Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Το «ταξίδι» της Εμπιστοσύνης
από τη βρεφική μέχρι την ενήλικη ζωή


Γεννιόμαστε για να εμπιστευτούμε. 
Τα βρέφη έρχονται στον κόσμο για να δημιουργήσουν δεσμούς με τα πρόσωπα που τα φροντίζουν, ώστε να μπορέσουν να αναπτυχθούν στο συναισθηματικό και τον κοινωνικό τομέα. 
Ο πρωταρχικός δεσμός διαμορφώνεται συνήθως με τη μητέρα, ενώ ακολουθούν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και του οικείου περιβάλλοντός τους. 
Η διαθεσιμότητα και η ανταπόκριση των γονιών στις ανάγκες των βρεφών, τα κάνει να νιώθουν ασφάλεια και σιγουριά κι έτσι αρχίζουν να οικοδομούν την αυτοεκτίμησή τους.

Σύμφωνα με τον Erikson (1963, ό. α. Παππά, 2013), τον πρώτο χρόνο της ζωής τους
τα βρέφη διανύουν το στάδιο της βασικής εμπιστοσύνης ή της δυσπιστίας: 

Αν οι ενήλικοι που τα φροντίζουν επιδεικνύουν διαθεσιμότητα και ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, τα βρέφη μαθαίνουν ότι ο κόσμος είναι φιλόξενος και ασφαλής, μαθαίνουν να εμπιστεύονται. 
Αντιθέτως, αν μεγαλώνουν με ενήλικες που δεν τους παρέχουν διαθεσιμότητα, μαθαίνουν ότι ο κόσμος είναι απρόβλεπτος, αφιλόξενος, απειλητικός. Αν φανταστούμε την εμπιστοσύνη σαν ένα οικοδόμημα, τα θεμέλιά της μπαίνουν κατά τη βρεφική ηλικία.

Ακολούθως, κατά τη νηπιακή ηλικία, η εμπιστοσύνη εμπλουτίζεται, διευρύνεται, βαθαίνει. 

Όσο πιο πολύ ο γονιός γνωρίζει το παιδί του, τόσο πιο πολύ το εμπιστεύεται. Και αντιστρόφως, όσο πιο πολύ το παιδί γνωρίζει το γονιό του, τόσο πιο πολύ τον εμπιστεύεται. 
Παράλληλα, όμως, αρχίζει να διεκδικεί το δικαίωμα στην αυτονόμηση και την αυτοδιάθεση, ένα δικαίωμα που δύσκολα αναγνωρίζεται από τον γονιό, με αποτέλεσμα συχνά να πλήττεται η εμπιστοσύνη που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους (Παππά, 2016α).

Είναι πολύ σημαντικό για έναν γονιό να μπορεί να λέει στο παιδί του «σε εμπιστεύομαι» και να το αποδεικνύει εμπράκτως. 

Συχνά, οι γονείς ακόμα κι όταν νιώθουν την εμπιστοσύνη δυσκολεύονται να την αρθρώσουν. 
Αργότερα, κατά τη σχολική ηλικία, πολλές φορές καθώς συζητούν με το παιδί και στην προσπάθειά τους να το προστατεύσουν από πιθανές ματαιώσεις, το νουθετούν να μην εμπιστεύεται εύκολα τους άλλους, μικρούς και μεγάλους, ακόμα και τους φίλους του. Το παιδί μπερδεύεται: τι πρέπει να κάνει;

Στην εφηβεία, περίοδος κατά την οποία οι σχέσεις τίθενται υπό νέα διαπραγμάτευση και το παιδί ως έφηβος διεκδικεί πολύ πιο δυναμικά το δικαίωμα στην αυτονομία, δοκιμάζοντας τόσο τα δικά του όρια όσο και των γονιών του, ακούει τους γονείς να του λένε συνήθως:

«δε σε εμπιστεύομαι» ή 
«έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου» και συνεχίζουν 
«θα πρέπει να ξανακερδίσεις τη χαμένη μου εμπιστοσύνη και να μου αποδείξεις ότι μπορώ να σε εμπιστευτώ ξανά». 
Με τον τρόπο αυτό, γονείς και έφηβοι μπαίνουν σε έναν φαύλο κύκλο δυσπιστίας, έναν φαύλο κύκλο που σπάει δύσκολα (Hayman, 2016).

Είναι όμως συναίσθημα η εμπιστοσύνη ή μήπως καλύτερα προσδιορίζεται ως αξία; 

Όσο δύσκολο είναι να νιώσεις εμπιστοσύνη και να ζήσεις με εμπιστοσύνη, τόσο δύσκολο είναι να προσπαθήσεις να μιλήσεις γι' αυτή και να την αποσαφηνίσεις εννοιολογικά. 
Σύμφωνα με τον Plutchik (1980, ό. α. Παππά, 2013), 
η εμπιστοσύνη είναι ένα από τα οκτώ βασικά συναισθήματα μαζί με τη χαρά, τον φόβο, την έκπληξη, τη λύπη, την αποστροφή, το θυμό και την προσμονή, και μαζί με τη χαρά δημιουργεί την αγάπη, ενώ αν συνενωθεί με το φόβο παράγει την υποταγή. 
Κατά τη Rudd (2009, ο. α. Παππά, 2013), η εμπιστοσύνη αποτελεί ένα από τα εννέα χαρακτηριστικά της συναισθηματικής νοημοσύνης και ορίζεται ως η δεξιότητα του να είναι κάποιος αρκετά θαρραλέος, ώστε να παλεύει γι' αυτό που θέλει να κατακτήσει. Από την άλλη, η εμπιστοσύνη μπορεί να θεωρηθεί αξία κομβικής σημασίας για τη δημιουργία διανθρώπινων σχέσεων και την κοινωνική συμβίωση (Παππά, 2008, 2013, 2016β).

Ξέρουμε ότι η εμπιστοσύνη ενθαρρύνει και χαρίζει αυτοεκτίμηση, καλλιεργεί εσωτερικά κίνητρα και αισιοδοξία. 

Η εμπιστοσύνη είναι όμως και ευθύνη. 
Σε εμπιστεύομαι σημαίνει σε θεωρώ υπεύθυνο. Και εσύ, ως αποδέκτης της εμπιστοσύνης που σου απευθύνω, αναλαμβάνεις πολύ σοβαρά το ρόλο της εκπλήρωσης μιας άρρητης προσδοκίας. 
Όταν ο γονιός εμπιστεύεται το παιδί του, το μαθαίνει ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, ο κόσμος είναι ασφαλής, ότι μπορεί να αλλάξει ό,τι δεν του αρέσει αν προσπαθήσει, του μαθαίνει να μη φοβάται και να μπορεί να έχει τον έλεγχο της ζωής του.

Για να εμπιστευτείς τον άλλο, χρειάζεται να εμπιστεύεσαι καταρχήν τον εαυτό σου. Η εμπιστοσύνη είναι ένα δώρο που χαρίζεται με ανοιχτή την καρδιά, με ειλικρίνεια και γενναιοδωρία.

Βασιλική Παππά, MSc, PhD, Συμβουλευτική Ψυχολόγος,
Επιστημονικά υπεύθυνη Σχολών Γονέων
sxolesgonewn
infokids
Το Χαμομηλάκι

Τάμπλετ vs Χειρόγραφο

Τι Βοηθάει Στην Ανάπτυξη Των Παιδιών, Χειρόγραφο Ή Τάμπλετ;


Εδώ και αιώνες, γράφουμε με το χέρι. Το smartphone και ο υπολογιστής το καθιστούν αυτό περιττό. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι αυτό δεν βοηθάει στην ανάπτυξη των παιδιών, γράφει η γερμανική εφημερίδα Die Zeit, επιλέγοντας μάλιστα να κάνει σήμερα την αξία του χειρογράφου πρώτο θέμα στην ηλεκτρονική της έκδοση.

«Το χειρόγραφο είναι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά επιτεύγματα της ανθρωπότητας: χάρη σε αυτό, οι άνθρωποι μπόρεσαν να διατηρήσουν τη γνώση τους. Η γραφή έδωσε τη δυνατότητα να μεταβιβάζουμε σύνθετες σκέψεις και ιδέες σε άλλους ανθρώπους ανεξάρτητα από το χρόνο και το διάστημα. Και χάρη στο χειρόγραφο γνωρίζουμε μέχρι σήμερα τι δίδαξε ο Πλάτωνας και ο Σωκράτης. Αλλά παρόλο που τέτοιες σκέψεις γράφονταν πάνω σε πέτρινες πινακίδες , παπύρους και αργότερα σε χαρτί, το σημερινό γράψιμο γίνεται ολοένα και πιο ανεξάρτητο από το φυσικό του υπόβαθρο.

Σήμερα, γράφουμε και αποθηκεύουμε πολλά στα smartphones και τους υπολογιστές μας και τα ανεβάζουμε στο cloud. Όλο και συχνότερα ξεχνάμε το στυλό, όλο και πιο συχνά "χτυπάμε" τις σκέψεις μας στις οθόνες και τα πληκτρολόγια. Συχνά το χειρόγραφο μπορεί να βρεθεί μόνο σε σημειώσεις ή ευχετήριες κάρτες» σημειώνει η γερμανική εφημερίδα.

Οι ερευνητές της Εκπαίδευσης βλέπουν σε αυτό έναν εξαιρετικό κίνδυνο. Και φαίνεται να είναι σωστό: Μια έρευνα μεταξύ 1.900 καθηγητών διαπίστωσε ότι το 30% των κοριτσιών και το 50% των αγοριών έχουν πρόβλημα να μάθουν πώς να γράφουν σωστά. Στο γυμνάσιο, ακόμη και το 40% των μαθητών δεν μπόρεσαν να γράψουν μισή ώρα χωρίς προβλήματα. Οι δάσκαλοι ρωτήθηκαν επίσης τι πιστεύουν: Το 53% εκτιμά ότι η αιτία βρίσκεται στην «προοδευτική ψηφιοποίηση της επικοινωνίας».

Φυσικά δεν υπάρχουν επιστημονικές αποδείξεις ότι η ψηφιοποίηση είναι η αιτία των προβλημάτων στη γραφή. Τα περισσότερα ευρήματα βασίζονται στις παρατηρήσεις των εκπαιδευτικών και των γονέων. Στην πραγματικότητα, δεν είναι καν σαφές αν είναι πραγματικά πιο δύσκολο για τους μαθητές να μάθουν να γράφουν, ή αν ήταν πάντα δύσκολο γι΄ αυτούς. «Μας λείπουν συγκριτικά στοιχεία » λέει ο ψυχολόγος Κρίστιαν Μάρκαρντ που έχει εργαστεί για πολλά χρόνια στον τομέα αυτόν.

Ο νευρολόγος Κρίστιαν Άκελ είναι επίσης επιφυλακτικός: «Αν οι ερωτηθέντες έχουν ήδη μια σχηματισμένη άποψη, αυτό μπορεί να στρεβλώσει τα αποτελέσματα». Παρόλα αυτά, ο Κελ, που ερευνά το θέμα της επεξεργασίας γλωσσών στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, πιστεύει στην αξία του χειρόγραφου. «Το γράψιμο είναι ένα αριστούργημα του εγκεφάλου», λέει. Ακόμη και η ανάγνωση είναι μια πολύ περίπλοκη ικανότητα. Μαθαίνουμε να συσχετίζουμε ξεχωριστά γράμματα με τους ήχους και τελικά να τα συνδυάζουμε σε λέξεις.

Και όταν γράφουμε με το χέρι, υπάρχει κάτι παραπάνω από την ανάγνωση: μεταφράζουμε έναν ήχο ή μια λέξη με μια λεπτή, πολύ ακριβή κίνηση. Εδώ έρχεται το σύστημα του εγκεφάλου που ελέγχει τις κινήσεις μας. Με τη γραφή ενεργοποιούνται διάφορες περιοχές του εγκεφάλου.

Το γράψιμο είναι ένα εξελικτικό υποπροϊόν

Αν και οι προδιαθέσεις για το γράψιμο είναι έμφυτες, ο Κρίστιαν Κελ εξηγεί ότι αντίθετα με την ομιλία, το γράψιμο δεν είναι πολύ διαισθητικό. Γι' αυτό για να το μάθουμε πρέπει να δουλέψουμε τόσο σκληρά. Κάτι που μπορεί να εξηγηθεί εξελικτικά: Ο λόγος έχει αναπτυχθεί ως ατομική ικανότητα, εμείς οι άνθρωποι μιλάμε εδώ και τουλάχιστον 50.000 έως 100.000 χρόνια, ίσως ακόμη και για μισό εκατομμύριο χρόνια (Τα Σύνορα της Ψυχολογίας: Dediu & Levinson, 2013).


Αντίθετα, η εξέλιξη της γραφής είναι περισσότερο ένα υποπροϊόν των καλύτερων κινητικών δεξιοτήτων, όπως εκείνων που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή εργαλείων. «Η ικανότητα να γράφεις δεν είναι τόσο πολύ ενσωματωμένη στο DNA μας όπως ο λόγος», λέει ο Kελ.

Διαθέτουμε είδη γραφής εδώ και 5.000 έως 6.000 χρόνια. Τότε, οι Σουμέριοι στο σημερινό Ιράκ ανέπτυξαν τη σφηνοειδή γραφή. Ένα βιβλίο με σχεδόν 2.000 χαρακτήρες, το οποίο χρησίμευε για τη διαχείριση του εμπορίου. Οι Σουμέριοι σκάλιζαν τα γράμματα με ξύλινα ραβδιά σε πήλινες πλάκες. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, το αλφάβητο μας αναπτύχθηκε από αυτή τη γραμματοσειρά.

Ενώ η ομιλία είναι κτήμα όλων των ανθρώπων από την αρχή, η γραφή αφορούσε μόνο μια μειονότητα. Μόνο έμποροι, ευγενείς και κληρικοί μάθαιναν να γράφουν. Ακόμη και στη Γερμανία, μόνο πριν από 100 χρόνια η γραφή έγινε πραγματικά υποχρεωτική: το 1919 εισήχθη η υποχρεωτική εκπαίδευση. Ακόμη και σήμερα, 7,5 εκατομμύρια άνθρωποι στη Γερμανία δεν μπορούν να διαβάζουν ούτε να γράφουν επαρκώς.

Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι το γράψιμο με το χέρι θα μπορούσε να διευκολύνει τη μάθηση. Στις ΗΠΑ, ένας ψυχολόγος κατέγραψε τις επιδόσεις μιας ομάδας 67 φοιτητών από το πανεπιστήμιο του Πρίνστον που παρακολουθούσαν μια διάλεξη. Οι φοιτητές είχαν τη δυνατότητα είτε να σημειώνουν με το φορητό υπολογιστή είτε να γράφουν σε χειρόγραφο.

Το αποτέλεσμα: όσοι είχαν γράψει με το χέρι, είχαν πολύ καλύτερη απόδοση. «Αν γράφουμε με το χέρι, λειτουργούμε πιο συνειδητά», λέει ο Mάρκαρντ. Ο συνδυασμός περιεχομένου και κίνησης δημιουργεί ένα είδος μνήμης. Ωστόσο, πρέπει να προσέξουμε να μην γενικεύσουμε, λέει ο Kελ: Μερικοί άνθρωποι έμαθαν καλύτερα ακούγοντας ή διαβάζοντας. «Η εκμάθηση είναι κάτι πολύ ξεχωριστό», λέει.

Το χειρόγραφο θα επιβιώσει μόνο αν αλλάξει κάτι στα σχολεία;

«Τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν στην τάξη», λέει ο Κελ. Στα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να βρουν τρόπους φιλικούς προς το παιδί για να διδάξουν τους μαθητές τους να γράφουν. Αυτό περιλαμβάνει όχι την αποδυνάμωση της ψηφιοποίησης, αλλά τη σύνδεση και των δύο διαδικασιών. Για παράδειγμα μέσω στυλό που ψηφιοποιούν τη γραφή απευθείας. Ο Μάρκαρντ εργάζεται επίσης σε προγράμματα υπολογιστών που αναλύουν τις δεξιότητες γραφής των μαθητών.

ideopigi
 
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ