Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Πουλάνε τα νεφρά τους
για να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους τα προς το ζην

Κόμπο στο στομάχι προκαλεί η κραυγή απελπισίας ενός νεαρού οικογενειάρχη από την Καλαμάτα, που δηλώνει ικανός να βγάλει στο σφυρί το νεφρό του, προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην στη μονάκριβη κόρη του.

Η συγκλονιστική περίπτωση του 32χρονου Καλαματιανού, που καταδεικνύει την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει ορισμένες οικογένειες, είναι η δεύτερη σε διάστημα μόλις πέντε ημερών. Είχε προηγηθεί ο Ηρακλειώτης Σ.Α., ο οποίος, επίσης, είχε δηλώσει πρόθυμος να πουλήσει το νεφρό του, για να ζήσει την οικογένειά του.
«Σκέφτομαι να πουλήσω το νεφρό μου, για να ζήσω», λέει και ο 32χρονος Καλαματιανός, απευθύνοντας έκκληση για βοήθεια, προκειμένου η οικογένειά του να μην βρεθεί στο δρόμο.
Η 25χρονη σύζυγός του μίλησε στην «Espresso» και αποκάλυψε το δράμα που βιώνουν. «Είναι φορές που δεν έχουμε να φάμε, που η κόρη μας, τεσσάρων ετών, ζητάει κάτι να βάλει στο στόμα της και δεν έχουμε τη δυνατότητα να της το προσφέρουμε. Είμαστε σε απελπιστική κατάσταση», είναι τα λόγια της νεαρής μητέρας, η οποία αναφέρει ότι αδυνατεί να δουλέψει, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια, ενώ ο άνδρας της είναι χρόνια άνεργος:
«Ζούμε σε ένα μικρό διαμέρισμα, στο οποίο δίνουμε νοίκι 200 ευρώ. Ήδη, χρωστάμε τρία και η ιδιοκτήτρια σε λίγο θα μας κάνει έξωση. Χρωστάμε ακόμη φως και νερό.
Ο άντρας μου παλιότερα έκανε κάτι μεροκάματα σε αγροτικές εργασίες, είχε δουλέψει κι ένα διάστημα στο δήμο, αλλά πλέον δεν υπάρχει δουλειά. Έχουμε περάσει μέρες νηστικοί.
Στέλνω το παιδί στον παιδικό σταθμό δίχως κολατσιό και-δόξα τω Θεώ-της προσφέρουν εκεί φαγητό. Όταν την ακούς, όμως, στο σπίτι να λέει ότι πεινάει και να μην μπορείς να της δώσεις φαγητό, τι κάνεις;», περιγράφει με φωνή που κομπιάζει.
Κάποιοι συγγενείς και γνωστοί οι οποίοι τους στήριζαν οικονομικά, τώρα τα βγάζουν πέρα με δυσκολία και δεν μπορούν να συνεχίσουν: «Γι’ αυτόν το λόγο, ο άνδρας μου έφτασε στο σημείο να δημοσιοποιήσει το θέμα, προσφέροντας το νεφρό του. Ντρέπεται γι’ αυτό, αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Το παιδί δεν έχει τα βασικά. Ένα γάλα, ένα κουλούρι. Κάνουμε έκκληση για μία δουλειά ή έστω κάποιος να μας βοηθήσει, προσφέροντάς μας ρούχα ή κουβέρτες, γιατί περνάμε πολύ δύσκολα».

bizznews

Διονύσιος Σολωμός: «Η Ελληνίδα Μάνα» - Επέτειος θανάτου του Εθνικού μας Ποιητή (9 Φεβρουαρίου 1857)

 
Κρέμεται το σπαθί κοντά στην κούνια σου, καλό μου,
αλλά το χέρι δεν είναι που το ’σφιγγε στη νίκη.
Μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.
Κάμπους, βουνά, χωρίς αυτόν μάχης καπνοί σκεπάζουν.
.
αλλ’ αυτό τώρα που κουνώ τ’ αμέριμνο κορμάκι
αύριο θα γίνει δύναμη που ο λογισμός κινάει,
και στήθι αντρίκειο θα σταθεί στες σαϊτιές της μοίρας.
Βρέχει τα βέλη της αυτή στα ύψη των ανδρείων,
που εκεί στημένοι στερεοί λάμπουν στη μάχη θείοι.
.
Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,
τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη.

Όλα τα ερείπια γύρω της κοιτά χαμογελώντας,
κι ανθοί σ’ αυτά, παντού κι αργά, βλασταίνουν ως τον τάφο.
φυτρώνει και στο σκότος του του Παραδείσου τ’ άνθι.
.
Του κόρφου συ, της αγκαλιάς αγαπημένο βάρος,
σπούδαξε, μην αργοπορείς βάρος να γίνεις τρόμου
εκεί που οι χείμαρροι του εχθρού τρομαχτικά βρυχίζουν....

Το παραμύθι της Ελιάς

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά.
Κάθε μέρα η Ελιά γύριζε τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και δυστυχισμένος και γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη. 
Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν. Κι από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε. Βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ.
Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, την έπλυνε, την ταΐσε. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον παράλυτο γέρο με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει αέρα και ήλιο.
Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όλο δούλευε, όσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν.
Τι να κάνω, τι να κάνω. Δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία.
Το σπουργίτι που την είδε τόσο στενοχωρημένη - και που την αγαπούσε γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα - δεν άντεξε και πέταξε βαθιά στο δάσος.

Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:
Τρέξε, καλή νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.
Η καλή νεράιδα ανήσυχη έτρεξε στην αυλή της Ελιάς και τη ρώτησε:
Τι έχεις, Ελιά μου, κι είσαι τόσο λυπημένη;
Αχ, καλή μου νεράιδα. Δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια και δυστυχία γύρω μου.
Και τι θέλεις, δηλαδή;
θέλω να τους γίνω χρήσιμη, θέλω να τους προσφέρω κάτι πολύτιμο που να τους δώσει ζωή και χαρά.
Το θέλεις αλήθεια τόσο πολύ;
Και βέβαια το θέλω, δε βλέπεις πως έλιωσα από τη στενοχώρια μου;
Τότε σταμάτησε να στενοχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις. 
Και τσουπ! την άγγιξε με το ραβδάκι της κι αμέσως η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα, λουλουδάκια άσπρα, που έγιναν ελιές πράσινες, μοβ, μαύρες.
Έπεσαν στη γη, τα κουκούτσια φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν ένα μεγάλο ελαιώνα.
Ήρθαν οι γείτονες, μάζεψαν τις ελιές,έβγαλαν λάδι,
έφαγαν, χόρτασαν, ρόδισαν τα μαγουλά τους, ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν και να ζουν ευτυχισμένοι.
Για να ευχαριστήσουν την ελιά και να της δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι τους, το έβαλαν στο καντήλι, για να θυμίζουν στην Παναγιά και στο Χριστό, την καλοσύνη της ελιάς και την αγάπη της για τον κόσμο.
Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε. Κι ο Χριστός κάτω απ' την ελιά ήρθε και ξεκουράστηκε.
Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση στον ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονται οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να 'ναι γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί, και να φωτίζονται απ' τις καντήλες όλες οι εκκλησιές.