Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ανδρέας Καρκαβίτσας: Ο Εκδικητής
Από «Τα Λόγια της Πλώρης»

Μια γεμάτη αγάπη παράκληση-προτροπή
από το χαμομηλάκι προς τους γονείς:
Μη διστάζετε να τα βάζετε με το «κλίμα της εποχής»,
που είναι ένα κλίμα για κλάματα, το κλίμα του τίποτα.
Κάντε τα παιδιά σας να αγαπήσουν το καλό βιβλίο.
Υπάρχουν βιβλία για τα παιδιά μας, ακόμα και τα μικρά,
που είναι διαμάντια.
Βιβλία που θα τους προσφέρουν εφόδια για όλη τη ζωή τους.
Βιβλία που θα οχυρώσουν τις ψυχές τους απέναντι σε κάθε είδους βρωμιά, που πλεονάζει στη δύσκολη αυτή εποχή.
Ένα από αυτά είναι και Τα Λόγια της Πλώρης.
Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα ή ακούστε το μαζί με τα παιδιά σας.
«Είμαστε άντρες εμείς είμαστε άντρες! είπε ο υποναύκληρος καθισμένος ανάμεσα στο πλήρωμα. Έλληνας! σου λέει ο άλλος· δεν είναι παίξε γέλασε. Έχουμε τα κακά μας - δε λέω· πήραμε δρόμο στραβό, σαν το κακοκυβερνημένο πλε­ούμενο· μα δεν είμαστε και ντιπ! για πέταμα. Και να είμαστε για πέταμα, πάλι δε θα χαθούμε, θέλουμε δε θέλουμε, θα ζή­σουμε. θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξαστούμε, όπως και πρώτα. Το σιδερόξυλο σιδερόξυλο είναι, όσο κι αν το κουτσουρέψεις· όσο κι αν του μαδήσεις την κορφή, αν του ζεματίσεις τα φύλλα, αν του πριονίσεις τα κλαδιά. Ο λέοντας, λέοντας λέγεται, όσο κι αν του ψαλιδίσεις τη χήτη, αν του κόψεις την ουρά, αν του βγάλεις τα νύχια, αν του ξεριζώσεις τα δόντια. Φτάνει το βρούχημά του να σε πάει ριπιτί. Το έχει το σκαρί μας, ναι· το θέλ’ η τύχη μας να είμαστε πάντα μεγά­λοι. Όπου κι αν γυρίσεις, σε στεριές και θάλασσες, σε νότο και βοριά, σ’ ανατολή και δύση, θα το ιδείς γραμμένο. Και γραμ­μένο όχι με ανθρώπινο κοντύλι, αλλά με το ίδιο χέρι, το πα­ντοδύναμο χέρι του Δημιουργού. Είμαστε άντρες, σου λέω!



Να, κοίταξε στην Ανατολή. Εκεί βγαίνει ο ήλιος, ήλιος λαμπρός και αβασίλευτος - ο ήλιος του Γένους μας. Όποιος δεν έχει μάτια, εκείνος δε βλέπει τη χαραυγή· εθνική χαραυγή, πόθος και καημός αιώνων όλων - όχι κουραφέξαλα.


Κοίταξε γύρω μας: θάλασσα φουρτουνιασμένη, ουρανός κατασκότεινος, στεριές σκουντουφλιασμένες, φορτωμένες δάκρυα και φαρμάκι, θεριά τα κύματα χτυπάνε το καράβι μας. Λύσσα και χολή μας πολεμά. Το νερό δέρνει τη στεριά, την τρώει, την ξεσχίζει, την πετσοκόβει άπονα, όσο να κάμει τα πάντα θάλασ­σα και ν’ απλωθεί αχόρταγος ρούφουλας στον παράνομο κόσμο.

Μα γύρισε κατά την Ηράκλεια. Καιρός διαμάντι· νερό τρι­σάγιο. Το μάτι του θεού εκεί έπεσε. Έχεις αρρώστια; πήγαινε να γιατρευτείς. Έχεις πονόματο; άλειψε τα ματόφυλλό σου ν’ αγναντέψεις κόσμους. Είσαι κουφός; θ' ακούσεις αρμονίες. Βερέμης είσαι; Διγενής έγινες. Η κολυμπήθρα του Σιλωάμ εκεί βρίσκεται για μας. Κολυμπήθρα σωματική, κολυμπήθρα ψυχι­κή, εθνική πρώτ’ απ’ όλα. Είναι η Άγια Τράπεζα της Αγιασοφιάς, το προσκυνητάρι του Γένους μας.

Την άπαρτη Πόλη μας ξένου πόδι την πάτησε - ποδάρι Βενετσάνου. Ο τυφλός Δάνδολος με ξεμωραμένου πιθυμιά έκλει­σε στην άσαρκη αγκαλιά την παρθένα μας· μάρανε τα ρόδα του προσώπου της με το βρωμερό του χνώτο· ρούφηξε το τρισά­γιο αίμα της με τα σαλιαριστά φιλήματα του. Εννιακόσιων χρόνων ένδοξη ζωή την έσβησε μ’ ένα του σφιχταγκάλιασμα. Ο Λάσκαρης, φαρμακωμένης ώρας βασιλιάς, φεύγει μακριά συνεπαίρνοντας του Γένους την ελπίδα, την αθάνατη σπορά, που θα γυρίσει πάλι μια μέρα θεριεμένος εκδικητής. Και ο καταχτητής, Φράγκοι και Βενετσάνοι και Γερμανοί αδέσποτοι, σαν το αψύ πουλάρι, που τσαλαπατεί με τα πέταλά του τ’ αβρά λούλουδα, χύνονται απάνω της αχόρταγοι. Με το σταυρό τους συντρίβουν το σταυρό μας· με τη θρησκεία τους πελεκούν τη θρησκεία μας. Γκρεμίζουν εκκλησίες, ποδοπατούν καλλιτεχνή­ματα, μολύνουν αγιάσματα, αποτεφρώνουν πνευματικά αριστουργήματα. Και σφάζουν γέροντες, ατιμάζουν παρθένες, πα­τούν αρχόντων μέγαρα, ξαπλώνονται σε βασιλικά κλινάρια· νεκρούς γυμνώνουν ένδοξους, ποδοκυλούνε στέμματα θαυμαστά, στενάζει η Βασιλεύουσα· μυρολογά η Σιών μας! Και ο Δάνδολος, γιος κουρσάρων, δε λησμονεί την τέχνη των πατέρων του. Κουρσεύει και θέλει με ξένα και αταίριαστα στολίδια να στολίσει τη λιμνογέννητη πατρίδα του.

Γαλέρες φεύγουν και γαλέρες έρχονται. Παίρνουν τον πλού­το μας τον αδαπάνητο, τη δόξα μας, την αβασίλευτη τη λάμ­ψη, τη σοφία, τα ιερά μας. Η Βενετία τα δέχεται περίχαρη, στο­λίζεται και καμαρώνει σαν ξιπασμένη και άμυαλη τσιγγάνα. Ζώ­νεται το σπαθί του Κωνσταντίνου μας το βλογημένο, που έχει στο θηκάρι του τον ουρανό με τ’ άστρα, τη θάλασσα με τα κα­ράβια, τη γη με τα κάστρα της· ιστορία χρυσόγλυπτη του απέ­ραντου Κράτους μας. Παίρνει την κολυμπήθρα, που τόσοι βα­φτίστηκαν πορφυρογέννητοι, και βαφτίζει μέσα των εμπόρων τα παιδιά. Με τις χρυσόπορτες του ναού μας στολίζει τον Άγιο Πέτρο της· στήνει στους πύργους της το Ρολόγι, θαύμα του κό­σμου, με τους Μάγους που χαιρετούν ταπεινοί του Χριστού μας τη Γέννηση· στήνει στις πλατείες της τ’ άλογα τ’ ανεμοπόδαρα, ακράτητου λαού συμβολική παράσταση.

Γαλέρες φεύγουν και γαλέρες έρχονται. Παίρνουν τα πλού­τη μας, τη δόξα, τα ιερά μας. Αλλού τα πάνε, στη Δύση την τρισβάρβαρη, να ημερέψουν και κείνης τους λαούς, να δοξά­σουν και κείνης τα χώματα.

Η Αγιατράπεζα όμως δεν ακολουθεί. Η πλάκα η πολύτιμη, που την έστησε ο Ιουστιανός στη μέση του Ναού, λαμπρό ζαφείρι στη χρυσή σφεντόνα του· η πλάκα που άκουσε τόσα Νικητήρια και θυσίασε απάνω της ο Φώτιος, δεν πάει να κλειστεί σκλάβα στα δολερά τείχη, στ’ αρπαχτικά χέρια του Ιννοκέντιου. Όχι, δεν πάει. Άνοιξε η καρίνα στα δυο και γλίστρησε η Αγιατράπε­ζα στα νερά του Μαρμαρά. 0 βούρκος έφυγε από κοντά της, όπως φεύγει η αμαρτία στο Σταυρό, και ο χρυσός άμμος στρώθηκε, κλίνη πάναγνη από κάτω της. Και του θεού το μάτι, του δικαιοκρίτη και παντοδύναμου, στάθηκε απάνω της άγρυπνο, όπως μάνας μάτι στην κούνια του μονάκριβου παιδιού της.
***
Και από τότε είναι εκεί καιρός διαμάντι, ήλιος κατάργυρος, νερό τρισάγιο. Μύρο ανεβαίνει από το βυθό και απλώνεται στο πρόσωπο της θάλασσας και κάθεται χρίσμα σωματικό, χρίσμα ψυχικό, εθνικό πρώτ’ απ’ όλα! Όπως από το Δισκοπότηρο βγαίνει η σωτηρία του χριστιανού, θα έβγει από κει και η δι­κή μας απολύτρωση. Η χαραυγή του γένους μας εκεί θ’ ανατείλει· ναι, εκεί θα ανατείλει. Προβαίνει ολοένα η Αγιατράπεζα και βούλεται να πιάσει τη στεριά. Αργά η γρήγορα θα την πιάσει τη στεριά. Και τότε σ’ όλη την ελληνική γη, από άκρη σ’ άκρη, από νότο και βοριά, χαρούμενος ο ήλιος θα πυρώσει τους δούλους, καμπάνα θα σημάνει σε κάθε μιναρέ και τα τζα­μιά θα ηχολογήσουν τη χριστιανική, την εθνική μας λειτουρ­γία. Και τότε πάλε η Χρυσόπορτα θα στολίσει Ελλήνων βασι­λιάδων τα τρόπαια.

Τότε θα πάρουμε και τα κουρσεμένα πίσω. Τα πλούτη μας, τις δόξες, τα ιερά μας. Θα πάρουμε το σπαθί του Κωνσταντί­νου και την κολυμπήθρα του Πορφυρογέννητου· τις πόρτες του Ναού μας, το Ρολόγι των Μάγων, τ’ άλογα τ’ αράθυμα. Και θα μείνει πάλι φτωχή και ταπεινή ψαρούδισσα η Βενετιά, και η Πόλη μας θα γίνει καύχημα και στόλος της Οικουμένης, όπως ήταν πριν τη μαράνει του Βενετσάνου το αγκάλιασμα και το βάρβαρο ποδάρι του Τούρκου.
Ναι· θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξαστούμε πά­λι. Είμαστε άντρες εμείς· μωρ’ είμαστ’ Έλληνες!...»

Και ορθός τώρα έριξε τα μάτια φλογερά στις σκοτεινές στεριές, σαν προφήτης του Ισραήλ, υμνώντας τη γη της Επαγγελίας, ο υποναύκληρος. Και δεν ήταν, όχι, ο ναύτης ο ταπεινός. Ήταν ο Ελληνισμός ολόκληρος, με την ακλόνητη πί­στη στις παραδόσεις και τους θρύλους του.


sarantakos 

«Τα Χριστούγεννα των ποιητών»

Τα Χριστούγεννα «έρχονται» για ακόμη μια φορά. Για κάποιους εορταστική επέτειος, ίσως, μιας «Γέννησης» και ενός «Θανάτου» για άλλους, ίσως, απλά ένα σημάδι στον απρόσωπο χρόνο και μια ευκαιρία συνάμα να ξαποστάσουν.
Πάντως όποια και να είναι η προσωπική, εσώτερη, πρόσληψη αυτής της εορτής, και όσο ασήμαντες ειναι οι συμβατικές ημερομηνίες και οι χρονολογίες, είναι πάντα ευκαιρία να διαγνώσει κανείς μια σύγκρουση που πιθανώς οξύνεται, αυτή μεταξύ εννοιών όπως του ατόμου και του προσώπου, της εσωστρεφούς κατανάλωσης και του διαλόγου και μιας και αυτή η ανάρτηση αφορά «τα Χριστούγεννα των ποιητών», ας αφουγκραστούμε μονάχα τον σιωπηλό διάλογό τους με τα απτά και μη νοήματα των ημερών, καθώς αυτοί, όπως και αναφέρει ο Δ. Κοσμόπουλος στο άρθρο που ακολουθεί, «καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα».
Εύχομαι ολόψυχα, με αυτό τον τρόπο, Καλά Χριστούγεννα
α.α.
Αναδημοσίευση από
ΤΟ ΒΗΜΑ, 24/12/2005, Σελ.: B46
Κωδικός άρθρου: B14649B461
του Δημήτρη Κοσμόπουλου
(Το βρήκα πρώτη φορά εδώ)

«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπροτάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ συγκινητικωτάτη» γράφει στὴν Ἐφημερίδα τῆς 25ης Δεκεμβρίου τοῦ 1887 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Γιὰ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαῖα ὁ Μαλακάσης δήλωνε ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος ποιητὴς ποὺ γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραφε καὶ ποιήματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρεται στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, τόσο ἀπαράμιλλα εἰκονιζόμενο στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892):
 
Μὲ χρόνους μὲ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ,
κάποιος ἀμαθής, ἁμαρτωλὸς χυδαῖος,
καμμία γυναίκα τοῦ λαοῦ πτωχὴ
σ᾿ ἐνθυμεῖται κι ἔρχεται νὰ σοῦ φέρ᾿
ὄχι χρυσόν, ἀλλὰ ὀλίγο λιβάνι,
ἕνα κερί, κι ὀλίγο λάδι στὴν μποτίλια
σ᾿ ἐσὲ ποὺ εἶσαι ὅλων ὁ δοτήρ.
 
Ἂν ὁ Παπαδιαμάντης (ἀλλὰ καὶ ὁ Μωραϊτίδης) πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὑμνογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς βαθύρριζης ἀπήχησής της στὸ συλλογικὸ σῶμα, ὅμως καὶ οἱ δυὸ διαπιστώνουν ὅτι ἡ νεοελληνικὴ συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στὰ ὅρια τοῦ νεωτερικοῦ κόσμου, ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ τὸν πυρήνα τῆς Γιορτῆς, ὡς ἀναφορᾶς νοήματος. Πάντως στὴν πεζογραφία μας, καὶ μάλιστα στὴ διηγηματογραφία, οἱ χριστουγεννιάτικες ἱστορίες ἔχουν διαμορφώσει ὁλόκληρο ξεχωριστὸ εἶδος, μὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτεύγματα. Δειγματοληπτικὰ ὑπενθυμίζουμε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν δυὸ παραπάνω συγγραφέων τὸ «Θεῖον ὅραμα» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια τῆς πλώρης, 1899), τὰ «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» τῆς Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια καὶ ἄλλα, 1915), «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Ἀμερικάνου» τοῦ Ἀντώνη Τραυλαντώνη (1922), τὸν «Ξένο τῶν Χριστουγέννων» τοῦ Στέφανου Δάφνη (1927).

Η ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ
Στὴν ποιητικὴ ἐπικράτεια οἱ χριστουγεννιάτικες ἀναφορὲς εἶναι ἐξίσου πλούσιες, ἀλλὰ ἴσως καὶ περισσότερο πολυσήμαντες. Στὸν καθρέφτη τοῦ ποιητικοῦ ἀποτελέσματος, δηλαδὴ στὰ ἑκάστοτε μέσα στὴν ποιητική μας παράδοση μορφικὰ ἐπιτεύγματα, τὰ πράγματα δὲν μένουν μόνο στὴν ἀναπόληση ἢ στὴ νοσταλγία τῆς παιδικῆς καθαρότητας κατὰ τὴν πρόσληψη τῆς γιορταστικῆς ἀτμόσφαιρας. Ἀλλά, μέσῳ τῆς μεταμορφωτικῆς διαδικασίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀληθινὴ ποίηση, ἀναιρεῖται ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, καὶ ὁ χρόνος λειτουργεῖ ὡς ἑνότητα βιώματος. Ἐπιπλέον χαρτογραφεῖται ἡ δίψα γιὰ διάρκεια, κι ἂς γίνεται τοῦτο πολλὲς φορὲς διὰ τῆς ἀντιστροφῆς: μὲ ἄλλα λόγια, μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀ-λογίας του ἱστορικοῦ χρόνου καὶ τῶν - συχνὰ - αἱματηρῶν ἢ ἀπάνθρωπων δεδομένων.
Κωστὴς Παλαμᾶς στὸ αὐτοβιογραφικὸ «Τὰ χρόνια μου καὶ τὰ χαρτιά μου» ἐντάσσει δυὸ κείμενα μὲ ἀντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Εἶναι ὁ περίφημος «Ταβᾶς» (1924) καὶ τὸ «Ὁ Λαμαρτίνος» (1922). Ὡστόσο στὴν ποίησή του ἀλλοῦ λάμπει τὸ νόημα τῆς γιορτῆς:
 
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναός.
Ὤ! μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεός.
Καὶ ἀλλοῦ τὸ νόημα ἀναδεικνύεται διὰ τῶν ὑλικῶν τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας ἢ τῶν ἀνθρώπινων αντιφάσεων
 
Εἴδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,
τῆς νύχτας μέσα μου ὁ λαὸς κυλιέται καὶ κουνιέται,
καὶ μέσα στὴ χιλιόδιπλη καρδιά μου μιὰ σπηλιά,
κι ἕνας Χριστὸς γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)
Στὰ ἑορταστικὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα - καὶ ἐκ τούτου διόλου περιφρονητέα - παραπέμπουν οἱ στίχοι τοῦ ἐπιπόλαια ὑποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ χριστουγεννιάτικη, / ποιὸς δὲν τὸ ξέρει;
Τῶν μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα / λάμπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα / καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μία ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το / μπορεῖ νὰ φτάσει.

Παρόμοια καὶ ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης μὲ τὰ ποιήματα «Χριστός»(1894) καὶ «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει γιὰ τὴν παραμυθητικὴ σημασία τῶν Χριστουγέννων:

Κι ὅσο κι ἂν ματώνεις, ὦ ψυχή, στὸ γύρισμα ἅγιων ἡμερῶν
μόνο αὐτὸ σοῦ μένει
στὶς θύελλες μέσα τῆς ζωῆς καὶ στὰ παιχνίδια τῶν καιρῶν
σκληρὰ παραδομένη.

Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΦΛΕΒΑ 
Ξανακερδίζουμε στὶς μέρες μας τὸν λόγο αὐτῶν τῶν ποιητῶν καὶ νοοῦμε τὶς φωνές τους σὰν κλαδιὰ ἑνὸς πλούσιου δέντρου - τοῦ σώματος τῆς ἔμμετρης ποιητικῆς μας ἰδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας καὶ μελετώντας τὶς κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμοὺς ποὺ μποροῦν νὰ συγκραθοῦν μὲ τοὺς ἤχους τοῦ παρόντος γιὰ τὴ δημιουργία νέων διόδων, στὸν ἀγώνα γιὰ μίαν ἔκφραση σύγχρονη ἀλλὰ μὲ βάθος.
Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη, θαλερή, φλέβα στὴν ποίησή μας ὅσον ἀφορᾶ τὶς μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποιητὲς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν ἀνήκουν στὸ ρεῦμα τοῦ μοντερνισμοῦ ἢ στὴν «παραδοσιακή» τεχνοτροπία - ἐκφράζουν μία μυστικὴ βιωματικὴ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γενόμενοι ἀντηχεῖα μιᾶς ὁλόκληρης συλλογικῆς ἰδιοσυγκρασίας, καθὼς διατυπώνουν ἕνα πλατὺ (καὶ παραθεωρημένο στὴ σύγχρονη μαζικὴ πραγματικότητα) ἀνθρωπολογικὸ αἴτημα. Ἐξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς μὲ τὸ ποίημα «Ἡ Γέννηση» (1919;) ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σε μία καυτὴ σὰν χιόνι λυρικὴ αὔρα οἱ στίχοι του περιγράφουν τὴν πορεία τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸ Σπήλαιο:
 
Ἀπ᾿ ὅλα Ἐκείνη λόγιαζε τὰ πλάσματα πῶς σ᾿ Ἕνα
ποτάμια οἱ πόνοι ἐτρέχανε κι ἀστέρευτοι κρουνοί,
κι ἂν ἤτανε τὰ σπλάγχνα της ν᾿ ἀνοίξουν ματωμένα
πὼς ματωμένοι θ᾿ ἄνοιγαν μαζί τους κι οἱ οὐρανοί.

 
ΝΕΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
Ὁ ἑλληνικὸς μοντερνισμὸς καὶ οἱ ὑψηλὲς - ἀξεπέραστες ὡς σήμερα, ἐν πολλοῖς - κατακτήσεις του συχνὰ διαβάζονται μονότροπα ἢ παραναγιγνώσκονται. Ἔτσι, οἱ κατευθύνσεις του ταυτίζονται ἄστοχα μὲ τὸ χαμηλόφωνο καὶ τὴν ἀποτύπωση τῆς κενότητας τοῦ μοντέρνου καθημερινοῦ βίου. Βεβαίως «οἱ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τοῦ ἱεροῦ» φαίνονται στὴ νεωτερικότητα νὰ ἔχουν σπάσει. Ὡστόσο εἶναι μέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅπου ἡ ἔκφραση τῆς δίψας γιὰ ἁγνότητα καὶ γιὰ πλήρωμα νοήματος, ρητὴ ἢ διατυπούμενη ὡς αἴτημα, ἀποτελεῖ μία κορυφαία μοντερνιστικὴ ἀναζήτηση.
Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς, στεκόμαστε στὸν T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, καὶ θρησκευτικό, ποιητή, ποὺ μὲ τὰ τρία του ποιήματα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ («Χριστουγεννιάτικη ἀγρυπνία», 1914, «Κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου», 1915, «Τὰ Χριστούγεννα τῶν δακρύων», 1962) μᾶς ἔδωσε βαθιὰ κατανυκτικοὺς στίχους:
 
Δὲν περιμένω τὴν ὀσμὴ καμιᾶς σπανίας βοτάνης,
ἀλλὰ τὸ Ὑπερουράνιο, ποὺ Θεέ μου, θὰ μὲ ῥάνεις,
καὶ θὰ φανῶ Ποιμενικὸν θαῦμα, θὰ φανῶ φάσμα,
ποὺ φέρνει τὸ Ἀρχαγγελικὸ τῆς νύχτας τούτης ἄσμα.

Συγκεκριμένη πνευματικὴ στάση καὶ ὀπτικὴ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας στὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταθέτει ἡ οὐσιώδης Ζωὴ Καρέλλη μὲ τὸ ποίημα «Παραμονὴ τῆς Γέννησης» (Πορεία, 1940):

Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γεννᾶ, δὲν γεννᾶται,
δὲν ἀναγεννᾶται ποτέ, Κύριε,
τῆς Γέννησης, «σκήνωσον ἐν ἐμοί»,

 
ἐνῶ ἐφιαλτικὸς σκηνοποιὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης στοὺς ὄχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ὁ νεκρὸς στὶς γιορτές», 1986, «Τὰ λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ἐνστικτώδης καὶ διὰ τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μεθόδου, μεταμορφωτὴς ἑνὸς μηδενιστικοῦ παρόντος, συνδέει ἀγχωτικὰ τὴ Γέννηση μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Ἐμφυλίου:

Σημαία / ἀκόμη / τὰ δόκανα στημένα στοὺς δρόμους /
τὰ μαγικὰ σύρματα / τὰ σταυρωτὰ / καὶ τὰ σπίρτα καμένα /
καὶ πέφτει ἡ ὀβίδα στὴ φάτνη / τοῦ μικροῦ Χριστοῦ /
τὸ αἷμα τὸ αἷμα τὸ αἷμα.
(«Χριστούγεννα 1948»)

Ὡστόσο τὸ πλέον «χριστολογικό» ποίημα γιὰ τὰ Χριστούγεννά μας τὸ ἔχει, κατὰ τὴ γνώμη μου, χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης στὴν ἑνότητα ποιημάτων του «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς».
Ἔχει τίτλο «Ἡ Γέννηση» (1983):
 
Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.
 Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
 «Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.
Οἱ ποιητές μας διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ λόγιον ἐκεῖνο, «βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Ἢ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἐλύτη:
 
Πολλὰ δὲ θέλει ὁ ἄνθρωπος
νά ῾ν᾿ ἥμερος νά ῾ναι ἄκακος
λίγο φαΐ, λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση.

Ο κ. Δημήτρης Κοσμόπουλος είναι ποιητής και δοκιμιογράφος.

Ἀναγράφω...