Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Το συναίσθημα του θυμού στα παιδιά

Το ερώτημα που δημιουργείται εύλογα είναι τι μπορούμε εμείς, εκπαιδευτικοί και γονείς, να συμβουλέψουμε ένα παιδί να κάνει για να ελέγχει τα αρνητικά συναισθήματά του, να  εξωτερικεύει με υγιή τρόπο τον θυμό του και στη συνέχεια να είναι σε θέση να τα  διαχειριστεί όλα αυτά σωστά;

Το συναίσθημα του θυμού είναι ίσως από τα πιο «παρεξηγημένα» συναισθήματα. Προκαλεί φόβο τόσο σε αυτόν που τον εκφράζει, όσο και σε αυτόν που τον δέχεται. Αυτό συμβαίνει διότι τις περισσότερες φορές ο θυμός συνοδεύεται από μια σύγκρουση, μια κρίση ή ένα περιστατικό που δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε μικροί και μεγάλοι.
Η αρχαία λέξη «θυμός», που σημαίνει ψυχή, έχει την ίδια ρίζα με το θυμικό. Το θυμικό ως ψυχολογικός όρος χρησιμοποιήθηκε επιστημονικά για να καλύψει όλα εκείνα τα βιώματα στα οποία υπάρχει συναισθηματικός τόνος οποιουδήποτε χαρακτήρα. 
Ο θυμός είναι ένα ισχυρό συναίσθημα που τις περισσότερες φορές συνδέεται με καταστάσεις οργής, άγχους ή επιθετικότητας τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. 
Εμφανίζεται όταν νιώθουμε ότι απειλείται η αυτοεκτίμηση, η αξιοπρέπεια, η ακεραιότητα ή η ιδιοκτησία μας, πράγματα δηλαδή που θεωρούμε κεκτημένα (Lazarus, 1993). 
Τα άτομα έχουν ιδιαίτερη δυσκολία να ασκήσουν έλεγχο στο συναίσθημα του θυμού (Goleman, 1995) με αποτέλεσμα να προκύπτουν αρκετά προβλήματα στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
Από την αρχαιότητα ήδη ο Ιπποκράτης υποστήριζε ότι οι συγκινήσεις, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα διάφορα συναισθήματα, επηρεάζουν τις ανθρώπινες σωματικές λειτουργίες. 
Ο θυμός αυξάνει τους καρδιακούς παλμούς, την αρτηριακή πίεση, τη ροή  του αίματος προς τους μύες, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα καθώς και τις τιμές ορισμένων ορμονών. 
Πιο συγκεκριμένα, ενεργοποιείται η κορτιζόλη και άλλοι νευροδιαβιβαστές όπως για παράδειγμα η νοραδρεναλίνη. Ο θυμός εκτινάσσει την τιμή της αδρεναλίνης στο αίμα και  κάνει με αυτόν τον τρόπο το σώμα να αντιδρά λέγοντας «κίνδυνος».

Πολλές φορές μάλιστα όλος ο θυμός, η κακοκεφιά και η επιθετικότητα μπορούν να στραφούν εναντίον του εαυτού μας άλλοτε μέσω πραγματικών πράξεων αυτοτιμωρίας (αυτοτραυματισμοί, υπερβολές στο φαγητό, ναρκωτικά, ανώφελη έκθεση σε κινδύνους) και άλλοτε μέσω κρυμμένων συγκινήσεων ή συναισθημάτων (κατάθλιψη, ενοχές, ψυχοσωματικά προβλήματα). Κάθε φορά που νιώθουμε οργή ο μόνος τρόπος να γλυτώσουμε είναι να τη βγάλουμε από πάνω μας μετατρέποντάς τη σε δράση. Σε αντίθετη περίπτωση, το μόνο που θα καταφέρουμε, αργά ή γρήγορα, θα είναι να εξοργιστούμε με τον εαυτό μας (Μπουκάι, 2011:17).
Ο Robert Landy (2001), αναφέρει πως για να βρούμε την ηρεμία πρέπει να διαπραγματευτούμε με την τάση να διαταράσσουμε την ηρεμία. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να αφήνουμε να εκφραστεί ο θυμός και να ακούμε προσεκτικά το μήνυμά του, πόσο μάλλον όταν προέρχεται από ένα μικρό παιδί που έχει την ανάγκη να «ακουστεί» με τον δικό του τρόπο. 
 Καταλυτικός παράγοντας για να μπορέσει ένα παιδί να εκφράσει και να ελέγξει τον θυμό του είναι η κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων είτε μέσα στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού είτε κατά τη διαδικασία συναναστροφής του με τους συνομηλίκους (Lewis & Haviland-Jones, 1993·Lewis, Haviland-Jones & Barrett, 2008).
Επομένως το συναίσθημα του θυμού όταν αξιοποιηθεί με τον κατάλληλο τρόπο μπορεί να αποτελέσει πραγματικά ένα από τα πιο λειτουργικά συναισθήματα.
Το ερώτημα που δημιουργείται εύλογα είναι τι μπορούμε εμείς, εκπαιδευτικοί και γονείς, να συμβουλέψουμε ένα παιδί να κάνει για να ελέγχει τα αρνητικά συναισθήματά του, να  εξωτερικεύει με υγιή τρόπο τον θυμό του και στη συνέχεια να είναι σε θέση να τα  διαχειριστεί όλα αυτά σωστά;
Ενδεικτικά παραθέτουμε συνοπτικά μερικούς σημαντικούς κεντρικούς άξονες που μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση του θυμού των παιδιών και των εκρήξεων οργής τους (Χατζηχρήστου, 2011):
1. Συνήθως οι γονείς υιοθετώντας οι ίδιοι επιθετική συμπεριφορά (φωνές, απειλές, σωματική τιμωρία κλπ.) στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τον θυμό των παιδιών τους δίνουν το αντίθετο πρότυπο από αυτό που προσπαθούν να επιτύχουν.
Τα παιδιά ως εκ τούτου αναπαράγουν και μιμούνται συμπεριφορές και πρότυπα αντίστοιχα με τις προσλαμβάνουσες που έχουν από το στενό τους περιβάλλον.
2. Τα παιδιά μπορούν να διαχειριστούν την ένταση που νιώθουν εκφράζοντας  τον θυμό τους λεκτικά (προφορικά ή/και γραπτά) ή μη λεκτικά (π.χ. παιχνίδι). Είναι φυσιολογικό να θυμώνει ένα παιδί και οφείλουμε να αποδεχτούμε το συναίσθημά του, όχι όμως την έκφρασή του με επιθετική μορφή.
3. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε και να δίνουμε μεγάλη βάση στο ότι τα παιδιά μπορεί να νιώθουν τόσο έντονα και μεγεθυμένα τα «δυσάρεστα» συναισθήματα και τις καταστάσεις ματαίωσης ή απογοήτευσης ώστε τα κάνουν να θυμώνουν ακόμη περισσότερο («Είμαι θυμωμένος/έξαλλος με τον εαυτό μου/κάποιον άλλο γιατί νιώθω τόσο πολύ θυμό μέσα μου και δεν ξέρω το γιατί»).
4. Σε περίπτωση που ένα παιδί εκδηλώσει αυτοκαταστροφικές ή επιθετικές μορφές συμπεριφοράς η παρέμβαση πρέπει να γίνει άμεσα και με διακριτικό τρόπο. Σκοπός είναι να λειτουργήσουμε σαν «πυροσβεστήρες» με την παρέμβαση που θα κάνουμε, αφού πρώτα θα έχουμε τονίσει στα παιδιά ότι τα αγαπάμε και ενδιαφερόμαστε ουσιαστικά γι’ αυτά προκειμένου να μην πάθουν κάτι κακό ή βλάψουν τον εαυτό τους. Σημαντικό είναι να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό ότι όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές παιδιών οφείλουμε να επιδείξουμε απόλυτη ψυχραιμία όχι μόνο στη διαχείριση της κατάστασης εκείνη τη στιγμή αλλά κυρίως μετά, στον διάλογο που θα κάνουμε μαζί τους εξατομικευμένα σε κλίμα απόλυτης ηρεμίας, εμπιστοσύνης και εχεμύθειας.
Καλό θα ήταν να μην δώσουμε μεγαλύτερες διαστάσεις στο συμβάν (οποιαδήποτε μορφή αυτοκαταστροφής) γιατί αν αντιληφθεί το παιδί ότι η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά που εκδήλωσε «κατάφερε» να φοβίσει τους ενήλικες λόγω της υψηλής επικινδυνότητάς της τότε ενδέχεται να την επαναλάβει στο μέλλον είτε με σκοπό να τραβήξει εκ νέου την προσοχή μας και να «τεστάρει» τα όριά μας είτε επειδή το βρίσκει «αστείο» ή «παιχνίδι».
5. Βοηθητικό στη διαχείριση του θυμού είναι να συναποφασίσουμε, να θεσπίσουμε και να τηρήσουμε σε συνεργασία με τα παιδιά σαφείς και ξεκάθαρους κανόνες (προφορικά ή ακόμη καλύτερα γραπτά) συνδυαστικά με τις επιβραβεύσεις ή τις τιμωρίες που συνεπάγεται αντίστοιχα η τήρηση ή η παραβίασή τους.

Βιβλιογραφία
  • Goleman, D. (1995). Emotionalintelligence.New York: Bantam Books.
  • Landy, R.J. (2001). Προσωπικότητα και Προσωπείο. (επιμ.) Στέλιος Κρασανάκης, (μτφρ.) Σοφία Γιαπιτζάκη - Κατσόγιαννου Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Lazarus, R.S. (1993). From psychological stress to emotions: A history of changing outlooks. In L. W. Porter, & M.R. Rosenweig (Eds.), Annual Review of Psychology, 44 (pp. 1-21). Palo Alto, CA: Annual Reviews
  • Lewis, M., &Haviland-Jones, J.M. (1993).Handbook of emotions. New York, NY: Guilford Press.
  • Lewis, M., Haviland-Jones, J.M., & Barrett L.F. (2008).Handbook of emotions. New York, NY: Guilford Press
  • Μπουκάι, Χ. (2011).Να σου πω μια ιστορία. (μτφρ.) Κρίτων Ηλιόπουλος. Αθήνα:opera
  • Χατζηχρήστου, Χ. (2011). Κοινωνική και συναισθηματική αγωγή στο σχολείο. Πρόγραμμα για την προαγωγή της ψυχικής υγείας και της μάθησης στη σχολική κοινότητα. Εκπαιδευτικό Υλικό II. Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ Δημοτικού. Αθήνα: Τυπωθήτω.
psychologynow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Ορισμένοι Άνθρωποι Φέρονται με Κακία στους Άλλους

Οι άνθρωποι γενικότερα, είμαστε ιδιαιτέρως κοινωνικά όντα που έχουν ανάγκη από θετικές σχέσεις. Επομένως, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τα κίνητρα που έχουμε για να διατηρούμε καλές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους.

Στην πραγματικότητα, δεν θα υπήρχε καμία πιθανότητα ύπαρξης της κοινωνίας μας, αν ιστορικά οι άνθρωποι δε συνεργάζονταν και δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους σε ένα μεγάλο βαθμό.
Ωστόσο, πολύ συχνά οι άνθρωποι βλάπτουν εσκεμμένα ο ένας τον άλλον. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Γιατί οι άνθρωποι θέλουν κάποιες φορές να πληγώσουν και να βλάψουν τους άλλους;
Δεκαετίες ερευνών αποδεικνύουν ότι πίσω από τη δημοφιλή πεποίθηση πως οι άνθρωποι γίνονται κακοί όταν θέλουν να αισθανθούν καλύτερα για τον εαυτό τους, κρύβεται μία μεγάλη αλήθεια.

1. Η Θετική Ιδιαιτερότητα

Η θεωρία της «κοινωνικής ταυτότητας», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν μια βασική ψυχολογική ανάγκη για «θετική ιδιαιτερότητα». Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι έχουν μία θετικά προσδιορισμένη ανάγκη να αισθάνονται μοναδικοί σε σχέση με τους γύρω τους. Καθώς από τη φύση τους, έχουν την τάση να σχηματίζουν ομάδες, αυτή η ανάγκη για θετική διάκριση, επεκτείνεται και στις ομάδες που ανήκουν.
Δηλαδή, τείνουν να βλέπουν πιο ευνοϊκά τις ομάδες που ανήκουν, παρά τις ομάδες που δεν ανήκουν. Και ως εκ τούτου, έχουν την τάση να βλέπουν λιγότερο θετικά τους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέρος μίας ομάδας σε σχέση με αυτούς που ανήκουν κάπου.
Επίσης, αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί, όταν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων ή όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η ταυτότητα της ομάδας τους δοκιμάζεται ή αμφισβητείται. Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για τη εξέταση αυτής της πεποίθησης, διαπιστώνουν ότι οι άνθρωποι γενικότερα εμφανίζουν ενδείξεις ευνοιοκρατίας για την ομάδα τους και επιπλέον, ενισχύεται θετικά η αυτοεκτίμηση τους και το αίσθημα της θετικότητας προς την ομάδας τους, όταν διαγράφονται άλλα μέλη από την ομάδα και θεωρούνται ως «παρείσακτα».

2. Οι Μειονεκτικές Συγκρίσεις

Η θεωρία της «κοινωνικής σύγκρισης», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι από τη φύση τους κάνουν συγκρίσεις με άλλους ανθρώπους και ότι αυτές οι συγκρίσεις μπορούν συχνά να μας κάνουν να αισθανόμαστε χειρότερα ή καλύτερα για τους εαυτούς μας. Καθώς, σε γενικές γραμμές προτιμάμε να αισθανόμαστε καλά, είμαστε επιρρεπείς στο να κάνουμε συγκρίσεις που θα μας επιτρέψουν να δούμε μειονεκτικά άλλους ανθρώπους.
Επιπλέον, η έρευνα που βασίζεται σε αυτή τη θεωρία, υποστηρίζει επίσης την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι πιο αρνητικοί απέναντι στους άλλους όταν νιώθουν ότι τους έχουν προσβάλει ή τους έχουν υποτιμήσει και ότι έτσι μπορούν να αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους και να βοηθηθούν στην αποκατάσταση της αυτοεκτίμησης τους.
Ένα παράδειγμα αυτού, μπορεί να δοθεί σε μια μελέτη, κατά την οποία όταν είπαν στους συμμετέχοντες ότι δεν ήταν ελκυστικοί, χρησιμοποιώντας πλαστή ανατροφοδότηση, βαθμολόγησαν τους άλλους, όχι μόνο ως λιγότερο ελκυστικούς, αλλά και ως λιγότερο έξυπνους και ευγενικούς σε σύγκριση με την ανατροφοδότηση ότι ήταν ελκυστικοί. Συνοψίζοντας, όταν οι συμμετέχοντες ένιωθαν προσβεβλημένοι, ήταν πιθανότερο να υποβιβάσουν τους άλλους.

3. Η Κλασική Προβολή

Ο Freud υποστήριξε δεκαετίες πριν, ότι οι άνθρωποι ένιωθαν καλά με τον εαυτό τους και τα ελαττώματά τους, όταν πίστευαν ότι και άλλα άτομα είχαν τα ίδια αρνητικά χαρακτηριστικά με αυτούς. Βασικά, αν υποθέσουμε ότι αισθάνεστε ανέντιμοι, τότε είναι πιο πιθανό να βλέπετε τους άλλους ανθρώπους ως επίσης ανέντιμους και αυτό σας κάνει κατά μία έννοια, να αισθάνεστε πιο έντιμοι από αυτούς.
Υπάρχουν διάφορες μελέτες που υποστηρίζουν αυτή την ιδέα. Σε μια μελέτη, όταν είπαν σε κάποιους συμμετέχοντες ότι είχαν υψηλά επίπεδα εσωτερικού θυμού, πίστευαν ότι και τα άλλα άτομα εξέφραζαν θυμό και με αυτό τον τρόπο, ένιωθαν ότι δεν είχαν ιδιαίτερο θυμό μέσα τους.

4. Η Απειλή του «Εγώ»

Οι ψυχολόγοι έχουν ανακαλύψει ότι όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, εκδηλώνουμε αρκετή επιθετικότητα. Με άλλα λόγια, σε γενικές γραμμές, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν οι άνθρωποι αισθάνονται καλά ή άσχημα για τον εαυτό τους. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι εκείνη τη στιγμή που επιτίθενται, αισθάνονται χειρότερα για τον εαυτό τους από ό,τι συνήθως.
Αυτό το πεδίο έρευνας, έχει διαπιστώσει ότι η απειλούμενη αυτοεκτίμηση συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα αυξημένων επιθετικών συμπεριφορών. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι νιώσουν προσβεβλημένοι, σε αντίθεση με το να λαμβάνουν εκτίμηση, είναι αρκετά πιθανό να κάνουν προσβλητικά σχόλια σε κάποιο άλλο άτομο.

Συμπέρασμα

Είτε αφορά στην προώθηση των ομάδων μας είτε των εαυτών μας, έχουμε την τάση να είμαστε πιο επιθετικοί, όταν η αυτοεκτίμηση μας αμφισβητείται και όταν δεν νιώθουμε ιδιαίτερα θετικά συναισθήματα για τους εαυτούς μας.
Όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, τότε είναι πιθανό να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με ανθρώπους που νομίζουμε ότι είναι σε χειρότερη θέση από εμάς, ώστε να βλέπουμε ότι έχουν περισσότερα αρνητικά χαρακτηριστικά από εμάς, προκειμένου να υποβαθμίσουμε τα άτομα που δεν είναι μέλη των ομάδων μας, καθώς και για να εκφράσουμε πιο άμεση επιθετικότητα προς τους ανθρώπους γενικότερα.
Η προσβολή, η υποτίμηση ή η επίκριση άλλων ανθρώπων μπορεί να δείξει πολλά περισσότερα για το πώς αισθάνεστε εσείς για τον εαυτό σας, παρά για το χαρακτήρα του άλλου προσώπου. Η ανασφάλεια για τους ίδιους μας τους εαυτούς μας, ευθύνεται σε ένα μεγάλο βαθμό για την αποτύπωση της σκληρότητας που υπάρχει σήμερα στην κοινωνία.

Πηγή: psychologytoday.com
Συγγραφέας: Nathan A. Heflick
Απόδοση – Επιμέλεια: PsychologyNow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι