Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Πώς ο τζόγος παραμορφώνει την πραγματικότητα και εθίζει τον εγκέφαλο

Τα τεχνάσματα των «τυχερών» παιχνιδιών που ξεγελούν τον εγκέφαλο και τον εθίζουν νομίζοντας ότι κερδίζει ενώ στην πραγματικότητα χάνει.

Όταν αποκαλούμε τον τζόγο «παιχνίδι της τύχης», υπονοούμε ότι σ’ αυτόν υπάρχουν στοιχεία διασκέδασης, ρίσκου και μία αίσθηση συνύπαρξης. Αυτές οι υποδηλώσεις δικαιολογούν σε ένα βαθμό γιατί το 80% των ενηλίκων ασχολείται σε κάποιο σημείο της ζωής του με τον τζόγο.

Αν σκεφτούμε το γιατί οι άνθρωποι τζογάρουν, θα σκεφτούμε ότι ορισμένα από τα κίνητρά τους είναι η ευχαρίστηση και τα χρήματα. Παρά το γεγονός ότι αυτοί μπορεί να είναι αρχικά οι λόγοι για τους οποίους κάποιος μπορεί να δοκιμάσει τα τυχερά παιχνίδια, οι ψυχολόγοι δεν έχουν ακόμη καταφέρει να ορίσουν με σαφήνεια πότε κάποιος περνάει τη διαχωριστική γραμμή της ευχάριστης ενασχόλησης και του εθισμού. 
Τι είναι αυτό που κρατάει τους ανθρώπους να συνεχίσουν να παίζουν ακόμα και όταν σταματήσει το παιχνίδι να είναι ευχάριστο; 
Γιατί οι άνθρωποι κολλούν με παιχνίδια τα οποία είναι σχεδιασμένα για να χάνουν; 
Είναι ορισμένοι άνθρωποι απλώς πιο άτυχοι από τους υπόλοιπους ή απλώς είναι χειρότεροι στον υπολογισμό των πιθανοτήτων;

Ερευνητές που έχουν ασχοληθεί με τον εθισμό, θεωρούν ότι τα τυχερά παιχνίδια έχουν σχεδιασθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να διεγείρουν τον εγκέφαλο τόσο των ανθρώπων που απλώς επισκέπτονται ένα καζίνο, όσο και των ανθρώπων που έχουν εθιστεί στον τζόγο.

Η ενισχυτική λειτουργία της αβεβαιότητας
Η αβέβαιη ανταμοιβή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην έλξη που νιώθουμε για τα παιχνίδια τύχης. 
Η ντοπαμίνη, ο νευροδιαβιβαστής που απελευθερώνει ο εγκέφαλος κατά τη διάρκεια ευχάριστων δραστηριοτήτων όπως το φαγητό, το σεξ και τα ναρκωτικά, απελευθερώνεται και αυξάνεται επίσης σε καταστάσεις όπου η ανταμοιβή είναι αβέβαιη. 
Αυτή η έκκριση ντοπαμίνης υπογραμμίζει και τη σοβαρότητα ενδεχόμενου εθισμού από τα τυχερά παιχνίδια, ενώ παράλληλα ενισχύει ριψοκίνδυνες συμπεριφορές που παρατηρούνται στον τζόγο.

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα κέντρα του εγκεφάλου που απελευθερώνουν ντοπαμίνη κατά τη διάρκεια τυχερών παιχνιδιών, είναι παρόμοια με εκείνα που ενεργοποιούνται με την χρήση ναρκωτικών. 
Συγκεκριμένα, όπως και με τα ναρκωτικά, η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε παιχνίδια τύχης και το αίσθημα αβεβαιότητας προκαλούν αλλαγές στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου γίνονται υπερευαίσθητα. Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε πειραματόζωα, έδειξαν ότι αυτές οι μεταβολές που υφίσταται ο εγκέφαλος μπορούν να ενισχύσουν ακόμα περισσότερο το πάθος για τον τζόγο και να αυξήσουν την επιθυμία για ναρκωτικές ουσίες.

Επίσης, η επανειλημμένη έκθεση σε τυχερά παιχνίδια και η συνοδευόμενη αβεβαιότητα αυτών, φαίνεται ότι αλλάζει ακόμα και τον τρόπο ανταπόκρισης στην απώλεια. 
Η απώλεια χρημάτων σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν προβλήματα με τον τζόγο, απελευθερώνει ντοπαμίνη σχεδόν στον ίδιο βαθμό με το κέρδος. Αν και θα περιμέναμε ότι η απογοήτευση της χρηματικής απώλειας θα οδηγήσει σε απομάκρυνση από το παιχνίδι, οι άνθρωποι που είναι εθισμένοι στον τζόγο ακόμα και όταν χάνουν, έχουν την επιθυμία να συνεχίσουν να παίζουν, ως αποτέλεσμα της έκκρισης ντοπαμίνης.
Τα φώτα και οι ήχοι μαγεύουν

Τα τυχερά παιχνίδια είναι κάτι περισσότερο από το κέρδος ή την απώλεια χρημάτων. Μπορούν να γίνουν ένα εντυπωσιακό περιβάλλον με ήχους και φώτα που αναβοσβήνουν. Αυτό το περιβάλλον μπορεί να το συναντήσει κανείς είτε σε ένα πολυσύχναστο καζίνο είτε και σε μία απλή εφαρμογή στο κινητό, η οποία εμπεριέχει άφθονα οπτικά και ακουστικά εφέ για να κερδίσει την προσοχή μας.

Όμως, αυτά τα εφέ είναι απλά διακοσμητικά; Έρευνες δείχνουν ότι δεν είναι.
Οι ήχοι και τα φώτα σε ένα καζίνο είναι ακόμα πιο ελκυστικά και μας παρακινούν περισσότερο να παίξουμε όταν συνδυάζονται με μία αβέβαιη αμοιβή.
Επίσης, αυξάνουν τόσο πολύ τον ενθουσιασμό που οδηγούν τους ανθρώπους που παίζουν, να υπερεκτιμούν το πόσο συχνά κερδίζουν και να παίζουν περισσότερο και πιο γρήγορα.
Νιώθεις νικητής ενώ στην πραγματικότητα χάνεις

Επειδή τα τυχερά παιγνίδια έχουν σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε το καζίνο να έχει πάντα το πλεονέκτημα, ο παίκτης κερδίζει σπάνια. Έτσι, σπάνια βιώνει κανείς τα φώτα και τους ήχους που ακολουθούν μετά την επίτευξη ενός τζακ ποτ. Ωστόσο, η βιομηχανία των τυχερών παιχνιδιών βρήκε έναν τρόπο να ξεπεράσει αυτόν τον περιορισμό.

Τις τελευταίες δεκαετίες τα καζίνο απέσυραν τα παλιά μηχανήματα «φρουτάκια» και τους κουλοχέρηδες και τα αντικατέστησαν με ηλεκτρονικές μηχανές τυχερών παιχνιδιών, οι οποίες διαθέτουν περισσότερα πολύχρωμα φώτα και μεγάλη ποικιλία ήχων. 
Επίσης, έχουν πολλαπλές γραμμές στοιχημάτων ώστε οι παίχτες να μπορούν να στοιχηματίσουν παραπάνω από 20 φορές σε κάθε γύρο και πολλοί από αυτούς στοιχηματίζουν όλες τις γραμμές κάθε φορά.

Πρακτικά, αυτή η στρατηγική σημαίνει ότι κάποιες από τις γραμμές θα είναι νικηφόρες και κάποιες όχι. Ακόμα και να νικήσει κανείς, αν συμψηφίσει τα κέρδη από τις νίκες, πάλι θα είναι λιγότερα από το αρχικό ποσό που κατέβαλε. Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως απώλειες μεταμφιεσμένες σε νίκες (losses disguised as wins), ώστε κάθε νίκη, ακόμα και αν είναι μεταμφιεσμένη απώλεια, εμφανίζεται με έντονα φώτα και ήχους που παρασέρνουν.

Το αποτέλεσμα αυτών των παιχνιδιών είναι ότι γίνονται πιο ευχάριστα και επομένως πιο επιθυμητά από τους παίχτες, οι οποίοι συχνά υπερεκτιμούν το πόσο συχνά κερδίζουν. Αυτή η αύξηση της συχνότητας της πραγματικής ή κατασκευασμένης νίκης, διεγείρει τα κέντρα επιβράβευσης του εγκεφάλου και επιταχύνει τις μεταβολές του. Παράλληλα, εντάσσει τους παίχτες σε μία κατάσταση «σκοτεινής ροής», κάτι σαν υπερβατική κατάσταση, κατά την οποία είναι τόσο απορροφημένοι στο παιχνίδι που δεν καταλαβαίνουν τις ώρες που περνούν με αυτό.

Το φαινόμενο της «παρα λίγο νίκης» και του κυνηγητού των ηττών
Η αύξηση των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών επιτρέπει στους σχεδιαστές του να προγραμματίσουν κάποια φαινόμενα πιο συχνά κατά την διάρκεια του παιχνιδιού. 
Ένα από αυτά είναι και οι «παραλίγο νίκες», όπου συνήθως ένας από τους τροχούς σταματάει λίγο έξω από τη γραμμή για το τζακ ποτ. Αυτό το γεγονός διεγείρει τα ίδια κέντρα του εγκεφάλου που διεγείρονται στις νίκες, κάνοντας ακόμα πιο έντονη την επιθυμία για παιχνίδι, ειδικά στους εθισμένους παίχτες.
Το φαινόμενο αυτό δε συναντάται μόνο στα καζίνο, αλλά και σε εθιστικά παιχνίδια μέσω κινητού τηλεφώνου, όπως για παράδειγμα το πολύ γνωστό παιχνίδι «Candy Crush».
Η νίκη που χάνεται για λίγο, εκτός από το ότι μας ταράζει περισσότερο απ’ ό,τι η ξεκάθαρη ήττα, δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη επιθυμία για παιχνίδι και από την ίδια τη νίκη, ενώ κινητοποιεί περισσότερο τους παίχτες με αποτέλεσμα να παίζουν για περισσότερη ώρα από εκείνη που αρχικά υπολόγιζαν. Επίσης, η αδρεναλίνη που εκκρίνεται όταν παραλίγο να νικήσουμε, συγκρίνεται με τα επίπεδα αδρεναλίνης ενός ανθρώπου εθισμένου στον τζόγο.
Οι παγίδες του τζόγου

Τα τυχερά παιχνίδια εκτός από το ό,τι απασχολούν τους παίχτες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τους δημιουργούν και την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να υπερνικήσουν την τύχη διότι λανθασμένα θεωρούν τους εαυτούς τους ικανούς.
Για πολλούς ανθρώπους είναι εύκολο να σταματήσουν το παιχνίδι όταν τους τελειώσει το ποσό το οποίο υπολόγιζαν ότι θα ξοδέψουν. Όμως, έρευνες δείχνουν ότι το 2% των παιχτών κατατάσσεται σε μία καινούργια διαγνωστική κατηγορία, γνωστή ως διαταραχή ενασχόλησης με τυχερά παιχνίδια (gambling disorder).
Ο συγκεκριμένος εθισμός, είναι από τους λίγους που δε συνεπάγεται κατανάλωση ουσιών. Όπως και άλλες μορφές εθισμού, η διαταραχή ενασχόλησης με τυχερά παιχνίδια είναι μία εμπειρία μοναξιάς και απομόνωσης. Είναι επίσης άμεσα συνδεδεμένη με το αυξανόμενο άγχος ενώ οι εθισμένοι παίχτες αντιμετωπίζουν μεγάλο κίνδυνο αυτοκτονίας.

Πηγή:The Conversation
Απόδοση: Γλυκερία Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος
Επιμέλεια: PsychologyNow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Η ανταμοιβή και η τιμωρία δεν φαίνεται να λειτουργούν αποτελεσματικά στους εφήβους

Ο εφηβικός εγκέφαλος δυσκολεύεται να συσχετίσει τις πράξεις με τις πιθανές ανταμοιβές ή τιμωρίες. 
Νέοι δρόμοι για την κατανόηση των εφήβων ανοίγουν για γονείς και καθηγητές.
Πολλοί γονείς και καθηγητές δυσκολεύονται να βρουν τρόπους να περάσουν στο μυαλό ενός εφήβου τι είναι σημαντικό και τι όχι. 
Ούτε η ανταμοιβή, ούτε η προειδοποίηση κάποιας συνέπειας της πράξης τους, φέρνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. 
Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό το γεγονός είναι πολλοί, συμπεριλαμβανομένου της τάσης που έχουν οι έφηβοι για ανεξαρτησία καθώς και της κοινωνικής πίεσης των φίλων τους.
Σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communication1, αυτή η συμπεριφορά πιθανόν να οφείλεται στη πραγματικότητα στις εγκεφαλικές συνδέσεις των εφήβων.
Η εφηβεία ορίζεται ως η περίοδος της ζωής του ατόμου κατά την οποία επέρχεται βιολογική αλλαγή στο άτομο καθώς αναπτύσσεται και ολοκληρώνεται και αποκτά σταθερό και ανεξάρτητο ρόλο στη κοινωνία. Επίσης, γνωρίζουμε πως είναι η περίοδος μιας τεράστιας αναδιοργάνωσης του εγκεφάλου, όπου μόλις πρόσφατα είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τι συμβαίνει σε αυτόν.
Σε αυτή την εξελικτική φάση, η φαιά ουσία του εγκεφάλου, η οποία έχει αναπτυχθεί με ταχείς ρυθμούς από τη γέννηση του –πλέον- έφηβου, αρχίζει να λεπταίνει. Αυτό οφείλεται στην μείωση των συνάψεων, από τις περιττές συνδέσεις των νευρικών κυττάρων με σκοπό την αυξημένη νευρωνική απόδοση.

Αυτή η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο προμετωπιαίο φλοιό, ο οποίος είναι το τελευταίο κομμάτι που αναπτύσσεται στον εγκέφαλο και είναι υπεύθυνος για τις εκτελεστικές λειτουργίες, όπως η λήψη αποφάσεων. Σε αυτή τη διαδικασία ωρίμανσης συσχετίζονται οι αναβαθμίσεις βασικών δομικών και λειτουργικών δικτύων - μια μετατόπιση από τις τοπικές συνδέσεις σε πιο εκτεταμένες, μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων του εγκεφάλου.
Δεν χρειάζεται να είμαστε νευροεπιστήμονες για να γνωρίζουμε πως η εφηβεία είναι η περίοδος του νέου με αυξημένη παρορμητικότητα, υπερβολικού συναισθήματος και αντιμετωπίζουν «ατρόμητα» τους κινδύνους.
Μια πτυχή αυτής της συμπεριφοράς είναι η αδυναμία του εφήβου να συσχετίσει τις πράξεις του με τις πιθανές ανταμοιβές ή συνέπειες που μπορεί να έχουν.

Ένας ώριμος εγκέφαλος είναι αρκετά ικανός να κατανοήσει την συνέπεια και την ανταμοιβή. Αυτό επιτυγχάνεται όταν χρησιμοποιούνται οι σύνδεσμοι των γνωστικών συστημάτων ελέγχου, που βρίσκονται στον εξελιγμένο προμετωπιαίο φλοιό και στο κύκλωμα επιβράβευσης, που αποτελείται από εξελικτικά παλαιότερες υπο-φλοιικές δομές, όπου ελέγχει τα κίνητρα και τις επιθυμίες.
Οι ψυχολόγοι περιγράφουν αυτή την διαδικασία ως την ικανότητα να προσαρμόσουμε τις γνωστικές μας επιδόσεις στις απαιτήσεις του περίγυρου μας, ενώ οι οικονομολόγοι θα μπορούσαν να το παρομοιώσουν με τη διαδικασία «ανάλυση κόστους-οφέλους».
Μήπως λοιπόν ο εφηβικός εγκέφαλος δεν έχει την ικανότητα να λειτουργεί παρορμητικά, όπως o ώριμος εγκέφαλος; Αυτό θα μπορούσε να φανερωθεί από ένα απλό σύστημα ανταμοιβής, το οποίο να βασίζεται στη πρόβλεψη των επιβραβεύσεων ή συνεπειών που ενέχει μια πράξη.

Υψηλά «ρίσκα» έναντι χαμηλών

Μια νέα μελέτη μας έδειξε τι πραγματικά συμβαίνει στους εγκεφάλους εφήβων ηλικίας 13-20 ετών μέσω εξετάσεων FMRI. Οι εξετάσεις FMRI μελέτησαν την εγκεφαλική δραστηριότητα μέσω παρακολούθησης της αλλαγής στη ροή του αίματος όσο οι έφηβοι έπαιζαν ένα βιντεοπαιχνίδι. Αυτή ήταν μια γνωστική δοκιμασία καθώς έδινε στους παίκτες είτε υψηλές, είτε χαμηλές οικονομικές ανταμοιβές ή τιμωρίες, σε αντάλλαγμα για τη σωστή ταξινόμηση εικόνων πλανητών.
Σε αυτή τη περίπτωση, οι ερευνητές ανέμεναν να δουν βελτιωμένες επιδόσεις στους συμμετέχοντες, όταν θα υπάρχουν μεγαλύτερα ρίσκα. Ωστόσο, η μελέτη έδειξε ότι αυτό ίσχυε μόνο για τους πιο μεγάλους ηλικιακά συμμετέχοντες (19-20 ετών). 
Οι νεώτεροι παίκτες ήταν λιγότερο αποτελεσματικοί στο έργο, είτε τα ρίσκα ήταν υψηλά είτε χαμηλά. Εκείνο το χαρακτηριστικό της εγκεφαλικής δραστηριότητας των ατόμων με τις καλύτερες αποδόσεις, ήταν η αυξημένη λειτουργία της προμετωπιαίας περιοχής του εγκεφάλου τους.

Στην πραγματικότητα, αυτή η μελέτη φανερώνει την ισορροπία μεταξύ των ανταμοιβών που προσφέρονται και των ενεργειών που απαιτούνται για τη καλύτερη απόδοση. 
Όταν ο εγκέφαλος είναι νεώτερος, το άτομο- και συγκεκριμένα ο έφηβος- δεν είναι πολύ καλός στο να ταιριάξει τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει ή τι δεν πρέπει να κάνει για να μη χάσει. Αυτό είναι μία ένδειξη του πώς λειτουργεί ο εφηβικός εγκέφαλος όπου εκδηλώνεται η έλλειψη της ρύθμισης του συστήματος ανταμοιβής, η οποία (ευτυχώς!) φαίνεται να εξαφανίζεται με την ηλικία.
Είναι ενδιαφέρον πως υπάρχει αυτή η διαφορά ανάμεσα σε έναν έφηβο που λειτουργεί με έντονο ενθουσιασμό και παρορμητισμό και έναν ενήλικα, ο οποίος λειτουργεί με το σύστημα ανταμοιβής και συνέπειας.
Η γνώση αυτού του αποτελέσματος μπορεί να έχει μεγάλη σημασία στους τομείς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης.

Δηλαδή αν θέλετε να πείσετε έναν έφηβο να κάνει κάτι προσφέροντάς του μία ανταμοιβή, ενδέχεται να μην πετύχετε αυτό που θέλετε. 
Αντί αυτού, προσπαθήστε να δώσετε στους νέους όσο το δυνατόν περισσότερη πληροφόρηση σχετικά με μια απόφαση που θα πάρουν - αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει στην διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ της γνώσης και των κινήτρων.

Για παράδειγμα αντί να τους τάζετε ανταμοιβές για να μπουν σε ένα συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, αφήστε τους να επιλέξουν μόνοι τους πού θέλουν να σπουδάζουν.
 
Βέβαια κάτι τέτοιο μπορεί να μην είναι εύκολο, όπως επίσης θα πρέπει να λάβουμε υπόψη, πως υπάρχει περίπτωση να έρθουμε αντιμέτωποι και με μια άλλη πτυχή της εφηβικής συμπεριφοράς: την αμφισβήτηση των όσων τους συμβουλεύουν οι ενήλικες.

Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό το είδος συμπεριφοράς δεν είναι πάντα κακό. Υπάρχει μια εξελικτική αντίληψη ότι ένας μελλοντικός ενήλικας πρέπει να αναλάβει κάποιους κινδύνους, με νεανικό ενθουσιασμό και χωρίς τους απαραίτητους γνωστικούς ελέγχους.

Όπως αναφέρει και το γνωστό ρητό: Δεν μπορείτε να κολυμπήσετε για νέους ορίζοντες, μέχρι να έχετε το θάρρος να χάσετε από τα μάτια σας την ακτή.

Πηγή: medicalxpress.com
Έρευνα: Development of corticostriatal connectivity constrains goal-directed behavior during adolescence
Απόδοση: Ζωή Παστού, Ψυχολόγος
Επιμέλεια: Psychologynow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι