Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

Παιδικές μνήμες από το αποκλεισμένο
από τα χιόνια σπίτι στο χωριό

Στους παλιούς χειμώνες τα πολλά χιόνια που έπεφταν στο χωριό προκαλούσαν μεγάλα προβλήματα στις αναγκαίες μετακινήσεις, στα σχολεία που έκλειναν για βδομάδες, στις απόμακρες στάνες, στις προμήθειες βασικών αναγκών της οικογένειας. 
Για μετακίνηση με αυτοκίνητο ούτε λόγος, κι όταν υπήρχε ανάγκη σε άρρωστο, αναλάμβαναν την επιχείρηση κάποιοι ψυχωμένοι νεαροί χιονοδρόμοι τυλιγμένοι με χοντρά μαλέτα, σκουφιά και κάπες. 
Μια φορά τουλάχιστον στη διάρκεια του χειμώνα αποκλειόμασταν από τον έξω κόσμο για μέρες με το πολύ χιόνι που έκλεινε τις πόρτες με τα ανεμοσούρια που συσσωρεύονταν σε μεγάλο ύψος μπροστά τους. 

Ένα πρωινό θυμάμαι πως ανοίξαμε την πόρτα και είδαμε έναν άσπρο τοίχο να φράζει την έξοδο. Τότε με φτυάρια και άλλα εργαλεία ανοίξαμε ένα τούνελ για να φτάσουμε ως την αυλή που ήταν η ξυλαποθήκη για να πάρουμε ξύλα για το τζάκι. 
Το χιόνι το κουβαλήσαμε με τσίγκινους τενεκέδες, τροβάδες και μπακράτσια μέσα από το σπίτι και το ρίχναμε έξω, από την πίσω πόρτα όπου είχε λιγότερο χιόνι, γιατί ο τοίχος του γειτονικού αχυρώνα έκοβε τον βορειοδυτικό ελατίσιο αέρα και δεν μαζευόταν ανεμοσούρι. 

Οι μεγάλοι όμως σε παλιότερες εποχές ήταν εξοικειωμένοι με τον χιονιά, ήξεραν από βαριούς χειμώνες κι έκαναν το κουμάντο τους στο σπίτι με τα απαραίτητα που κρατούσουν για πολύ καιρό. 

Έγκαιρα αποθήκευαν μεγάλες ποσότητες με τα αναγκαία για τη διαβίωση της οικογένειας: αλεύρι για το ψωμί που ψήναμε στη γάστρα στο τζάκι, όταν ο φούρνος της αυλής σκεπαζόταν με χιόνι, τραχανά, το νόστιμο και τονωτικό πρωινό μας, τυρί φέτα σε κάδες, λίπος (λίγδα) από το γουρούνι που έσφαζαν τα Χριστούγεννα, κρέας μέσα σε παγωμένη λίγδα, λουκάνικα κρεμασμένα στο κατώι, φασόλια, φακές και ρεβίθια, ξεραμένες τσουκνίδες για τις τσουκνιδόπιτες, κρασί και τσίπουρο, λίγο λάδι για εξαιρετικές περιπτώσεις. 

Οι κότες που ήταν προστατευμένες στον ζεστό αχυρώνα συνέχιζαν να γεννούν και μας προμήθευαν αυγά για τις συχνές ομελέτες ανακατωμένες με τηγανισμένα πράσα και λουκάνικα. 
Για θέρμανση είχαμε τα ξύλα, βελανιδιές, κέδρα και πουρνάρια, στο τζάκι που έκαιγε μέρα νύχτα. 
Το τζάκι χρησίμευε και για μαγειρείο, όπου οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το μεσημεριάτικο φαγητό σε μεγάλες κατσαρόλες πάνω σε πυροστιές και τηγάνιζαν κρέατα, λουκάνικα και αυγά, συνήθως τα βράδια. 
Για φωτισμό τις νύχτες έφτανε το φως που έδιναν οι φλόγες από το τζάκι, βοηθητικά οι γκαζόλαμπες με λαμπογυάλι και οι απλές τσίγκινες με φιτίλι και όταν για οικονομία ή σωνόταν το γκάζι, το φωτιστικό πετρέλαιο, σε ώρα ανάγκης το δαδί, που ήταν σκίζες από κορμό πεύκου. 
Η μέρα περνούσε δύσκολα στο αποκλεισμένο σπίτι που δεν χωρούσε με τίποτα μια πολύτεκνη οικογένεια με ζωηρά παιδιά. Εμείς ήμασταν παιδιά του έξω και όλα τα παιχνίδια μας τα κάναμε στο ύπαιθρο. Για εσωτερικά επιτραπέζια παιχνίδια ούτε λόγος, και η όποια απασχόληση ήταν ανύπαρκτη. 
Εφτά αδέρφια σε ένα ισόγειο δωμάτιο, που ήταν το μοναδικό ζεστό, ήταν φρίκη. Τα δυο δωμάτια του ορόφου ήταν παγωμένα και οι μεγάλοι δεν μας εμπιστεύονταν να ανάψουμε μόνοι μας εκεί τζάκι σε ξύλινο πάτωμα από τον φόβο πυρκαγιάς. Τρωγόμασταν, μαλώναμε, ησυχάζαμε λίγο με τις φοβέρες και πάλι από την αρχή. 
Ηρεμούσε το σπίτι μόλις έπεφτε το σκοτάδι κι όλοι μαζί κατά σειρά κοιμόμασταν στρωματσάδα σκεπασμένοι με βαριές μάλλινες βελέντζες. 
Η απαντοχή μας ήταν να λήξει ο χιονιένος αποκλεισμός και να βγούμε έξω από το σπίτι που ήταν η ζωή μας. 
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε τέτοιες έκτακτες καιρικές καταστάσεις θυμάμαι ότι ήταν η τουαλέτα. 
Εμείς, ως παιδιά, ήμασταν συνηθισμένοι, εκεί στη δεκαετία του 1950, να αποπατούμε έξω, στα χωράφια, στον κήπο, στην άκρη της αυλής. 
Μέσα στο σπίτι δεν υπήρχε αποχωρητήριο κι ένα υποτυπώδες κοντά στον κήπο, χωρίς στέγη και απάνεμα παραπετάσματα, ήταν απροσπέλαστο στον χιονιά. Έτσι υποχρεωνόμασταν να κάνουμε την ανάγκη μας με άλλον τρόπο. 
Το κυρίως σπίτι συγκοινωνούσε με παραπόρτι με τον αχυρώνα όπου σε κακοκαιρία βάζαμε τα ζώα, ένα μουλάρι κι ένα γαϊδούρι. 
Εκεί πηγαίναμε κεφάτοι, με γέλια και πειράγματα, ήταν μια διέξοδος στην κλεισούρα, καθόμασταν ανακούκουρδα κατά σειρά και μερικές φορές κατά παράταξη δυο-τρεις μαζί, και αποπατούσαμε στο χωμάτινο δάπεδο σκεπασμένο με παχύ στρώμα άχυρου ανακατεμένο με σβουνιές, την κοπριά των ζώων. 
Στη συνέχεια με ένα φτυάρι τα πετούσαμε όσο γινόταν πιο μακριά έξω στο χιόνι. Οι καθημερινές απορρίψεις μαύριζαν την άσπρη επιφάνεια της αυλής, αν δεν καλύπτονταν από νέα χιονόπτωση. 
Το κατούρημα για τα αγόρια ήταν πιο διασκεδαστικό. 
Ανοίγαμε την κεντρική πόρτα και συναγωνιζόμασταν ποιος θα φτάσει πιο μακριά το καφτερό νερό και ποιος θα ανοίξει μεγαλύτερη τρύπα στο αχνιστό χιόνι. 
Όταν αργότερα ήρθε ο πολιτισμός στο χωριό και φτιάξαμε αναγκαστικά κανονικό αποχωρητήριο, κάποιοι από μας σε ανάλογους αποκλεισμούς, από πλάκα και νοσταλγία, προτιμούσαμε το παιδικό συνήθειο, γελώντας και δακρύζοντας συνάμα. _______________________ 
 ~ O δημοσιογράφος Χρίστος Ζαφείρης θυμήθηκε τα παιδικά "χιονισμένα" χρόνια στο χωριό, την Κρανιά Ελασσόνας. kraneaelassonas.blogspot.com 

Σταματήστε να δίνετε φάρμακα στα παιδιά σας
για ψύλλου πήδημα!

Οι ιδιαιτερότητες του άρρωστου παιδιού, η ασυμβατότητα της αρρώστιας με την παιδική ηλικία, η εύκολη πρόσβαση στα φαρμακεία, λειτουργούν δυναμικά και αυξάνουν την πίεση των γονέων προς τους γιατρούς οι οποίοι και αυτοί με την σειρά τους εμπλέκονται στο πρόβλημα.
Αυτό τόνισε η κ. Χρύσα Μπακούλα, Ομότιμη Καθηγήτρια Παιδιατρικής ΕΚΠΑ, μιλώντας σε διάλεξη του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος με θέμα «Ιδιαιτερότητες της Παιδιατρικής, Δημόσια Υγεία».

Η κ Μπακούλα πρόσθεσε ότι ιδιαίτερα τα αντιβιοτικά, προσφιλή σε όλους, κατά κανόνα δεν αντιμετωπίζουν τα ιογενή νοσήματα που είναι συνήθη στα παιδιά και μπορούν να περιοριστούν.
«Οι γονείς θα πρέπει να εξασφαλίζουν στα παιδιά τους υγιεινές συνθήκες διαβίωσης, σωστή σπιτική μεσογειακή διατροφή και άσκηση για να τα θωρακίζουν έναντι των ασθενειών και της πολυφαρμακίας που μαστίζει το δυτικό κόσμο» 
τόνισε με έμφαση κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στα συμπληρώματα διατροφής.
Παράλληλα εξήγησε πως για την οριστική αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτείται Σωστή Ενημέρωση για τους γονείς και Εκπαίδευση και Επανεκπαίδευση για τους Παιδιάτρους. 
Από την πλευρά του ο διευθυντής του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας διαπρεπής πνευμονολόγοςκ. Παναγιώτης Μπεχράκης, τέως Αναπληρωτής Καθηγητής της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Harvard, ανέφερε ότι θα ζητήσει την παρέμβαση του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, για έλεγχο του μη συνταγογραφούμενου φαρμάκου.

themamagers
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Στο Σουρογωνιό, σουρεύγανε στα χωριουδάκια μας,
μια περασμένη όμορφη εποχή...

Από την φίλη της Σελίδας «Χωριάτικα Σπιτικά Φαγητά - Country Home Cooking», Εύη Μανουσάκη, μεταφέρουμε το όμορφο και ενδιαφέρον σχόλιό της και πληροφορία: 
 «Το χωριό του πατέρα μου (Ιωάννης Στ. Μανουσάκης), Χουδέτσι, 701 00 Αρχάνες, Ηράκλειο, Κρήτη. Το σημείο λεγόταν Γωνιό, ή, Σουρογωνιό, δηλαδή χτισμένη γωνία με πέτρινους καναπέδες. Ευκαιρία για συναντήσεις γυναικών για τα νέα της ημέρας, της ώρας, του κουτσομπολιού... Τί συγκίνηση!!»
(Σουρογωνιό - Σουρεύγανε: του τα έσουρναν από την γωνιά! )
Erich Lessing; GREECE. Crete. 1955.
Τι τέλεια που ήταν η γιαγιάδες μας κάθονταν στα πεζούλια και εμείς παίζαμε τσιλίκια

Θυμήθηκα την γιαγιά μου και τις θείες μου που καθόντουσαν στα πεζούλια του χωριού μου. Τι ωραία χρόνια! Πάντα θα τα θυμάμαι με νοσταλγία

— Κι εγώ καθόμουν σε ένα πεζούλι στο χωριό όταν ήμουν μικρή με τις γιαγιάδες

Οι γιαγιάδες μας εκάθονταν έξω και συζητούσαν, τα έζησα αυτά εγώ! Πούνε τα χρόνια, ωραία χρόνια!!! 

Όμορφα χρόνια εμείς πού τα ζήσαμε τα ξέρουμε και τα νοσταλγούμε....

Με τα πλεχτά τους, τα κεντήματά τους, το γνέσιμο του μαλλιού, τί θύμισες αναλλοίωτες στο χρόνο!!!

Ωραία χρόνια τότε   

Erich Lessing: Αυστριακός φωτογράφος, γιος ενός οδοντίατρου και μιας πιανίστριας, ο Erich Lessing γεννήθηκε στη Βιέννη το 1923. Το 1939, πριν τελειώσει το λύκειο, η ναζιστική κατάληψη της χώρας του τον αναγκάζει να μεταναστεύσει στο Ισραήλ (εκείνη την εποχή υπό βρετανική κυριαρχία), όπου ολοκληρώνει τις σπουδές του και εργάζεται σε διάφορα κιμπούτς. 
Μέχρι το 1945 εργάζεται στην αεροπορία του βρετανικού στρατού σαν φωτογράφος. Το 1947 επιστρέφει στην Αυστρία, εργάζεται για το πρακτορείο Associated Press, και το 1951 περνάει στο Magnum. Συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά, παρακολουθεί και καταγράφει με τον φακό του τα πολιτικά γεγονότα στη μεταπολεμική Ευρώπη, τις χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ, την εξέγερση της Ουγγαρίας, το 1956, αλλά και την επίσκεψη του Γάλλου προέδρου Ντε Γκολ στην Αλγερία το 1958. 
Μετά το 1969 η προσοχή του στρέφεται στη φωτογραφική καταγραφή της καλλιτεχνικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των μεγαλύτερων μουσείων, γκαλερί και χώρων τέχνης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Erich Lessing επισκέφτηκε τη Κρήτη το 1955 που φαίνεται να έχει συνέλθει από τη καταστροφή της Γερμανικής Κατοχής. Η φωτογράφιση είναι καθαρά ανθρωποκεντρική και οι εικόνες δυνατές. H φωτογράφηση έγινε την περίοδο της άνοιξης, τις μέρες του Πάσχα, μαζική σφαγή αμνοεριφίων, σκάψιμο αμπελιών.
 🔶🔵🔴🔷

Οι επόμενες δυο φωτογραφίες έχουν ληφθεί στο Οροπέδιο Λασιθίου, έξω από το χωριό Τζερμιάδων Λασιθίου, εκεί που είναι το κέντρο υγείας σήμερα.



🔶🔵🔴🔷







Οι δύο προηγούμενες φωτογραφίες πιθανόν να είναι από τον Άγιο Γεώργιο Οροπεδίου Λασιθίου 













Από τους μύλους στου Κατακαλού λίγο μετά το χωριό Ζένια

dikteos

Η αποδοχή

Είμαι 8 χρονών. Έχω μόλις μάθει να κάνω βουτιά και νιώθω πολύ περήφανη γι αυτό. Μπροστά μου ο μόλος φαντάζει απειλητικός και μαγικός συνάμα. Είναι ένα μέρος γεμάτο μυστήρια όπου τα μεγάλα παιδιά- τα μυημένα στα μυστικά του μόλου- μπορούν να πηδάνε πάνω από τα βράχια και να πέφτουν στα βαθιά νερά του κόλπου. Εκεί που εμείς τα μικρά δεν τολμούσαμε να πάμε.
Σήμερα όμως ήταν η σειρά μου. Θα έκανα  εγώ την βουτιά από το μόλο.
Με το βλέμμα μου αναζητώ τη μαμά μου. Θέλω να με δει σήμερα, θέλω να νιώσει περήφανη για μένα.  Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά; Άραγε πρόσεξε ότι είμαι πάνω στο βράχο; Μαμά, φωνάζω και της κάνω νοήματα με τα χέρια. Μαμά, κοίτα, κοίτα! Μαμααααα ακούω τη φωνή μου να με ακολουθεί καθώς πέφτω στο παγωμένο νερό. Νιώθω να βυθίζομαι και μια παράξενη παγωνιά με τυλίγει. Είμαι μέσα στο νερό, τα κατάφερα, πήδηξα από το μόλο.
Στην πρώτη ανάσα έξω από το νερό, ψάχνω τη μητέρα  μου.  Μαμά, πως τα πήγα; της φωνάζω. Μαμά, πες μου, τα κατάφερα;
Τα κατάφερα μαμά; ρωτάω καθώς βρίσκομαι ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι. Τα πάντα τώρα είναι διαφορετικά. Δεν είμαι πια 8 χρονών,  ο μόλος έχει εξαφανιστεί και δεν μπορώ πουθενά να διακρίνω τη μαμά μου. Κοιτάζω τα χέρια μου και δεν τα αναγνωρίζω. Δεν είναι δικά μου τα χέρια αυτά, είναι χέρια μιας γριάς γυναίκας. Και είναι τόσο αδύναμα, σα να μην έχουν πια ζωή να κρατήσουν.
Στην τελευταία μου ανάσα ψιθυρίζω, μαμά πες μου, τα κατάφερα;
Πετάγομαι ιδρωμένη από το κρεββάτι. Κοιτάζω γύρω μου, για λίγα λεπτά δεν μπορώ να καταλάβω που βρίσκομαι. Ανάβω το φως και αγγίζω τα χέρια μου. Δεν είναι γερασμένα, είναι τα δικά μου, αυτά που αναγνωρίζω. Το παιδί μου μέσα στον ύπνο του σφίγγει τα μάτια του. Κλείνω πάλι το φως.  Τον σκεπάζω και ηρεμεί. Τα χέρια μου τρέμουν καθώς ακόμα ακούω σαν ηχώ τη φωνή μου να ρωτάει, μαμά τα κατάφερα;
Ήταν άραγε όνειρο όλο αυτό ή ένα ασυνείδητο ταξίδι στο παρελθόν και το μέλλον μου; Τι ακριβώς ρωτάω την μητέρα μου και τι περιμένω να μου απαντήσει; Στα οχτώ μου χρόνια ζητάω την αποδοχή της για το “κατόρθωμα” μου, τι της ζητάω όμως μέσα στο όνειρο λίγο πριν έρθει το τέλος; Μαμά πως τα πήγα τελικά; Τα κατάφερα;
Παίζει περίεργα παιχνίδια το μυαλό μας. Εκεί που  νιώθεις δυνατός, να ένα όνειρο έρχεται να σου θυμίσει τις τόσες αφανείς ημέρες που είχες κρύψει βαθιά μέσα σου. Και ξαναγίνεσαι αυτό το παιδί που αναζητά το μπράβο του γονιού του, το χέρι της μητέρας του να το αγκαλιάσει και να του πει ναι παιδί μου, τα πήγες καλά.
Νιώθω την απαλή ανάσα του γιου μου καθώς κοιμάται δίπλα μου. Τον παρατηρώ και σκέφτομαι όλες εκείνες τις φορές που ψάχνει το βλέμμα μου για αποδοχή. Που γεμάτος λαχτάρα με ρωτάει μαμά τα πήγα καλά;- λες και η δική μου απάντηση θα άλλαζε τη ροή του κόσμου του.
Μεγάλωσα και έγινα γυναίκα. Έτρεξα να φύγω μακριά από τις αφανείς ημέρες που ήθελα να ξεχάσω. Σε κάθε βήμα όμως μια φωνούλα μέσα μου ρωτούσε, μαμά τα κατάφερα; Και δεν μπορούσα να διακρίνω την απάντηση μέσα στο θόρυβο.
Μεγάλωσα και έγινα μητέρα. Και ξαφνικά σταμάτησα να ρωτάω αν τα κατάφερα γιατί ένα μικρό πλάσμα απαιτούσε να τα καταφέρω.
Μεγάλωσα και  νιώθω να χάνομαι στους ρόλους μου και στις απαιτήσεις τους.
Και ακόμα πιάνω τον εαυτό μου να ρωτάει τις νύχτες, τα  πήγα καλά μαμά; Τα κατάφερα;

Fragkiska Megaloudi
antikleidi.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι