Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

Τα λάθη που δεν πρέπει να κάνουμε ως γονείς, επειδή ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω...

από Λίνα Σερέτη

Το να είναι κανείς γονιός δεν είναι μια απλή υπόθεση, αλλά μια πολυσύνθετη καθημερινή προσπάθεια να εξασφαλίσει στο παιδί του ένα ευτυχισμένο μέλλον ως συγκροτημένος και υγιής ενήλικας. 

Στην προσπάθεια όμως αυτή, δεν είναι λίγες οι φορές που κάνουμε λάθη τα οποία έρχονται και μας στοιχειώνουν χρόνια μετά, όταν παρατηρούμε ή βιώνουμε τις συνέπειές τους.

Μερικές τέτοιες περιπτώσεις, που οι γονείς αντιλαμβάνονται αργά ότι θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικοί τον καιρό που έπρεπε, είναι όταν συνειδητοποιούν πως:

Δεν είχαν ουσιαστική επικοινωνία με το παιδί
Είναι μαγικές οι στιγμές που σηματοδοτούν την εξέλιξη στην ικανότητα ενός παιδιού να επικοινωνεί με τον κόσμο γύρω του και τους πρώτους ανθρώπους που νιώθει οικείους, τους γονείς του. 
Και αν η καθημερινότητα είναι αμείλικτη, καλό είναι να την αψηφούμε πού και πού και στις προτεραιότητές μας να βάζουμε λίγο περισσότερο χρόνο με τα παιδιά μας για να μην το μετανιώσουμε αργότερα.

Δεν αγκάλιασαν τα παιδιά τους όσο θα ήθελαν
Καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά θέλουν να νιώθουν ότι οι γονείς είναι πάντα δίπλα τους έτοιμοι να τους προστατέψουν. 
Ο καλύτερος τρόπος να τους εμφυσήσουμε αυτό το αίσθημα ασφάλειας είναι με μια αγκαλιά μας. 
Αλλά και για εμάς, οι αγκαλιές στα παιδιά αποτελούν στιγμές γαλήνης και ευεξίας. 
Ας τις χορτάσουμε, λοιπόν, από νωρίς γιατί όταν θα μπουν στην εφηβεία... δεν θα είναι το καλύτερό τους.

Δεν έπαιξαν αρκετά δημιουργικά παιχνίδια μαζί τους
Τα παιδιά παίζουν. 
Αυτό είναι το μόνο που έχουν να κάνουν μέχρι το σχολείο να σοβαρέψει και είναι κρίμα να τα αφήνουμε να παίζουν μόνα τους με παιχνίδια που είναι αμφίβολο αν και κατά πόσο βοηθούν την εξέλιξή τους. 
Παίζοντας δημιουργικά παιχνίδια μαζί τους και δίνοντάς τους διαφορετικές προκλήσεις κάθε φορά, τους δίνουμε επιπλέον εφόδια ώστε να γίνουν οξυδερκείς, εφευρετικοί και δραστήριοι ενήλικες.

Ήταν πολύ αυστηροί
Πολλές φορές είτε από κούραση, είτε επειδή νομίζουμε ότι οφείλουμε να επιβληθούμε στα παιδιά μας με κάθε τρόπο, γινόμαστε κάτι παραπάνω από αυστηροί με δυσάρεστα αποτελέσματα. 
Αν δε θέλουμε να δημιουργήσουμε προβλήματα από το πουθενά και να υπονομεύσουμε το μέλλον των παιδιών μας, καλό είναι να ασχολούμαστε μαζί τους με περισσότερη υπομονή και επιείκεια, και να δείχνουμε εμπιστοσύνη στις αρετές τους αντί να τονίζουμε διαρκώς τις αδυναμίες τους.

Δεν άκουγαν την γνώμη τους
Συχνά, οι ανασφαλείς άνθρωποι έχουν μεγαλώσει σε σπίτια όπου η γνώμη τους δεν ακούστηκε ποτέ μέχρι να ενηλικιωθούν. 
Για να μην δούμε τα παιδιά μας να γίνονται ενήλικες χωρίς αυτοπεποίθηση ή ελεύθερη βούληση, ας δίνουμε καμιά φορά το βήμα και σ’ αυτά. 
Μπορεί να μην καταλαβαίνουν ακόμη τον κόσμο όπως εμείς, η καθαρή ματιά τους όμως, συχνά βρίσκει τον στόχο που εμείς έχουμε χάσει.

Ακολουθούσαν πολύ συχνά τις συμβουλές των άλλων
Δεν είναι απίθανο οι νέοι γονείς να νιώθουν ότι δεν ξέρουν αρκετά για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους όσο πιο σωστά γίνεται. 
Έτσι, πέφτουν εύκολα στην παγίδα να ακούν τις παραινέσεις των γύρω τους που θεωρούν τους εαυτούς τους αυθεντίες στην ανατροφή των παιδιών, απλώς και μόνο επειδή έχουν δικά τους. 
Όμως, για τα δικά μας παιδιά, εμείς πρέπει να αποφασίζουμε τι είναι καλύτερο και να μην παλινδρομούμε μεταξύ συμβουλών από διαφορετικές και αμφίβολης ποιότητας πηγές.

Δεν ήταν παρόντες στις πιο σημαντικές στιγμές για τα παιδιά
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή των παιδιών μας που, επειδή δεν είμαστε πια παιδιά, δεν αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικές είναι γι’ αυτά. Έτσι, τις χάνουμε, πληγώνοντας τα και μένουμε να κυνηγάμε διαρκώς την ευκαιρία να επανορθώσουμε. 
Το καλύτερο, όμως, είναι να τις αναγνωρίζουμε πριν έρθουν και να είμαστε εκεί, κάνοντάς αυτές τις στιγμές ακόμη πιο σημαντικές με την παρουσία και το χαμόγελό μας.

Πηγή και φωτογραφίες: brightside.me
mama365
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Eric Cantona: «Είμαι παιδί μεταναστών…» - What Is the Meaning of Life?

Ο Έρικ Καντονά ξετυλίγει το νήμα της ζωής του μέσα από τους μετανάστες γονείς του!

«Προέρχομαι από μια οικογένεια μεταναστών, επαναστατών, στρατιωτών και εργατών». Δεν είχαμε πολλά όταν ήμουν παιδί, αλλά για μένα, η αλήθεια της ζωής είναι ότι βρίσκαμε την έκσταση στις μικρές στιγμές. 

Μπορεί ένα μικρό πικ-νικ με την οικογένειά μας. Τρία ζευγάρια κάλτσες γυρισμένα σε μορφή μπάλας και δεμένα με ένα κορδόνι. 
Παίζαμε ποδόσφαιρο κάτω από τον ήλιο και μετά ξαπλώναμε στο χορτάρι. Εντυπωσιαζόμασταν με τα πάντα και με το τίποτα. Όταν αποσύρθηκα από το ποδόσφαιρο στα 30 μου, ξέρετε τι έκανα; 
Έκανα κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Πήγα να ζήσω στην πόλη που έπρεπε να εγκαταλείψουν οι παππούδες μου το 1939. Πήγα να ζήσω στη Βαρκελώνη». 
Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Έρικ Καντονά. Τον γάλο ποδοσφαιριστή που έπαιξε ποδόσφαιρο όπως ακριβώς ζει. Αντισυμβατικά.

This is the life of immigrants. You go where you must. You do what you must. So they went. They made a life for themselves.

Αντισυμβατική ζωή

Ο Καντονά σε γράμμα που δημοσιεύτηκε στο «The Players’ Tribune» μίλησε για την ιστορία της οικογένεια του. 
«Πρέπει να πάμε πίσω στο 1939, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφύλιου. Ο παππούς (από την πλευρά της μητέρας μου) ήταν από τη Βαρκελώνη και πολέμησε κατά του δικτάτορα Φράνκο μέχρι τέλους. 
Στο τέλος του πολέμου, ήταν καταζητούμενος και είχε μόνο λίγα λεπτά για να αποδράσει πριν καταλάβει την πόλη ο στρατός των φασιστών. Έπρεπε να περάσει τα Πυρηναία όρη με τα πόδια για να φτάσει στη Γαλλία και δεν είχε χρόνο για κανονικούς αποχαιρετισμούς. 
Αυτό ήταν το τέλος. Ζωή ή θάνατος. 

Έτσι, λίγο πριν φύγει, πήγε και βρήκε το κορίτσι του, και τη ρώτησε: «Είσαι έτοιμη να με ακολουθήσεις;» Ήταν 28 ετών. 
Εκείνη, 18. Έπρεπε να αφήσει πίσω την οικογένεια, τους φίλους της, τα πάντα. Αλλά του είπε: «Ναι, φυσικά!». Αυτή ήταν η γιαγιά μου.

Έζησαν στα στρατόπεδα προσφύγων στη γαλλική ακτογραμμή. Εκεί υπήρχαν πάνω από 100.000 Ισπανοί πρόσφυγες. 
Μπορείτε να φανταστείτε τι θα τους συνέβαινε αν δεν τους δέχονταν οι Γάλλοι; Αλλά όχι, έδειξαν συμπόνια. Η ανθρωπότητα πρέπει να δείχνει πάντα συμπόνια σε αυτούς που υποφέρουν. Οι παππούδες μου δεν είχαν τίποτα όταν έφτασαν. Έπρεπε να αρχίσουν τις ζωές τους από την αρχή. Αλλά μετά από λίγο καιρό, δόθηκε η ευκαιρία στους πρόσφυγες να δουλέψουν στην κατασκευή ενός φράγματος στο Saint-Etienne-Cantales.
Αυτή είναι η ζωή του πρόσφυγα. Πας εκεί που πρέπει και κάνεις αυτό που πρέπει. Και έτσι πήγαν. Και έφτιαξαν τη ζωή τους. 
Η μητέρα μου γεννήθηκε εκεί μετά από λίγα χρόνια και τελικά η οικογένεια μετακόμισε στη Μασσαλία. Αυτή η ιστορία τρέχει στο αίμα μου. Με διαμόρφωσε σαν άνθρωπο. Αλλά υπήρχε στο μυαλό μου μόνο σαν όνειρο. Δεν υπήρχαν φωτογραφίες αυτής της μάχης, μόνο ιστορίες. Δεν υπήρχε κάτι που μπορούσες να αγγίξεις, να δεις, από εκείνη την εποχή. 
Αλλά το 2007, η διάσημη «Μεξικάνικη Βαλίτσα» του φωτογράφου Robert Capa βρέθηκε σε ένα σπίτι στο Μέξικο Σίτι. Μέσα στα παλιά κουτιά, υπήρχαν 4.500 αρνητικά από τον Ισπανικό Εμφύλιο, τα οποία αγνοούνταν για πάνω από 60 χρόνια. Κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκαν στο Μεξικό. 
Ήμουν πολύ περίεργος, κι έτσι όταν έγινε μια έκθεση αυτών των φωτογραφιών στη Νέα Υόρκη, πήγα με τη γυναίκα μου. Οι περισσότερες φωτογραφίες ήταν απλά μικροσκοπικά αρνητικά. Χιλιάδες από αυτά. Έπρεπε να τα δεις κάτω από μεγεθυντικό φακό. Αλλά μερικές φωτογραφίες στη μέση της έκθεσης ήταν τεράστιες. Σχεδόν τρία μέτρα. Οι άνθρωποι στις φωτογραφίες ήταν στο πραγματικό τους μέγεθος, ήταν λες και θα τους έπιανες αν άπλωνες το χέρι σου. Και τότε είδα τον παππού μου.

Η άλλη μισή οικογένεια…

Όμως, αυτή είναι η μισή ιστορία μας. Υπάρχει άλλη μια φωτογραφία που καθορίζει τη ζωή μου. Οι παππούδες του πατέρα μου ήταν επίσης πρόσφυγες. Ήρθαν στη Γαλλία από τη Σαρδηνία για να γλιτώσουν από τη φτώχεια το 1911. 
Τρία χρόνια μετά, ο προπάππους μου κλήθηκε να υπηρετήσει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εισέπνευσε τόσα αέρια που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του καπνίζοντας ευκάλυπτο για να μπορέσει να αναπνεύσει καλύτερα. 
Ο γιος του, ο παππούς μου, πολέμησε με τους Γάλλους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και όταν επέστρεψε από τον πόλεμο, δούλεψε ως οικοδόμος. Αποταμίευσε αρκετά λεφτά ώστε να αγοράσει ένα κομμάτι γης στο λόφο της Μασσαλίας όταν ο πατέρας μου ήταν έφηβος. Το οικόπεδο είχε μια μικρή σπηλιά. Έπρεπε να ζήσουν κάπου όσο ο παππούς μου έχτιζε το σπίτι, άρα τι έκαναν; Απλό. Ζούσαν μέσα στη σπηλιά για δύο χρόνια. Το μόνο που είχαν για να ζεστάνουν τη σπηλιά ήταν ένας φούρνος.

Μοιάζει με αυτές τις ιστορίες που λένε οι οικογένειες «για τα παλιά χρόνια», αλλά υπάρχει μια φωτογραφία από το χειμώνα του 1956 με τους παππούδες και τον πατέρα μου στη σπηλιά, σκεπασμένους με κουβέρτες για να ζεσταθούν. 
Ο παππούς μου έχτισε το σπίτι σιγά – σιγά και στο τέλος έχτισε κι ένα σπίτι για τους γονείς μου. Αυτό είναι το σπίτι στο οποίο μεγάλωσα. Αυτό κληρονόμησα. Αυτό είναι το αίμα μου. Μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι να κουβαλάω δέκα σακιά με άμμο μέχρι το σπίτι πάνω στον λόφο, που φτιαχνόταν ακόμα. Μόνο μετά από αυτό, με άφηναν να παίξω ποδόσφαιρο…
Αυτή είναι η οικογένειά μου. Αυτή είναι η ιστορία μου. Έχω ζήσει σε όλο τον κόσμο… 
Όταν με ρωτούν γιατί έπαιξα ποδόσφαιρο με αυτόν τον τρόπο, αυτή είναι η απάντηση. Το ποδόσφαιρο δίνει νόημα στη ζωή, ναι, αλλά και η ζωή δίνει νόημα στο ποδόσφαιρο. Σχεδόν ποτέ δεν λέω αυτές τις προσωπικές ιστορίες, ειδικά αυτή για το νονό του πατέρα μου. Είναι πολύ δύσκολο. Όταν μιλάω γι’ αυτό, είναι λες και μου μιλάνε οι άγγελοι».

Μάκης Διόγος
epohi.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι