Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Ανδρέας Καρκαβίτσας: «Η Γοργόνα» (απόσπασμα)
Από «Τα λόγια της Πλώρης»

Μια γεμάτη αγάπη παράκληση-προτροπή
από το χαμομηλάκι προς τους γονείς:

Μη διστάζετε να τα βάζετε με το «κλίμα της εποχής»,
που είναι ένα κλίμα για κλάματα, το κλίμα του τίποτα.
Κάντε τα παιδιά σας να αγαπήσουν το καλό βιβλίο.

.............................
Με το μπρίκι του καπεταν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύ­χτα. Σπάνια νύχτα! πρώτη και τελευταία θαρρώ στη ζωή μου. Τι είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού πηγαίναμε; Πού αλ­λού από τον Πειραιά. Πράματα και τα δυο που τα έκαμα το λιγότερο είκοσι φορές.

Μα εκείνη τη βραδιά ένιωθα τέτοιο πλάκωμα στην ψυχή, που κινδύνευα να λιγοθυμήσω. Δεν ξέρω τι μου έφταιγε· θες η γαληνεμένη θάλασσα, θες ο ξάστερος ουρανός, θες το τσουχτερό λιοπύρι· δεν μπορώ να ειπώ. Μα είχα τόσο βαριά την ψυχή, ήβρεσκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τη ζωή, που αν με άρπαζε κανείς να με ρίξει στο νερό, «όχι!» δε θα ’λεγα.
.....................................
Άξαφνα ανατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσ’ από το μενεξεδένιο σύγνεφο, είδα να προβαίνει ίσκιος πελώριος. Η χοντρή κορμοστασιά, το πυργογύριστο κεφάλι του φάνταζαν Αγιονόρος. Τα δυο του μάτια γύριζαν φωτεινούς κύκλους κι έβλεπαν περή­φανα τον Κόσμο πριν τον κλωτσήσουν στην καταστροφή. Να τος, είπα, ο θεόσταλτος άγγελος, ο χαλαστής και σωτήρας! Τον έβλεπα κι είχα σύγκρυο στην ψυχή. Από στιγμή σε στιγ­μή πρόσμενα σφυρί να πέσει το φριχτό χτύπημα. Πάει τώρα η Γη με τους καρπούς πάει κι η θάλασσα με τα ξύλα της! Ούτε τραγούδια πλιο, ούτε ταξίδια, ούτε φιλιά!

Αλλά δεν άκουσα το χτύπημα. Ο ίσκιος πρόβαινε στα νερά με άλματα πύρινα. Κι όσο γρηγορότερα πρόβαινε, τόσο μί­κραινε η κορμοστασιά του. Και άξαφνα ο θεότρεμος όγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κο­ρώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέ­τωπο, τ’ αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια έχυ­ναν γύρα κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια πηρηφάνια βα­σιλική. Από τα κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλ­λε στο αριστερό την ασπίδα κι έπαιζε στο δεξί τη Μακεδόνικη σάρισα.
Δεν είχα συνέρθει από την απορία και φωνή γλυκεία, ήρε­μη και μαλακή άκουσα να μου λέει:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο Βασιλιάς Αλέξαντρος;
Ο Βασιλιάς Αλέξαντρος! ψιθύρισα με περισσότερη απορία.
Πώς είναι δυνατό να ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Δεν ήξερα τι ρώτημα ήταν εκείνο και τι να της αποκριθώ, όταν η φωνή ξαναδευτέρωσε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Τώρα, Κυρά μου! απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξαντρος! Ούτε το χώμα του δε βρίσκεται στη γη.

Ωϊμέ! κακό που το ’παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε μεμιάς φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κι έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξόμαλλα ση­κώθηκαν περδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κι έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως, σα να ήταν η Μονοβύζω του παραμυθιού. Τώρα καλογνώρισα με ποιον είχα να κάμω! Δεν ήταν ο Χάρος της Γης, ο χαλαστής και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα, τ’ Αλέξαντρου η αδερφή, που έκλεψε το αθά­νατο νερό και γύριζε ζωντανή και παντοδύναμη. Η Δόξα ήταν του μεγάλου κοσμοκράτορα, αγέραστη κι αιώνια σε στεριά και θάλασσα. Και μόνο για Κείνης τον ερχομό έχυσε ο Πόλος το Σέλας του, να στρώσει τον αθέρα με της πορφύρας το χρώμα. Δε ρωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα, αλλά για τη μνήμη του αφέντη της. Και τώρα στην άκριτη μου απόκριση μανια­σμένη έριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της κι έδειξε Ωκεανό τον μαλακό Πόντο.
- Όχι, Κυρά, ψέματα!... τρανοφώναξα με λυμένα γόνατα. Εκείνη με κοίταξε αυστηρά και με φωνή τρεμάμενη ξανα­ρώτησε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Ζει και βασιλεύει· απάντησα ευθύς. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.

Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σα να χύθηκε αθάνατο νερό η φωνή μου στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας κι έλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Και άξαφνα στον ολοπόρφυρον αέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λες και γύριζε τώρα ο Μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.
Σήκωσα τα μάτια ψηλά και είδα τ’ αέρινα ποτάμια, τα σκο­τεινά και τα πράσινα, τα χρυσορόδινα και τα γλυκά, να σμί­γουν στον ουρανό και να κάνουν Στέμμα γιγάντιο. Ήταν κά­μωμα του καιρού ή μην ήταν απόκριση στο ρώτημα της αθάνατης; Ποιος ξέρει. Μα σιγά σιγά οι αχτίνες άρχισαν να θα­μπώνουν και να σβήνουν μια με την άλλη, λες κι έπαιρνε τα κάλλη μαζί της η Γοργόνα στην άβυσσο.

Τώρα ούτε Στέμμα ούτε Τόξο φαινόταν πουθενά. Κάπου κάπου σκόρπια σύγνεφα έμεναν σταχτιά και κάτωχρα· και μέσα στην ψυχή μου θαμπή και ξέθωρη η πορφύρα της πατρίδας μου.

Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύχτα.

sarantakos

«Hatred»: Το πιο «άρρωστο» video game
Ένας μισάνθρωπος που σκοτώνει αθώους χωρίς οίκτο

Κατά καιρούς έχουν βγει στην αγορά πολλά παιχνίδια με… αυξημένη δόση βίας. Όλα όμως πλαισιώνονται από κάποιο σενάριο, το οποίο εν μέρει δικαιολογεί τις σκληρές εικόνες που παρουσιάζουν.
Το «Hatred» είναι κάτι διαφορετικό. Ένα video game που εστιάζει στην βιαιότητα και στο… μίσος.

Πρωταγωνιστής του παιχνιδιού που πρόκειται να κυκλοφορήσει μέσα στο 2015 είναι ένας μοναχικός μαυροφορεμένος μισάνθρωπος, στόχος του οποίου είναι να σκοτώσει όσους περισσότερους ανθρώπους μπορεί.
Δεν μάχεται για την ιδεολογία του, ούτε υπηρετεί συγκεκριμένες ηθικές αξίες.
Το «μότο» του παιχνιδιού είναι πως «δεν υπάρχει λόγος να σωθεί καμία ζωή».
Χρησιμοποιώντας πολυβόλα, εκρηκτικά και μαχαίρια εξουδετερώνει κάθε τι που βρίσκεται μπροστά του. Ο μασκοφόρος «εκδικητής» της ανθρωπότητας κυκλοφορεί σε δρόμους, σχολεία και άλλα δημόσια κτίρια σκοτώνοντας αθώους πολίτες και αστυνομικούς.
Κύριος στόχος του παιχνιδιού είναι να αποτυπώσει πλήρως την έννοια του μίσους και της βίας.
Η περιγραφή του παιχνιδιού άλλωστε το διασαφηνίζει επακριβώς. «Ήρθε η ώρα μου να σκοτώσω όσους περισσότερους μπορώ και ύστερα να πεθάνω. Η άχρηστη ύπαρξη της ανθρωπότητας με κάνει να νιώθω άρρωστος και κουρασμένος. Το μόνο που έχει σημασία είναι το όπλο μου και η βία».
Το παιχνίδι που δημιουργήθηκε από την πολωνική εταιρία Destructive Creations, είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά μέσω της Steam, όμως δεν άργησε να απαγορευτεί, λόγω των σκληρών κριτικών που δέχτηκε. Ωστόσο, μέσα στους λίγους μήνες της κυκλοφορίας του κατάφερε να μαζέψει 14.000 φανς, οι οποίοι επέμεναν για την επανέκδοση του.
Όσο το videogame παρέμενε απαγορευμένο, ακόμα 27.000 άτομα δήλωσαν πως το «Hatred» τους αρέσει και πως θα ήθελαν να επανακυκλοφορήσει.
Η απόφαση πάρθηκε και το πιο… αμφιλεγόμενο βιντεοπαιχνίδι της ιστορίας του gaming θα είναι ξανά διαθέσιμο μέσα στο επόμενο έτος.
Με την ανακοίνωση πως το «Hatred» θα είναι ξανά διαθέσιμο στα ράφια των μαγαζιών, οι υπεύθυνοι της  Destructive Creations δήλωσαν πως: «Αυτή είναι η καλύτερη απόδειξη πως ακόμα υπάρχουν πιστοί οπαδοί του παιχνιδιού που δημιουργήσαμε. Για αυτό το Hatred θα ξανακυκλοφορήσει. Εμείς συνεχίζουμε να προσπαθούμε, ώστε να προσφέρουμε συναρπαστικές και προκλητικές στιγμές gaming. Αφού το δοκιμάσουν, οι παίκτες θα δουν αν είναι σε θέση να παίξουν το συγκεκριμένο παιχνίδι, που στην πραγματικότητα είναι απλά διασκεδαστικό».
Δείτε το βίντεο που παρουσιάζει το πιο σκληρό video game που έχει κυκλοφορήσει:



techitgr

Αυτά πιστεύαμε, όταν ήμασταν παιδιά

Δεν θα ήταν ωραίο αν όλα μας τα προβλήματα εξαφανίζονταν με έναν μαγικό τρόπο, με ένα μικρό «ξόρκι» που μας έμαθαν οι γονείς μας; Δεν θα ήταν ωραίο απλώς να χωνόμασταν μέχρι το κεφάλι μέσα στα σκεπάσματα και μνημόνια, τρόικες, δάνεια και Μερκοζί να γίνονταν καπνός; Δυστυχώς, τα ενήλικα μυαλά έχουν και τα αντίστοιχα, άλυτα προβλήματα.

Γι' αυτό αναπολούμε με νοσταλγία τις εποχές που τα προβλήματά μας ήταν αστεία – παρ’ ότι στα παιδικά μας μάτια φάνταζαν θεόρατα. Τις εποχές εκείνες που οι γονείς και οι παππούδες μας σκαρφίζονταν μικρά αθώα ψέματα για να μας κάνουν να φάμε όλο το φαγητό μας ή να δικαιολογήσουν τον πόνο μας όταν πέφταμε και ματώναμε τα γόνατά μας.

Τις εποχές εκείνες που ακόμη πιστεύαμε:

*Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός.
Πάντα σε ένα λευκό σεντονάκι δεμένο σαν δισάκι στο ράμφος του συμπαθούς πτηνού. Αυτή άλλωστε ήταν η απάντηση που πήραν οι περισσότεροι από εμάς όταν ρωτήσαμε πώς γεννηθήκαμε.
Ο μπαμπάς και η μαμά κάθισαν αγκαλιά κάτω από τα σκεπάσματα και εννιά μήνες μετά, ο πελαργός τους αποζημίωσε.

*Αν δεν φας όλο το φαγητό σου…
Η συνέχεια σε αυτή τη φράση εξαρτάται από το πού μεγαλώσατε και από τα παραμύθια που με την σειρά τους είχαν ακούσει και οι δικοί σας γονείς όταν ήταν μικροί. Έτσι, πιθανότατα αν αφήνατε άθικτες τις μπάμιες ή τις φακές σας (τι μαρτύριο), θα σας έπαιρνε ο γύφτος, η αρκούδα, ο λύκος, ο γέρος, ο Καραδόντας(!) και άλλα τέρατα της ελληνικής φαντασίας. Η μοίρα επίσης όριζε ρητά πως αν αφήσεις την τελευταία σου μπουκιά αφενός αφήνεις την δύναμή σου και αφετέρου «θα σε παρατήσει ο γαμπρός/η νύφη».

*Αν κουκουλωθείς, ο μπαμπούλας δεν θα σε δει.
Γι’ αυτό κάθε βράδυ, όταν οι γονείς μας έκλειναν με το ζόρι την τηλεόραση από νωρίς και τα φώτα έσβηναν, το κάτω μέρος του κρεβατιού και το εσωτερικό της ντουλάπας γινόταν σκηνικά του δικού μας καθημερινού θρίλερ. Ευτυχώς, είχαμε βρει το πιο αποτελεσματικό όπλο: Καλυπτόμασταν ολόκληροι με το πάπλωμα και έτσι τα αλά Μπαμπούλας ΑΕ τέρατα έμεναν μακριά μας. Μετά από λίγη ώρα, όταν ο αέρας λιγόστευε κάτω από τα σκεπάσματα, μπορούσαμε δειλά-δειλά να κρυφοκοιτάξουμε με το ένα μάτι, για να δούμε ότι όντως το ανυπέρβλητο ξόρκι σας έπιασε τόπο.

*Τα παγωτά υπάρχουν μόνο το καλοκαίρι.
Γι’ αυτό και μόλις έμπαινε ο Ιούνιος, μετρούσαμε με θρησκευτική ευλάβεια ένα-ένα τα κυπελλάκια «Καραμπόλα» που κλαίγαμε γκαρίζοντας μέχρι να αναγκάσουμε τους γονείς μας να μας πάρουν. Όπως μετρούσαμε και τα μπάνια στη θάλασσα. Ήταν προφανώς οι δύο μοναδικές περιπτώσεις που μας χρησίμευαν τα μαθηματικά.

*Αν δεν κοιμηθείς το μεσημέρι…
Θα σε πάρει ο Μεσημεράς, σύμφωνα με τις εμπειρίες πολλών γνωστών μου που μου μετέδωσαν αυτή την λαμπρή παραλλαγή του τιμωρού άτακτων παιδιών που δεν υπακούν τους γονείς τους. Κι αν κάποια στιγμή έκανες την επανάστασή σου και έλεγες πως δεν σε νοιάζει, η μαμά ξεσκόνιζε τις υποκριτικές της ικανότητες και πήγαινε αποφασισμένη προς το τηλέφωνο, σχημάτιζε στο καντράν το 141 και έλεγε «τώρα θα δεις, τον παίρνω τηλέφωνο», όσο στην άκρη της άλλης γραμμής, η γνωστή κυρία έλεγε «στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι τρεις παρά δέκα και τριάντα δευτερόλεπτα».

*Το δόντι το παίρνει η νεράιδα.
Είναι από τις περιπτώσεις που, μετά από ένα ισχυρό σοκ όπως ο πόνος από το πρώτο «πεσμένο» δόντι έπρεπε να γιατρευτεί. Και τι καλύτερο από λίγη μαγεία; Έτσι λοιπόν σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, έπρεπε να βάλεις το καταραμένο αηδιαστικό δόντι κάτω από το μαξιλάρι σου, και το βράδυ μια νεράιδα θα το μεταμόρφωνε σε νόμισμα – φήμες λένε πως τα φιλοχρήματα παιδάκια στην συνέχεια ξερίζωναν μόνα τους και τα υπόλοιπα 31 δόντια τους. Εξαιρούνται τα παιδιά του «Κυνόδοντα». Σε άλλες περιοχές της ελληνικής επαρχίας, εκεί που ακόμη υπάρχουν σκεπές από κεραμίδια, έπρεπε να πετάξουμε εκεί το δόντι, για να το πάρει ένα πουλί και το επόμενο δόντι να βγει γερό. Αν ψάξετε λοιπόν στις στέγες μιας επαρχιακής πόλης, πιθανότατα θα τις βρείτε πασπαλισμένες με ολόκληρες μασέλες.

*Δεν πειράζει που χτύπησες. Μεγάλωσες.
Χμμ… Παρ’ ότι όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο πιο παράλογος μου φαίνεται ο συνειρμός, για έναν περίεργο λόγο, αυτή η παρηγοριά πάντα έπιανε. Έτσι, δεν πείραζε αν το γόνατο ήταν πάντα ματωμένο, τα χέρια γρατζουνισμένα και όλο το σώμα έπρεπε να καλυφθεί με μπεταντίν και κακάδια (sic). Σημασία είχε ότι μετά την πτώση ήσουν (μερικά δευτερόλεπτα) μεγαλύτερος.  

του Γιώργου Κόκουβα
Πηγή: in2life

Δυο μωρά σε μια φάτνη!

Διαβάστε την ΙΣΤΟΡΙΑ ΖΩΗΣ!!!!


Η ιστορία αυτή είναι διασκευή από ένα ισπανικό βιβλίο που προέκυψε από μία επίσκεψη δυο εκπαιδευτικών σε ένα ορφανοτροφείο!!!


Το 1994 δυο εκπαιδευτικοί Αμερικανοί, ανταποκρίθηκαν σε μία πρόσκληση για να διδάξουν ηθική στις δημόσιες σχολές, στηριζόμενοι στις βιβλικές αρχές.
Είχαν διδάξει σε φυλακές, σε επιχειρήσεις, στην αστυνομία και στο τέλος πήγαν σ ένα μεγάλο ορφανοτροφείο της Ισπανίας.
Σε αυτό το ορφανοτροφείο ήταν 100 παιδάκια εγκαταλελειμμένα.
Πλησίαζαν οι γιορτές του 1994  και τα παιδιά του ορφανοτροφείου, άκουγαν για πρώτη φορά απο τους δυο Αμερικανούς την ιστορία της γέννησης του Χριστού.
Έμαθαν για τη άφιξη της Παρθένου Μαρίας και του Ιωσήφ στη Βηθλεέμ που δεν βρήκαν τόπο σε κανένα πανδοχείο και έτσι πήγαν σε έναν στάβλο και εκεί γεννήθηκε ο μικρός Ιησούς και τον έβαλαν σε μία φάτνη.

Κατά τη διάρκεια της αφήγησης, τα παιδιά δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν την κατάπληξή τους. Προσπαθούσαν να μη χάσουν ούτε μια λέξη απο αυτή την αφήγηση.
Όταν τελείωσαν την αφήγησή τους οι δυο Αμερικάνοι, έδωσαν στα παιδιά τρία κομμάτια χαρτόνι για να φτιάξουν μια φάτνη. Τους έδωσαν επίσης χρωματιστές κίτρινες πετσέτες όπου κόβοντας τις έβαλαν για άχυρο. Λίγη τσόχα καφέ  για να φτιάξουν τη φιγούρα του μωρού και ένα μικρό κουρελάκι για κουβέρτα.

Όλα λοιπόν τα ορφανά άρχισαν να φτιάχνουν βιαστικά τις φάτνες και να τις δείχνουν. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που έφτασε η ώρα ενός μικρού παιδιού για να δείξει και εκείνο τι είχε κάνει.
Φαινόταν μέχρι έξι χρονών και είχε τελειώσει πρώτος τη φάτνη.
Τον πλησίασαν οι δύο Αμερικάνοι για να δουν τη φάτνη που είχε φτιάξει. Έκπληκτοι κοιτάζοντας τη φάτνη είδαν μέσα δυο μωρά αντί για ένα. Κοίταγαν συνέχεια απορημένοι και στο τέλος φώναξαν έναν διερμηνέα για να ρωτήσει το μικρό παιδάκι τι είχε συμβεί.

Ο μικρός σταύρωσε τα χέρια του και παρατηρώντας τη φάτνη  άρχισε να διηγείται την ιστορία της γέννησης.
Η αφήγηση της ιστορίας για ένα τόσο μικρό παιδί που την είχε ακούσει για πρώτη φορά, ήταν εκπληκτική, μέχρι που έφτασε  στο σημείο όπου η Παρθένος Μαρία έβαλε το μωρό στη φάτνη.
Εκεί ο μικρός άρχισε να επινοεί το δικό του τέλος για την ιστορία και άρχισε να λέει:

Και όταν η Παρθένος Μαρία άφησε το μωρό μέσα στη φάτνη, ο Ιησούς με κοίταξε και με ρώτησε εάν είχα μέρος για να μείνω. Εγώ τότε του είπα ότι δεν είχα γονείς και γι αυτό δεν έχω που να μείνω. Τότε ο Ιησούς με κοίταξε χαμογελαστά και μου είπε ότι μπορούσα να μείνω εκεί μαζί του. Του απάντησα ότι δεν μπορούσα ,διότι δεν είχα να του προσφέρω κάποιο δώρο, όπως έκαναν όλοι. Σκέφτηκα  να του προσφέρω τη ζεστασιά μου  αφού ήταν μικρός και μόνος σε μια φάτνη.
Γι αυτό τον ρώτησα πάλι: Εάν σου προσφέρω ζεστασιά, αυτό θα είναι καλό δώρο για σένα;
Ο Ιησούς τότε μου είπε: Εάν εσύ μου προσφέρεις ζεστασιά, αυτό θα είναι το καλύτερο και το ομορφότερο δώρο που θα μου έχουν δώσει.
Έτσι λοιπόν μπήκα και γω μέσα στη φάτνη, είπε το μικρό παιδάκι, αφού ο ίδιος ο Ιησούς μου είπε ότι θα μπορούσα  να μείνω εκεί για πάντα ώστε να μην είμαι μόνος μου!!!!!!!!!
Όταν λοιπόν ο μικρός τελείωσε  τη δική του ιστορία,τα ματάκια του έλαμπαν γεμάτα από τα δάκρυα, τα οποία του μούσκευαν τα μάγουλά του. Σκέπασε το πρόσωπό του και έσκυψε το κεφάλι του.
Το μικρό ορφανό συνάντησε επιτέλους κάποιον ο οποίος ποτέ δεν θα το εγκατέλειπε, ούτε θα το εκμεταλλευόταν.
Κάποιον που θα ήταν μαζί του για πάντα αφού Ο Ίδιος Ο Ιησούς ΉΤΑΝ Η ΖΩΉ που δεν είχε!!!!!!

------------------

Και έγραψε ο αγαπημένος SKROYTZAKOS:

ΧΡΙΣΤΟΎΓΕΝΝΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΤΑ Φώτα, ΟΙ Γιρλάντες, ΤΑ Δώρα, ΤΑ Γέλια, Η Μουσική, ΤΟ Γιορτινό Τραπέζι. Είναι Κάτι Περισσότερο Από Αυτά ΤΑ Υλικά.

Είναι ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΜΕ ΣΥΜΠΟΝΟΙΑ, ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΣΤΟΥΣ ΓΥΡΩ ΜΑΣ. ΕΥΧΟΜΑΙ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΛΕΣ!!!!!!!!