Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Εκπλήξεις, που δεν είναι παιχνίδια,
αλλά θα δώσουν μεγάλη χαρά στα παιδιά

Όσο κλισέ κι αν είναι, όσες φορές κι αν έχει ειπωθεί, παραμένει γεγονός: 
τα παιχνίδια δεν αντικαθιστούν την αγάπη και την παρουσία μας. 
Κάθε γονιός νιώθει την ανάγκη να κάνει το παιδί του να χαμογελά. Όμως, καμιά φορά, οι υποχρεώσεις και ο διαρκής αγώνας δρόμου της καθημερινότητας, δεν μας επιτρέπουν να προσφέρουμε εμπειρίες –κι έτσι, συχνά, προκειμένου να τους δώσουμε χαρά, καταφεύγουμε στη λύση των παιχνιδιών.

Λέμε «ναι» στα παιχνίδια, γνωρίζοντας ωστόσο, ότι δεν είναι υποκατάστατο των κοινών εμπειριών. 
Οι παρακάτω τέσσερις ιδέες υπογράφουμε ότι είναι καλύτερες απ’ το ακριβότερο δώρο. 
Εμπνευστείτε, προσαρμόστε τις στα μέτρα της δικής σας οικογένειας και χαρίστε χαμόγελα και τρυφερές αναμνήσεις.

Έκπληξη μετά το σχολείο
Τα παιδιά προσαρμόζονται στη ρουτίνα που τους επιβάλλουμε, την υιοθετούν και την αναπαράγουν χωρίς ευτράπελα. 
Το να σπάσουμε αυτήν τη ρουτίνα, λοιπόν, προσφέροντάς τους μια πιο διασκεδαστική εναλλακτική είναι μια συνταγή με εγγυημένη επιτυχία!
Την ερχόμενη Παρασκευή, λοιπόν, πηγαίνετε στο σχολείο να πάρετε τα παιδιά, αλλά αντί για το σπίτι κατευθυνθείτε απευθείας στον πρώτο σταθμό της μικρής σας έκπληξης. 
Μπορείτε να πάτε πρώτα για φαγητό (επιτρέποντας μερικές παρασπονδίες) μετά στις κούνιες και στο τέλος σινεμά. Οι απρόοπτες βόλτες είναι οι καλύτερες.

Κάντε ένα μίνι πιτζάμα πάρτι… χωρίς λόγο
Καλέστε στο σπίτι τους δυο-τρεις στενότερους φίλους του παιδιού, χωρίς να το ξέρει. 
Κάντε του έκπληξη, φορέστε πιτζαμάκια, φτιάξτε πίτσα και ποπ κορν ή σπιτικά πατατάκια σε αυτοσχέδια χωνάκια...
...στήστε ένα μίνι σινεμά στο σαλόνι κι αφήστε τους να κοιμηθούν όλοι μαζί στρωματσάδα.
Πραγματοποιήστε ένα «άπιαστο» όνειρο του παιδιού
Όταν ακούμε «όνειρο» σκεφτόμαστε κάτι μη πραγματοποιήσιμο. Μήπως, όμως… να το επανεξετάζαμε; Όταν είσαι μαμά, πρέπει να βρίσκεις έξυπνους τρόπους να δίνεις σάρκα και οστά στις επιθυμίες των μικρών σου –ακόμα και σ’ αυτές που μοιάζουν άπιαστες. 
............
Όλα τα παιδιά μικρής ηλικίας έχουν κάποιου είδους «κόλλημα». Λογικά, έχετε ήδη εντοπίσει την εμμονή του δικού σας παιδιού, αλλά αν δεν είστε σίγουροι, παρατηρήστε το, δείτε τις ζωγραφιές του, εντοπίστε ποια παραμύθια προτιμάει και τι παιχνίδια ζητάει συνήθως και βρείτε το μεγαλύτερό του «θέλω». 
Αν, για παράδειγμα, αγαπάει ιδιαίτερα το διάστημα, μπορείτε να πάτε στο Πλανητάριο, αν περνάει τη φάση αυτοκινητάκια, να πάτε για καρτ κ.ο.κ. (δείτε εδώ μερικές πρωτότυπες ιδέες). 

Η καλή η έκπληξη απ’ το πρωί φαίνεται

Ξυπνήστε το με τον πιο χαρούμενο, τον πιο τρελό, τον πιο διασκεδαστικό τρόπο που μπορείτε να σκεφτείτε. 
«Κατεβάστε» την αποκριάτικη στολή του, φουσκώστε μπαλόνια, φτιάξτε pancakes, λουκουμάδες ή ό,τι άλλο μπορεί να το ενθουσιάσει και αφήστε την ημέρα να κυλήσει (για μια φορά) χαλαρά. 
Επιτρέψτε λίγη περισσότερη τηλεόραση, αυξήστε τις αγκαλιές και παίξτε ό,τι αυτό θέλει.

1. Δασκάλα έβαλε τα παιδιά να χτυπήσουν συμμαθητή τους!
2. Γεώργιος Αδρακτάς – Μικρά βάσανα (1902)

Δασκάλα κατηγορείται από τους γονείς ότι προέτρεψε τους μαθητές της 4ης δημοτικού να χαστουκίσουν τον συμμαθητή τους. 
Πιο συγκεκριμένα, ο 9χρονος φέρεται κατά τη διάρκεια του μαθήματος να προσποιήθηκε ότι οδηγούσε αυτοκίνητο, με τη δασκάλα να ενοχλείται και να λέει στους συμμαθητές του, «σηκωθείτε και ρίξτε του φάπες να σταματήσει».

Κάποια παιδιά σηκώθηκαν και άρχισαν να χτυπούν τον συμμαθητή τους, ο οποίος φέρεται να είπε στους γονείς του, «σώθηκα όταν χτύπησε το κουδούνι».
περισσότερα εδώ

Μαθητική Ανάμνησις. Τω κ. Αριστείδη Ν. Κυριακώ. 
(απόσπασμα)
......
Έξαφνα ο Μήτσος, θαρρώντας πώς ό δάσκαλος βλέπει τά σύννεφα, έβγαλε άπ ’ τήν τσέπη του ένα μεγάλο κόκκινο τραντάφυλλο, καί μέ λαχτάρα άληθινή τώρριξε στο μέρος τών κοριτσιών, επάνω στο βιβλίο τής Λεϊμονιάς, τής κόρης του Παπά.
Ήτον χαιρετισμός τής νιότης καί τής εξυπνάδας ’ς τήν εμμορφιά. Ήτον σπίθα που πετιέται άπ’άναμμένο κάρβουνο. Ήτον το φίλημα που στέλνει το πρωί ο Ηλιος στή Γή. Ήτον του Έρωτα το πρώτο γλυκοχάραμμα.

Σέ μιά στιγμή κι’ ο δάσκαλος έστράφη. Άγριος καί φοβερός επήρε το τραντάφυλλο, προτού ή κόρη νά το καλοιδή. Κοκκινησε αύτή σάν το τραντάφυλλο καί πλιότερο άπ ’ τή διπλή ντροπή κι άπ το φόβο της. Τά μάτια δέν σηκώνει να ίδή τριγύρω της καί ή καρδιά της τρέμει σάν ψάρι στά χέρια του ψαρά.

— Μαρτύρα, Λεϊμονιά, ποιός τώρριξε! είπε μέ άγρια φωνή ο δάσκαλος σηκώνοντας ψηλά το τριαντάφυλλο, το φοβερό σημάδι του φταιξίματος. Μαρτύρα, ειδεμή …. είπε κι εχτύπησε τή φτέρνα του.

— Ο Μήτσος Καλογριάς . . . μουρμούριξε μέσα στά χείλη της.

Ηταν γλυκειά η φωνή της σάν τ’ αεράκι τ’ ’Απριλίου, σαν το νεράκι τ’αυλακιού, μά τή στιγμή εκείνη μαχαίρι έγινε κοφτερό για την καρδιά του Μήτσου.

— Μήτσος Καλογριάς! εφώναξε κι ’ ό δάσκαλος, όπως φωνάζει ό κλητήρας τον κατηγορούμενο.

Ο Μήτσος κατακίτρινος επαρουσιάσθηκε .

— Τι προτιμάς, του λέγει ο δάσκαλος, μουτζούρωμα καί φτύσιμο ή βελόνι καί βέργα ;

Όλα τά κορμάκια ανατρίχιασαν. Η Λεϊμονιά σάν κάτι ήθελε νά πή, μά ή φωνή της πνίγονταν μέσα στο λαιμό. Αίσθάνθηκε την προσβολή, που τής έγινε με το τραντάφυλλο, μά δεν βαστούσε καί νά ιδή τά βάσανα πούθελε πάθει εξ αίτιας της ο νέος ο καλός. Μετάνοιωσε που τον πρόδωκε.
Ηθελε νά πάη κοντά στο δάσκαλο, νά γονατίση μπρος του, νά του φιλήση τό χέρι του καί νά του πή : «Συχώρεσε τον, δάσκαλε, πρώτη φορά για χάρι μου…»

Μά ό κόσμος θά λεγε πώς δεν θά ήτον φρόνιμη καί τίμια… Καί ό Παπάς κι η μάννα της τι θάλεγαν, σάν μάθαιναν πώς στο σκολειό τ’ άγόρια της ρίχνουν τραντάφυλλα ; Καί τάλλα τά κορίτσια καί τά παιδιά τί θάλεγαν, αν πρώτη αυτή δεν έδειχνε τό θυμό της γιά κείνον πού τήν πρόσβαλε ;…

Κι’ έτσι στην ήλικία τών δεκατέσσερω χρονών έπάλαιψαν στην καρδιά της τά δυο αισθήματα, η αγάπη καί η τιμή, καί μιά στιγμή ενίκησε τό δεύτερο. Νά μιλήση θέλησε’ μά ή φωνή της χάθηκε. Να βαδίση θέλησε’ τά πόδια δεν κινήθηκαν. Καί μόνο τό στήθος της τό τρυφερό χτυπούσε δυνατα.

Όλοι περίμεναν του Μήτσου τήν απόκρισι, καί λέγαν πώς θά προτιμήση τό φτύσιμο καί τό μουντζούρωμα, τά ελαφρότερα, παρά τό φοβερό βελόνι καί τό δάρσιμο ! Τί είναι ένα μουντζούρωμα καί λίγο σάλιο στο πρόσωπος; στο δρόμο σάν περνά, στή βρύση, πλύνεται… Τά άλλα εινε φοβερά… Ρώτημα άλλο δεν χρειάζονταν. Τό φταίξιμό του ήτον φανερό κι’ άπ’ τά χειρότερα’ έπρεπε νά πάθη τά σκληρότερα. Γι αυτό κι ο δάσκαλος του είπε νά διαλέξη μόνος του. Πλιότερο πονεί η μαχαιριά, όταν την παίρνης άπ’ το χέρι σου.Τέλος ο Μήτσος μίλησε :

— Ας είναι το βελόνι κι ή βέργα, δάσκαλε…
Φόβος και τρόμος έπιασε τον μικρόκοσμο’ κορίτσια κι’ αγόρια δάγκωσαν τά χείλια κι έκυττάχθηκαν. Τής Λεϊμονιάς μας η καρδούλα σπαράχτηκε.

— Ά, όχι! του είπε ό δάσκαλος. Αυτά σ’ αρέσουν’ για σένα είναι τίποτα. Το φτύσιμο σου πρέπει καί το μουντζούρωμα, νά μάθης κακορίζικε, πώς φέρνονται οι άνθρωποι… Καί θά σε μουντζουρώση η ίδια με τά χέρια της… καί θά σε φτύση, αθεόφοβε…

Επήρε το καλαμάρι του κι εκάλεσε τη Λεϊμονιά μπροστά στο Μήτσο, καί τήν πρόσταξε νά μουντζουρώση μέ τή μελάνη τά μούτρα του. Εκείνη με τά μάτια χαμηλά, δεν άπλωνε τα χέρια της, παρά στεκώνταν σάν στύλος από μάρμαρο.

— Εμπρός ! τής είπε δ δάσκαλος κι’ έπιασε το χέρι της. Έβούτηξε στή μελάνη το δάχτυλό της καί το μελάνωσε’ κι’ έτσι κρατώντας το μαύρο δάχτυλο, ζωγράφισε μαύρους σταυρούς στου Μήτσου το γλέφαρο, στή μύτη, στο σαγόνι, στα μάγουλα.

Της Λεϊμονιάς το χέρι έτρεμε. Λές κι’ ακουμπούσε σε καμμένο σίδερο. Εστάθηκε μπροστά του ακίνητη. Μιά στεναχώρια τήν έπνιγε. Μάτια δεν βλέπεις’ μόνον ματόκλαδα. Ποιος απ’ τούς δυό τους έπασχε πλειότερο ;

Σάν τέλειωσε το μουντζούρωμα, ο δάσκαλος πρώτος εδωκε το παράδειγμα, καί μ’ ένα σάλιο δυνατό τον έφτυσε στο πρόσωπο. Περάσαν κι’ ολα τά παιδιά καί τά κορίτσια καί τον έφτυσαν, άλλα στο στήθος, κι’ άλλα στά μαλλιά, καί μερικά στά ματια καί στο στόμα καί στά μάγουλα. Το σάλιο κι’ ή μελάνη ανακατώθηκαν, καί μια μουντζούρα εγίνηκε το γελαστό του πρόσωπο. Κάθε φτυσιά στο πρόσωπο του Μήτσου, χτυπούσε στήν καρδιά τής Λεϊμονιάς ωσάν μολύβι αναλυτό.

— Σειρά σου τώρα, τής είπε ο δάσκαλος. Να ίδώ τι φτύσιμό θά τον κάνης εσύ, άλλη φορά νά μή σου ρίχνη τραντάφυλλα …
Τί στέκεσαι; ’Εμπρός ! Φτύσε τον γλήγορα ! Άνοιξε το στόμα σου και φτύσε τον… Αν δεν τον φτύσης, θά σέ βάλω δίπλα του καί θά διατάξω νά φτύση εσένα όλο το σκολειό ! . . .

Πράμμα ανέλπιστο, πράμμα που δέν μπορούσε νά φανταστή ο σκληρός ο δάσκαλος. Η Λεϊμονιά, μέ δάκρυα σάν αυλακάκια στά μάγουλα, προχώρησε δυο βήματα, και μ’ ένα κίνημα, στο πλάϊ του Μήτσου στάθηκε. Καλλίτερα τό φτύσιμο, παρά νά ρίξη τό σάλιο της στο πρόσωπο εκείνου, που της έρριξε μ’ ένα τραντάφυλλο την καρδούλα του.

— Φτού σου! θέλησε νά τή φτύση ό δάσκαλος, μά τό σάλιο χάθηκε στο στόμα του. Τά δάκρυα της τον πάγωσαν. Του φάνηκε σάν άγιο μυστήριο. Ο νους του ζαλίστηκε. Σάν τό κερί μπρος στή φωτιά, η πέτρινη καρδιά του μαλάκωσε. Δέν μπόρεσε νά κρατηθή πλειότερο. Μιά ταραχή μεγάλη αίσθάνθηκε στο στήθος του κι’ ετρεξε νά φύγη άπό κει, μή θέλοντας νά δείξη τά μάτια του, πουταν γεμάτα δάκρυα.

Κι’ ο Ήλιος τότες ερριξε τής υστερναίς αχτίδαις του, κι’ελαμψαν τά πρόσωπα του Μήτσου και τής Λεϊμονιάς, το ένα μουτζουρωμένο και τάλλο μέ τά κλάματα.
***
ολόκληρο το κείμενο εδώ: antikleidi

Η οργάνωση του Ashton Kutcher βοήθησε 6.000 κακοποιημένα παιδιά

Ashton Kutcher's attempts to eradicate child sex abuse has aided 6,000 victims, it has been revealed.

Τουλάχιστον 6.000 παιδιά βοηθήθηκαν από τις προσπάθειες που κάνει ο ηθοποιός Άστον Κούτσερ για την εξάλειψη της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών, όπως έγινε γνωστό.
Ο ηθοποιός μίλησε σε διάσκεψη που έγινε στο Σαν Φρανσίσκο για το μη κερδοσκοπικό του έργο, Thorn, που αποσκοπεί στη χρήση της τεχνολογίας για την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του περιοδικού Inc ο Κούτσερ εξήγησε πως το Thorn επενδύει στην έρευνα και τα εργαλεία που βοηθούν την επιβολή του νόμου καθώς και άλλες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις για την ταυτοποίηση όχι μόνο των θυμάτων αλλά και των θυτών.

politisonline.com

Οι φύλακες-άγγελοι των εγκαταλελειμμένων μωρών
στο Αναρρωτήριο Πεντέλης...

Ένα πρωινό στον ξενώνα βρεφών του Αναρρωτηρίου Πεντέλης. 
Δύο καναπέδες με ένα ξύλινο τραπεζάκι στη μέση. Πάνω του, παιχνίδια και βιβλία. Χαρούμενες ζωγραφιές στους κίτρινους τοίχους, λούτρινα αρκουδάκια, ξύλινα άλογα, λουλούδια στις γλάστρες.

Κι ύστερα, θάλαμοι με παιδικές φωνές, στάλες ζωής που ξέφυγαν από το πουθενά για να καταλήξουν σε «δωμάτια αναμονής». Πενήντα πέντε παιδιά έως 6 ετών. Τόσα φιλοξενούνται, εδώ, στο Αναρρωτήριο Πεντέλης, άθροισμα μιας αφιλόξενης ενήλικης στιγμής… Τα δεκαπέντε από αυτά δεν ξεπερνούν τους δέκα μήνες ζωής. Για τη μητέρα του ενός ήταν «ντροπή», η δεύτερη ήταν πόρνη, η τρίτη εξαρτημένη, η τέταρτη βυθισμένη σε ωκεανούς αλκοόλ. Καθένα από αυτά κουβαλά τη δική του σκληρή ιστορία, βαριά για να τη «σηκώσεις», σύντομη για να την αλλάξεις. Αν είσαι μητέρα, καταλαβαίνεις. Αν δεν είσαι, γίνεσαι έστω και για λίγο.

Τα έχεις ξανασυναντήσει αυτά τα μωρά.
Σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων, σε δελτία ειδήσεων, σε κουβέντες με φίλους, σε αναρτήσεις στα social media που σε τυλίγουν με ενοχές, σε στιγμές που χαζεύεις τα δικά σου να ονειρεύονται ήσυχα και ο κρότος της παράλληλης ύπαρξής τους σε γεμίζει δάκρια και τύψεις. Σκουπίζω βιαστικά τα δικά μου. Κανείς δεν θέλω να με δει έτσι, ιδίως τα μωρά…

Ένα χέρι ακουμπά στον ώμο μου. Μυρίζει λεβάντα, γάλα και μωρό. Η ματιά μου συναντά τη δική της και μέσα από το βλέμμα της μαλακώνει. Την ξέρω αυτή τη ματιά. Αθώα, γλυκιά, μαμαδίστικη, παντοδύναμη. Μιλάει απαλά, σαν να μιλάει σε μωρό, από συνήθεια ή από «φτιαξιά»: «Καλημέρα.

Είμαι η Ιφιγένεια Χαλάτση. Η προϊσταμένη και συντονίστρια βρεφονηπιοκόμος στον ξενώνα βρεφών. Είμαι μια πολύτεκνη μητέρα. Εχω ένα παιδί στο σπίτι και πολλά στη δουλειά. Θέλετε να πάμε να δούμε;» Θέλω; Δεν ξέρω να της απαντήσω. 

Στα πρώτα βήματα νιώθω να σταματά η καρδιά μου, σαν να με χτύπησε σφαίρα στο στήθος. 
Πώς να δεις ένα μωρό χωρίς να το αγκαλιάσεις; 
Χωρίς να το σηκώσεις ψηλά στον αέρα και να το στροβιλίσεις τραγουδιστά; 
Χωρίς να του υποσχεθείς ότι το βράδυ θα είσαι εκεί για να το νανουρίσεις και το πρωί δίπλα του, οδηγός και συμπαραστάτρια στο παιχνίδι της ζωής;
Μου απλώνει το χέρι της. Την ακολουθώ. Περνάμε διαδρόμους, κατεβαίνουμε σκαλοπάτια, στεκόμαστε μπροστά στην πόρτα μιας μεγάλης αίθουσας. Σαπούνι στα χέρια, «προστατευτικά» στις σόλες των παπουτσιών, χαμόγελο στα χείλη, χαμόγελο και στη ματιά. 
Η ζωή αυτών των μωρών ξεκίνησε κάτω από λυπητερά βλέμματα. 
Δεν είναι ανάγκη να τα δουν ξανά. Η πόρτα ανοίγει. Η Ιφιγένεια μπροστά, εγώ πίσω της με βήμα δειλό. Βρίσκομαι σε ένα χώρο πάνω από 300 τ.μ. χωρισμένο σε τέσσερις θαλάμους. 
Η πρώτη εικόνα, μία πεντακάθαρη κουζίνα γεμάτη πιπίλες, μπιμπερό, αποστειρωτές, μία επιγραφή στον τοίχο με τη φράση «Σ’ αυτό το σπίτι αγαπάμε», μαγνητάκια στο ψυγείο που συνθέτουν τα ονόματα των μωρών και την αίσθηση της αγάπης. Το βήμα μου ξεθαρρεύει, μαζί του και η βεβαιότητα πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι. 
Ο παιδίατρος του θαλάμου μου σφίγγει δυνατά το χέρι, κι άξαφνα, σχεδόν μαγικά, ξεσφίγγεται η καρδιά μου. Σε κάθε γωνιά, κι από ένα μωρό. Γύρω τους παιχνίδια, στράτες και ζωγραφιές με σπιτάκια και μεγάλες γέφυρες-περάσματα σε μία καλύτερη ζωή. Όλα καθαρά, όλα τακτοποιημένα, τα πάντα εικόνες που αρμόζουν στο σύμπαν ενός μωρού.

Κοιτάζω την Ιφιγένεια. Μιλάει ακατάπαυστα, γελάει σαν μικρό παιδί, κάνει χαρούμενα νεύματα στα μωρά που την κοιτάζουν μ’ ορθάνοιχτα μάτια: «Αυτή είναι η Κατερίνα μου. Η “κόρη” μου. Εδώ είμαστε με βάρδιες δώδεκα βρεφονηπιοκόμοι και η καθεμία από εμάς έχει επιλέξει ένα με δύο μωρά ώστε το καθένα να έχει τη “μαμά” του, ένα πρόσωπο αναφοράς που να το αναγνωρίζει και να το εμπιστεύεται. 

Φυσικά και ξέρουν ποια από εμάς είναι η “μαμά”. Στη “μαμά” χαμογελάνε περισσότερο, γκρινιάζουν περισσότερο, απαιτούν περισσότερα. Τους έχουμε δώσει ονόματα, τους κάνουμε δώρα, τους αγοράζουμε ρούχα, τα πηγαίνουμε βόλτα, τα χορεύουμε με μουσική, τους λέμε τραγούδια και παραμύθια και όλες μας προσπαθούμε να ισορροπήσουμε μέσα μας τη στιγμή του αποχωρισμού με την ελπίδα ότι θα βρεθεί γρήγορα μια καλή οικογένεια για καθένα από αυτά. Πριν από λίγες μέρες έφυγε ένα μωρό για υιοθεσία, ένα δεύτερο για αναδοχή και αύριο περιμένουμε άλλα δύο. Μακάρι όλα τους να έχουν καλή τύχη από εδώ και στο εξής…»

Η προσοχή μου αποσπάται από έναν κούκλο. 

Εναν ζωντανό κούκλο με γαλάζια μάτια και ξανθά μαλλιά, θα ’ναι δεν θα ’ναι δέκα μηνών. Θέλει αγκαλιά χωρίς να γκρινιάζει με τα χεράκια του προτεταμένα προς την πλευρά μου. Του μιλάω, μου χαμογελάει, του τραγουδάω, γελάει δυνατά. Σκέφτομαι πως ακόμη και λίγα λεπτά προσοχής αρκούν για να κάνουν ένα μωρό ευτυχισμένο και έναν άνθρωπο καλύτερο, πως όσο δύσκολα κι αν περνάμε σ’ αυτή τη χώρα τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την “πρώτη” μοίρα αυτών των παιδιών, πως είναι στο χέρι μας να την αλλάξουμε γλυκαίνοντας τη δική μας. Σκέφτομαι και ταξιδεύω. Στις πρώτες στιγμές αυτών και δεκάδων άλλων μωρών που εγκαταλείφθηκαν σε κάποιο δημόσιο μαιευτήριο της χώρας και στα πρόσωπα που νοιάστηκαν για την τύχη τους σαν αληθινοί γονείς.

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ-ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΩΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΛΕΙΜΜΕΝΩΝ ΜΩΡΩΝ

Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι η Μυρτώ Ξανθοπούλου,
διαχειρίστρια δωρεών στο Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος με το έργο της απέναντι σ’ αυτά τα μωρά να ξεκινάει πριν από ένα χρόνο και συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 2016: 

«Ολοι γνωρίζαμε ότι ...