Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

«Πίσω από κάθε παιδί που πιστεύει στον εαυτό του
υπάρχει ένας δάσκαλος που πίστεψε πρώτα σε αυτό!»

O ιδανικός δάσκαλος είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του. Κι όταν πια του διευκολύνει το πέρασμα, αφήνεται χαρούμενα να γκρεμιστεί, ενθαρρύνοντας τον μαθητή του να φτιάξει δικές του γέφυρες”
Νίκος Καζαντζάκης
*************
Όλοι αν κλείσουν τα μάτια τους και θυμηθούν τα παιδικά τους χρόνια, κοντά στη φιγούρα των γονιών και ίσως των παππούδων θα βρίσκεται και η φιγούρα κάποιου δασκάλου. Ο δάσκαλος δεν είναι επάγγελμα, είναι λειτούργημα και αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι καταφέρνει να αφήνει ανεξίτηλα σημάδια σε κάθε άνθρωπο.

Η πιο ευαίσθητη και καθοριστική ηλικία ενός ανθρώπου είναι τα παιδικά του χρόνια. Εκεί διαμορφώνει χαρακτήρα και συμπεριφορές. Εκεί ξεκινάει να χτίζει το μονοπάτι της ζωής του που θα πρέπει να βαδίσει στην πορεία. 
Ο δάσκαλος έχει την ευθύνη να μεταδώσει όχι μόνο γνώσεις, αλλά κυρίως αξίες. Ο σωστός δάσκαλος πρέπει να είναι πάνω από όλα άνθρωπος και να αναγνωρίζει την ευθύνη που έχει στα χέρια του.

Πολλοί βιάζονται να κρίνουν και να ισχυριστούν πως είναι εύκολο να είσαι δάσκαλος και πως δεν είναι κάτι σπουδαίο. Μάλλον ξεχνάνε από πού ξεκίνησαν οι ίδιοι. Δεν είναι απολύτως λανθασμένη η άποψή τους αυτή βέβαια. 
Ορθά λένε πως είναι εύκολο να καταφέρεις να γίνεις δάσκαλος, αλλά θέλει μεγάλο κόπο να καταφέρεις να γίνεις ο δάσκαλος που θυμούνται τα παιδιά για μια ζωή. Θέλει πείσμα, δύναμη, θέληση και πραγματική αγάπη για τα παιδιά.

Ο πραγματικός δάσκαλος καταφέρνει να μιλήσει κατευθείαν στην καρδιά. Έχει το απίστευτο ταλέντο να μεταμορφώνεται από τη μια στιγμή στην άλλη σε γιατρό, σε γονιό, σε ψυχολόγο, αλλά και σε φίλο ανάλογα με τι απαιτεί κάθε φορά η περίσταση. 
Δε χρειάζεται να μιλήσεις για να καταλάβει, ξέρει να διαβάζει απ’ έξω και ανακατωτά τα μάτια. Με έναν μαγικό τρόπο είναι πάντα εκεί πριν καν τον φωνάξεις, από ένα απλό δέσιμο των κορδονιών, μέχρι και για τη συζήτηση των πιο κρυφών σκέψεων και φόβων.

Είναι ο άνθρωπος που δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς καταφέρνει να έχει πάντα ενέργεια, όταν όλη η τάξη χασμουριέται και πώς έχει να πει την κατάλληλη λέξη όταν το έχεις ανάγκη. 
Ο ιδανικός δάσκαλος θα απλώσει το χέρι για να βοηθήσει ουσιαστικά, όταν νιώθεις ότι πέφτεις. 
Θα είναι εκεί για να σου ισιώσει τα φτερά για να μπορέσεις να πετάξεις στους δικούς σου ουρανούς και να κατακτήσεις τα όνειρά σου. 
Θα σε μάθει πως δε θα πιστέψει κανείς σε ‘σένα, αν πρώτα δεν πιστέψεις εσύ στον εαυτό σου.
Αν κάτσεις και περιπλανηθείς στις αναμνήσεις σου θα δεις πως σίγουρα θα βρεις λόγια δικά του που σε έχουν σημαδέψει στη ζωή σου. Αυτό και μόνο δείχνει πόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο δάσκαλος στη ζωή του ανθρώπου. 
Και αν κάποια στιγμή θες να θυμηθείς τους δικούς σου δασκάλους, δε χρειάζεται να κάνεις πολλά. Κοίτα απλά τα χέρια σου και γράψε κάτι, προσπάθησε απλά να μιλήσεις και αυτόματα θα εμφανιστούν μπροστά σου. 
Κοίταξε απλά που έχεις φτάσει στη ζωή σου και θα συνειδητοποιήσεις ότι κατάφερες να σταθείς στα πόδια σου, έχοντας βάλει το δικό του λιθαράκι ένας από αυτούς. 
Να’ σαι καλά δάσκαλε!

enallaktikidrasi
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Τα χίλια «δεν μπορώ»

Είναι πολλά αυτά που οι περισσότεροι από εμάς δεν μπορούμε να «νιώσουμε», να καταλάβουμε, για ανθρώπους που λειτουργούν διαφορετικά.
Υπάρχουν όμως κάποιοι, που μπορούν... ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να ακούσουν προσεκτικά.
Να, τι ψιθύρισε στο αυτί μιας μητέρας, ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού...
Μία φορά κι έναν καιρό ήμουν εγώ, ένα μικρό στρουμπουλό μωράκι με καστανά μάτια και μαύρα φουντωτά μαλλιά σαν του σκαντζόχοιρου την γούνα. 
Εγώ δεν ήμουν σαν τα άλλα τα μωράκια. 
Δεν μου άρεσαν τα μάτια των ανθρώπων όπως με κοιτούσαν, πονούσα όταν με παίρναν αγκαλιά, τρόμαζα στους δυνατούς τους ήχους και ή γεύση των φαγητών μου έφερνε αναγούλα. Μου άρεσε μόνο να κοιτώ το φως , να χαζεύω τα λογότυπα από τα παιχνίδια μου και να κρατώ στα χέρια ένα τιμόνι που το γυρνούσα όλη μέρα γύρω γύρω. 
Κάθε φορά που κοίταζα τα άλλα τα παιδάκια έψαχνα να βρω τον τρόπο για να παίξω μαζί τους, να πάω κοντά τους. 
Μα εγώ δεν ήξερα να παίζω όπως αυτοί, άσε που όλο μιλούσαν και μιλούσαν και δεν καταλάβαινα τίποτα από όσα έλεγαν. 
Έβλεπα τη μαμά και το μπαμπά μου να με κοιτούν καλά καλά λες και περίμεναν κάτι από εμένα ... κάτι που δεν μπορούσα εγώ να καταλάβω. Σιγά σιγά όλοι άρχισαν να με κοιτούν όπως αυτοί. Μα γιατί με κοιτάζουν όλοι έτσι;
Ένα πρωί μαζί με τους γονείς μου πήγαμε σε μία κυρία που έλεγε συνέχεια τι δεν μπορώ να κάνω... 
δεν μπορεί να μιλήσει, 
δεν κοιτάζει στα μάτια, 
δεν ακούει στο όνομα του, 
δεν τρώει σωστά, 
δεν κινείται σωστά, 
δεν πλησιάζει τους ανθρώπους, 
δεν πιάνει τη μπάλα, 
δεν καταλαβαίνει λέξεις, 
δεν εκτελεί εντολές,  
δεν παίζει όπως θα πρεπε. 
Τα μάτια της μαμάς μου γέμισαν με όλα τα δάκρυα του κόσμου και ο μπαμπάς μου δεν μίλαγε καθόλου. Τελικά είναι πολλά αυτά που δεν μπορώ, πάρα πολλά... 
Μακάρι να μπορούσα να τους πω ότι μπορώ να θυμηθώ όλες τις ταμπέλες και τις επιγραφές που είδαμε στο δρόμο. Ότι αναγνωρίζω όλα τα γράμματα και όλους τους αριθμούς και ξέρω να αγαπώ όλα τα χρώματα και τα σχήματα των παιχνιδιών μου. 
Μέχρι να μεγαλώσω μέτρησα, αμέτρητα δεν μπορώ... τόσα πολλά που άρχισαν πια να μου μιλούν και να πολεμάνε εκείνα που τελικά μπορούσα. Λες και εγώ δεν μπορούσα να χωρέσω πουθενά, ούτε ακόμη και μέσα στην καρδιά της μαμάς μου. Κι όσο κι αν μού ’λεγε πως με αγαπά εγώ μπορούσα να γευτώ τα δάκρυα της.
«Μαμά, αν θα μπορούσα να κάνω όλα αυτά που δεν μπορώ θα με αγαπούσες;»
Δύο φορές την εβδομάδα πηγαίναμε σε μία άλλη κυρία που προσπαθούσε να με μάθει λέξεις. Έκλεινε την πόρτα πίσω μου και με ανάγκαζε να την κοιτώ στα μάτια. Αυτό ήταν κάτι που πραγματικά δεν μπορούσα με τίποτα να το αντέξω. Κι όσο κι αν φώναζα κι αν τσίριζα δεν με ελευθέρωνε κανείς.
Άνοιξε ή πόρτα του μεγάλου σχολείου κι εγώ πάλι να μην καταλαβαίνω τι λένε τα παιδιά και ή δασκάλα. Κι εκείνη θύμωνε και με έβαζε τιμωρία γιατί δεν έκανα αυτά που μου ζητούσε. 
Όμως για μένα οι λέξεις είναι άπιαστα πουλιά. 
Είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο που δεν ξέρω από που θα μπορούσα να το πιάσω. Κι έκλαιγε ή μαμά μου γιατί για άλλη μία φορά ήταν πολλά αυτά που δεν μπορούσα.
Όταν άρχισαν δειλά δειλά να γεννιούνται οι λέξεις μου ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση. Και για πρώτη μου φορά είδα τα μάτια της μαμάς μου να χαμογελούν τόσο πολύ! Πρέπει να είναι πολύ σπουδαίες τελικά οι λέξεις! Γι αυτό και αποφάσισα να κάνω ότι μπορώ καλύτερο για να τις μάθω. Και τις έμαθα, όχι όπως τις ξέρουν όλοι μα αλλιώς.
Και ήρθε ή ώρα να περάσω άλλη μία μεγάλη πόρτα ,την πόρτα του δημοτικού σχολείου! Κι εκεί αυτά που δεν μπορούσα εγώ να κάνω ήταν αμέτρητα, πιο πολλά κι από τα αστέρια. Ήχοι δυνατοί που δεν με άφηναν να ακούσω εμένα, μυρωδιές περίεργες, βλέμματα ακόμη πιο περίεργα. 
Ο δάσκαλος συνέχεια μου φώναζε και με τραβολογούσε γιατί τίποτα δεν έκανα σωστά. Η μαμά μου πάλι έκλαιγε συνέχεια και κάθε μεσημέρι μιλούσε με τον δάσκαλο. Συγνώμη μαμά μου που δεν καταλαβαίνω, που δεν μπορώ ότι και οι άλλοι! 
Πες του μαμά ότι ξέρω να διαβάζω ήδη, πες του ότι ξέρω όλους τους πλανήτες και πόσα αυτοκίνητα χωράνε στο κουτί μου. Ίσως έτσι δει ότι μπορώ κι εγώ πολλά να κάνω. Μα κανείς δεν μπορούσε να μετρήσει εκείνα που μπορώ , κανείς δεν καταλάβαινε τις λέξεις μου μήτε κι εγώ άκουγα τις δικές τους. 
Όταν ή μαμά κουράστηκε πια να είναι θλιμμένη άρχισε να αντιμετωπίζει στο δάσκαλο και άρχισε να αγαπάει ότι αγαπώ. 
Τα δεν μπορώ μου, δεν ήταν μόνο χίλια, ήταν εκατομμύρια... μακάρι να ‘ρθει ή ώρα να μετρήσουνε εκείνα που μπορώ...
Αν τα μετρήσετε θα δείτε ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια «δεν μπορώ» και αυτά που αληθινά μπορούν... είναι κι αυτά εκατομμύρια!!!
28/03/2017
Κείμενο: Μαρία Παπαδοπούλου
Αφήγηση: Αργυρώ Παγίδα
Μουσική: Γιώργος Καλούδης

Τίτλος εκπομπής: ΑΚΟΥΣΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ | ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝ "ΜΠΟΡΩ"
Διάρκεια 5'

Πηγή: nevronas.gr
antikleidi.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι