Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Τα χαλασμένα λαμπάκια

Ξύπνησε χορτασμένος μεσημεριανό ύπνο και τέντωσε τα ποδαράκια του να ξεμουδιάσουν από την ακινησία της χνουδωτής και αφράτης κουβέρτας που τον φάσκιωνε. 
Ο Ευγένιος συνειδητοποίησε πως είχε κιόλας νυχτώσει. Αυτός ο Δεκέμβρης πολύ τεμπέλης μήνας και χουζούρης του φαινόταν.
Φόρεσε τις ζεστές του κάλτσες και θυμήθηκε πως είχε ένα μικρό χρωματιστό χαρτόκουτο με λαμπιόνια να ελέγξει, αυτά που κοσμούν το Χριστουγεννιάτικο έλατο. 
Στα οχτώ του χρόνια αισθανόταν αρκετά μεγάλος πια, ώστε να περιμένει από τους άλλους την πρωτοβουλία για τέτοιες ευχάριστες δουλειές. Το σπίτι είχε μια παράξενη ησυχία και ακουγόταν μόνο ο ήχος της σόμπας σαν βαγόνι που τραβάει την ανηφόρα.
Έτσι, γεμάτος ανυπομονησία και λαχτάρα πήρε στα χέρια του τα καλοσχηματισμένα και τρισδιάστατα αστέρια σε πράσινο, κόκκινο και κίτρινο χρώμα. 
Τα τοποθέτησε στο ειδικό μηχάνημα με την παιδική ασφάλεια και ετοιμαζόταν για μια φαντασμαγορική φωταγώγηση που θα ανέδιδαν αυτές οι μικροσκοπικές αντιστάσεις. Τα ματάκια του πετούσαν σπίθες από την προσμονή της γιορτινής ατμόσφαιρας και έτσι χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο στο μισοσκόταδο, πατάει τον διακόπτη. 
Μα τότε κάτι συνέβη. 
Άναψε μόνο ένα κόκκινο λαμπάκι και έδειξε μια εικόνα γνώριμη και ξεκάθαρη:

«Φωνές ακούγονται από το μέσα δωμάτιο όπου μαλώνουν και πάλι ο μπαμπάς με τη μαμά και αυτός δεν μπορεί να καταλάβει τον λόγο της φασαρίας καθώς δεν προφταίνει τις λέξεις να αναγνωρίσει, κλείνει μοναχά τα αυτιά του και χώνεται κάτω από το τραπέζι της κουζίνας φοβούμενος πως κάτι κακό θα γίνει και θα φταίει αυτός. Έπειτα, θυμάται τη μαμά του να βγαίνει από το δωμάτιο με δάκρυα στα μάτια και με δυο τρία σημάδια στο πρόσωπο, να τον παίρνει αγκαλιά και εκεί κάτω από το τραπέζι, σκυμμένοι και οι δύο, να του τραγουδάει έναν σκοπό και να τον καθησυχάζει».

Όχι, όχι, δεν μπορεί, θα δοκιμάσω ξανά.
Σκέφτηκε. 
Δεύτερη προσπάθεια και άναψε μόνο το πράσινο λαμπάκι, θυμίζοντας αυτή τη φορά τα επόμενα δύσκολα Χριστούγεννα:

«Είκοσι πέντε του μηνός και ο Άγιος Βασίλης δεν τσούλησε το έλκηθρο του φέτος γιατί χάλασαν τα μαγικά φτερά των ταράνδων και έτσι δεν μπόρεσε να πάρει το δώρο που είχε ζητήσει. Το φαγητό δεν υπήρχε στο τραπέζι επειδή η μαμά δεν είχε λέει κάτι μαγικά χαρτάκια που τα ονόμαζαν χρήματα, για να το γεμίσει. Έτσι, έκοψε ζουμερά πορτοκάλια από το δέντρο της πλατείας και τα στόλισε με μπόλικη κανέλα. Στο νου του έρχονταν τα ζαχαρωτά και τα σοκολατένια γλυκίσματα και στριφογυρνούσαν αδιάκοπα τα άτιμα».
Ουφ, θα χάλασαν σκέφτηκε και έστρεψε όλες τις ελπίδες του σε μια τρίτη και τελευταία φορά απογοητευμένος και κατσουφιασμένος από τις προηγούμενες, χωρίς όμως να διαφέρει και αυτή πολύ:
«Η τιμωρία της δασκάλας το πρωί της Τετάρτης ήταν αυστηρή και όχι άδικα επιβεβλημένη. Η παραβατική συμπεριφορά σου, Ευγένιε, και η έλλειψη σεβασμού προς τους συμμαθητές σου δεν συγχωρούνται σήμερα, είπε η κυρία Μαρία. Θα καλέσω τους γονείς σου να σε συνετίσουν και να σου μάθουν κανόνες συμπεριφοράς.» Στα αυτάκια του αντηχούσαν βαρύγδουπες οι λέξεις αυτές. 
Φάνταζε σαν αγρίμι σε κλουβί.

Με σχηματισμένη απόλυτα την έκφραση της λύπης στο πρόσωπό του τα παράτησε και κύλησε δίπλα στη σόμπα. Απορροφήθηκε στο χρώμα και στη ζεστασιά της φλόγας κρατώντας το κεφάλι μέσα στις παλάμες του. 
Πέρασε αρκετή ώρα έτσι, ώσπου νύσταξε και αποκοιμήθηκε. Βλέπετε, δεν είχε και άλλη επιλογή, ήταν πολύ μικρός για να φταίει. Βίωνε άσκημα συναισθήματα και βρέθηκε νωρίς νωρίς στα βάσανα. Μακάρι να μην χαλούσαν αυτά τα λαμπάκια. Μακάρι να μην τα άφηναν οι γονείς να χαλάσουν.

enallaktikidrasi
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

«Τι θα ήταν τα Χριστούγεννα χωρίς Αγάπη;»
Erste Group ‘First Christmas’

Ένα συγκινητικό βίντεο για την αξία της συντροφικότητας
...
Ο Henry, ο σκαντζόχοιρος είναι ο νέος μαθητής του σχολείου. Δυσκολεύεται να μπει στις νέες παρέες και τα αγκάθια δεν τον βοηθούν. 
Ευτυχώς όμως, έχει έναν νέο φίλο, τον Σκίουρο, ο οποίος τον προσέχει. Γιατί όσο μεγάλα κι αν είναι τα εμπόδια, αν υπάρχει διάθεση για συντροφικότητα, αλληλεγγύη, κοινωνικότητα και αγάπη μπορούμε να τα ξεπεράσουμε.
περισσότερα εδώ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Ένας σωρός παλιά παιχνίδια

Ένας σωρός παλιά παιχνίδια, στου σπιτιού την αποθήκη, περιμένει τις γιορτές με θλίψη. Σκόνες, γδαρσίματα και σπασίματα έχουν σκεπάσει τα άλλοτε όμορφα παιχνίδια και η μοναξιά και η εγκατάλειψη τα έχουν γεμίσει με πίκρα. Κάθε τόσο κοιτάζονται και κουνάνε το κεφάλι τους. Αναστενάζουν και καμιά φορά ανοίγουν και κουβέντα:
― Είμαι κιόλας πέντε χρόνων, λέει μια ξεμαλλιασμένη κούκλα. Αχ, και να ξέρατε τι όμορφη που ήμουν, όταν με έκανε δώρο στη Mαιρούλα η νονά της...
― Κι εγώ θυμάμαι τα βαγόνια μου και κλαίω, αναστενάζει το κόκκινο τρένο. Μα, αλήθεια, ούτε ξέρω πού βρίσκονται τώρα πια. Κι όμως, όταν πρωτοβγήκα από το κουτί ήμουν σαν αληθινό... Και μ’ αγαπούσε ο Χρηστάκης...
― Ξέρετε πόσα χρόνια σκονίζομαι εδώ μέσα; ρωτάει με δάκρυα ένα μικρό αεροπλανάκι χωρίς φτερά. Πρώτα με έπαιξαν, ύστερα με χάλασαν κι ύστερα... με πέταξαν. Τώρα, τίποτα πια. Ούτε που με πιάνουν στα χέρια τους...

― Τόση ώρα που μιλάτε, σκέφτηκα κάτι, πετιέται ένας παπαγάλος χωρίς μύτη. Πώς θα σας φαινόταν η ιδέα να στέλναμε κι εμείς ένα γράμμα στον Άη Βασίλη και να του ζητούσαμε να μας χαρίσει κάπου; Έχουν και τα δώρα τα δικαιώματά τους, όχι μόνο τα παιδιά! Πρέπει κι εμείς να ζήσουμε όμορφα και με αγάπη, έστω κι αν είμαστε παλιά, ε;
― Σωστά, σωστά.
― Δίκιο έχεις!
― Λοιπόν, γυρίζει σε μια σπασμένη γραφομηχανή, μπορείς να βάλεις τα δυνατά σου και να γράψεις;
― Θα κάνω ό,τι περνάει από τα πλήκτρα μου, είπε εκείνη. Κοίταξε γύρω της, έκανε λίγη γυμναστική στα πλήκτρα της και αναστέναξε.
― Νομίζω πως τώρα είμαι έτοιμη, δήλωσε. Όποιος νομίζει ότι έχει κάτι να πει, ας το πει, συμπλήρωσε και ξεκίνησε...
Τικ τικ τακ, τάκα τάκα τακ.
― Είμαι πανέτοιμη, συμπλήρωσε η σκουριασμένη γραφομηχανή. Δηλαδή θα κάνω ό,τι μπορώ, γιατί μου λείπουν δυο πλήκτρα αυτό που γράφει την τελεία κι αυτό που βάζει τον τόνο. Πάντως, θα προσπαθήσω να γράψω τα υπόλοιπα σωστά. Ελπίζω να μη με παρεξηγήσει ο Άγιος Βασίλης. Λοιπόν, σας ακούω:
― Σεβαστέ Άγιε Βασίλη, είπε το τρένο.
― Καλέ, χωρίς χαρτί θα γράψεις;
― Ωχ, δίκιο έχεις... Πού θα βρω χαρτί; Να, θα πάρω αυτό το σκισμένο φύλλο από το παλιό βιβλίο και θα γράψω από πίσω. Μου επιτρέπεις;
― Φυσικά, γιατί όχι;
― Λοιπόν, ποιος συνεχίζει;
― Εγώ. Γράφε: Είμαστε τα παλιά παιχνίδια που κατοικούμε στην αποθήκη του μεγάλου σπιτιού, οδός Μοναξιάς 101.
― Εγώ συνεχίζω, φώναξε τώρα το αεροπλανάκι: Έχουμε μια κάπως παράξενη παράκληση για σένα, μα που σίγουρα είναι χρήσιμη. Θα θέλαμε...
― Σιγά, μην τρέχετε, γιατί δε σας προφταίνω. Πιο αργά, παρακάλεσε η γραφομηχανή.
― Εντάξει. Λοιπόν, γράφε τώρα: Θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε...
 ― Σειρά μου, είπε η σπασμένη κούκλα: Να σε παρακαλέσουμε να μη μας περιφρονήσεις. Αν συμφωνούσες κι εσύ, να μας έπαιρνες από το χαρτοκούτι και να μας έδινες, έστω και...
 ― Τι λες τώρα;
 ― Μη βιάζεσαι ... έστω και χωρίς ωραία περιτυλίγματα, σε κάποια παιδιά που φέτος δε θα πάρουν δώρα, εσύ βέβαια ξέρεις το γιατί... Έτσι κι αυτά θα χαρούν...
 ― Αφήστε και μένα να πω δυο λόγια, γκρίνιαξε ο παπαγάλος: Έτσι κι αυτά θα χαρούν κι εμείς θα ξαναζήσουμε λίγες χαρούμενες μέρες. Θα ήθελες, Άγιε Βασίλη, να μας δώσεις αυτή τη χαρά;
 ― Μην ξεχάσετε την υπογραφή. Προσοχή! Γράψε: Τα παλιά παιχνίδια της αποθήκης.
 ― Τα έγραψες όλα;
 ―Έκανα ό,τι μπόρεσα. Δεν είναι και πολύ ίσια, αλλά διαβάζονται. Μα, δε μου λέτε... Ποιος θα το στείλει;
 ― Mμμμ! Mμμμ!
 ― Έχω μια ιδέα. Να σπρώξουμε όλοι μαζί τον στρατιώτη, αυτόν εδώ που χαζεύει, να φτάσει μέχρι την πόρτα και να το ρίξει έξω. Ύστερα, τα υπόλοιπα είναι δουλειά του Άι-Βασίλη!
― Πώς θα το στείλουμε; Έτσι; Καθίστε πρώτα να το δούμε μια φορά ακόμα:

Είναι μια χαρά, μπορείς να το στείλεις... Φαντάρε, είσαι έτοιμος;
..........
Συνεχίζεται ...
© κειμένου-εικονογράφησης: Ελένη Τσαλίκη
Από τη συλλογή Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά