό παιδί». Το μόνο «κακό» με οποιοδήποτε παιδί είναι η έλλειψη επίγνωσης σχετικά με το τι παράγει θετικά αποτελέσματα.
Προφανώς υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα που δεν πρέπει να κάνει ένα παιδί, τα οποία αναγκαία πρέπει να επισύρουν κάποια λογική μορφή σωφρονισμού. Όμως τα πράγματα αυτά από μόνα τους δεν κάνουν ποτέ ένα παιδί «κακό». Λέγοντάς σας ότι ήσαστε «κακό παιδί», σας έκαναν να ταυτιστείτε με τις πράξεις σας αντί να κατανοήσετε ότι οι πράξεις σας δεν είναι τίποτα παραπάνω από τα μέσα με τα οποία επιλέγετε να ικανοποιήσετε τις κυρίαρχες ανάγκες σας. Αν αυτό δεν γίνει κατανοητό από το παιδί και πιστεύει ότι είναι πραγματικά κακό, θα αναπτύξει αισθήματα αναξιότητας και κατωτερότητας, τα οποία θα προγραμματιστούν στο υποσυνείδητό του. Τα αισθήματα αυτά θα εκδηλωθούν στη συνέχεια ως ντροπή, αυτοκαταδίκη, τύψεις ή, το χειρότερο απ’ όλα, ενοχές.
Η χαμηλή ή αρνητική αυτοεκτίμηση αναπτύσσεται περαιτέρω μέσω της ευρείας συνήθειας να ταπεινώνουμε τα παιδιά κάνοντας συγκρίσεις. Όταν οι γονείς συγκρίνουν το παιδί με τον αδελφό, την αδελφή ή ιδίως με κάποιον εκτός της οικογένειας, το αίσθημα κατωτερότητας του παιδιού αυξάνεται. Υπό το φως των ελαττωμάτων που έχει αναγκαστεί να αποδεχτεί ως μέρος του χαρακτήρα του, συγκρίνει τον εαυτό του με παιδιά της ίδιας ηλικίας που θαυμάζει. Πιστεύοντας ότι είναι προικισμένα με περισσότερη δύναμη, ικανότητα, δημοτικότητα και αυτοπεποίθηση απ’ ό,τι αυτό, κυριεύεται από ένα καταστροφικό αίσθημα κατωτερότητας. Αν οι γονείς εξισορροπούσαν την επίκρισή τους με ενθαρρυντικές φράσεις όπως «παραείσαι καλό παιδί για να επιτρέψεις να συμβεί κάτι τέτοιο», ο αρνητικός προγραμματισμός αυτού του είδους μπορεί κατά κύριο λόγο να αποφευχθεί.

Η έλλειψη αναγνώρισης ή εκτίμησης της μοναδικότητας ενός παιδιού αποτελεί ένα άλλο κοινό σφάλμα που κάνουν οι γονείς.
Οι περισσότεροι δίνουν μικρή σημασία στα αισθήματα, στις επιθυμίες και τις απόψεις των παιδιών τους απορρίπτοντάς τα με ρητά όπως «Τα παιδιά πρέπει να σιωπούν» και «Η μαμά (ο μπαμπάς) ξέρει καλύτερα!». Συχνά, εισπράττουν τη διαφωνία ως προσωπική προσβολή ή κατάφωρη ασέβεια. Επιφανείς παιδοψυχολόγοι συμφωνούν ότι η συμπεριφορά αυτή οφείλεται στη χαμηλή αυτοεκτίμηση των γονιών που εκφράζεται ως ανάγκη να έχουν πάντα δίκιο.
Το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός γονιών ζουν τη ζωή τους μέσω των παιδιών τους είναι ανησυχητικό. Έχοντας αποφασίσει πως το παιδί τους θα γίνει ό,τι εκείνοι επιθυμούσαν κρυφά ή ό,τι δεν έγιναν, πιέζουν το παιδί πέρα από τις δυνατότητές του. Επιθυμούν να πραγματοποιήσουν μέσω των παιδιών τους τα δικά τους απραγματοποίητα όνειρα επιτυχίας. Φυσικά αυτό γίνεται σε βάρος του παιδιού. Αυτό που δεν συνειδητοποιούν όλοι αυτοί οι γονείς, είναι ότι το παιδί δεν είναι ικανό να ανταποκριθεί στα παράλογα υψηλά τους πρότυπα, γιατί απλώς δεν έχει αναπτύξει –ή μπορεί και να μην κατέχει– τη συναισθηματική, νοητική ή σωματική ικανότητα για να το κάνει.
Η εξωτερική εμφάνιση αποτελεί επίσης βασικό αίτιο χαμηλής αυτοεκτίμησης και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι της αποδίδεται συνήθως. Μερικά παιδιά πάσχουν από σωματική, νοητική και συναισθηματική αναπηρία λόγω ασυνήθιστης ή μη φυσιολογικής εξωτερικής εμφάνισης. Υπενθυμίζοντάς τους συνεχώς το πρόβλημα και λέγοντάς τους ότι είναι «πολύ χοντρά», «πολύ ψηλά», «πολύ αργά» κτλ., αναπτύσσουν βαθιά συναισθήματα κατωτερότητας που δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν.

Αποστόλου και ευαγγελιστού Ματθαίου, Προστάτη της Οικονομίας

Ο Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ματθαῖος καταγόταν ἀπό τήν Γαλιλαία. Προτοῦ γίνει μαθητής τοῦ Κυρίου ἀσκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη.
Μία μέρα καί ἐνῶ καθόταν στό τελωνεῖο του, ἔξω ἀπό τήν Καπερναοῦμ, τόν πλησίασε ὁ Ἰησοῦς καί τοῦ ζήτησε νά τόν ἀκολουθήσει. Ὁ Ματθαῖος ὑπάκουσε καί δέχθηκε τόν Κύριο στήν οἰκία του, ὅπου παρέθεσε γεῦμα σέ Αὐτόν καθώς καί σέ πολλούς τελῶνες, μέ τούς ὁποίους ὁ Ἰησοῦς συζήτησε καί συνέφαγε, ἐνέργεια γιά τήν ὁποία κατηγορήθηκε ἀπό κάποιους Φαρισαίους. Ὅταν ὁ Κύριος πληροφορήθηκε τίς κατηγορίες ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Δέν ἦρθα γιά νά καλέσω τούς δικαίους, ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς σέ μετάνοια».
Ἔκτοτε ὁ Ματθαῖος ὑπῆρξε μαθητής καί Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου. Ἔπειτα ἀπό τήν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ Ματθαῖος ἀνέλαβε νά κηρύξει τόν λόγο τοῦ Κυρίου στούς Πάρθους καί στούς Μήδους. Κατά τήν ἐκτέλεση τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου, ὁ Ματθαῖος, ἐπιτέλεσε πλῆθος θαυμάτων.
Ὡς εὐαγγελιστής ἔχει σύμβολο ἕναν φτερωτό ἄνθρωπο. Στό ἀνεκτίμητης ἀξίας ἔργο του περιλαμβάνεται καί ἡ συγγραφή τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Θείας ἤκουσας, φωνῆς τοῦ Λόγου, καί τῆς πίστεως, τό φῶς ἐδέξω, καταλείψας τελωνείου τόν σύνδεσμον· ὅθεν Χριστοῦ τήν ἀπόρρητον κένωσιν, εὐηγγελίσω Ματθαῖε Ἀπόστολε. Καί νῦν πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σέ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμόν καί μέγα ἔλεος.

Περισσότερα εδώ 
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι