Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Πλάτων: Ένας πολύ γνωστός μας άγνωστος
Εγκυκλο-παιδικά

«Με λένε Ηρωίνη... ο σκοπός μου είναι να σκοτώσω
όσο πιο πολλούς μπορώ»

Με λένε Ηρωίνη, κάποιοι με φωνάζουν «Πρέζα» ή «Άσπρη» ή «Ζουζού» ή κάποιοι «παραμύθα», ακόμα και «Βασίλισσα» με έχουν πει!
Έχω πολλά παρατσούκλια αλλά δεν έχει σημασία έτσι κι αλλιώς το αποτέλεσμα μου είναι πάντα το ίδιο, είμαι… πολύ διάσημο ναρκωτικό σε όλον τον κόσμο.
Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται να προφέρουν το όνομά μου, με γνωρίζουν όλοι, όλο και κάποιο φίλο τους ή συγγενή τους ή γνωστό τους έχω πάρει μαζί μου στο θάνατο.
Έχω σκοτώσει εκατομμύρια ανθρώπους και δεν υπολογίζω τίποτα και κανέναν, ούτε άντρες, ούτε γυναίκες, ούτε νέους, ούτε γέρους, ούτε φτωχούς ή πλούσιους.
Όποιος με πλησιάσει τον «παίρνω» μαζί μου σε ένα ταξίδι με έναν και μόνο προορισμό τον «θάνατο». 
Αυτός είναι εξάλλου ο σκοπός μου, να σκοτώσω όσο πιο πολλούς μπορώ και μέχρι τώρα τα καταφέρνω μιά χαρά, άλλωστε έχω βοήθεια, έχω σύμμαχο τον φόβο να μάθουν ποιά είμαι, την άγνοια που έχει ο κόσμος για εμένα.
Βλέπεις συνήθως ο κόσμος αναγκάζεται να με γνωρίσει τις περισσότερες φορές αφού έχω κάνει ήδη την δουλειά μου και όχι πριν, κανείς δεν πιστεύει ότι θα του χτυπήσω την πόρτα και θα αρρωστήσω τα παιδιά του και εκεί ακριβώς εγώ ύπουλα πατάω και όσος κόσμος δεν μαθαίνει για εμένα τόσο πιό εύκολα πηγαίνω κοντά τους!
Μου αρέσει να σε παίρνω από το χέρι σε μικρή ηλικία και να σε γνωρίζω στους φίλους και συνεργάτες μου, στα άλλα ναρκωτικά και εσύ αργά ή γρήγορα να έρχεσαι στην αγκαλιά μου, αφού σε ετοιμάσουν για εμένα.
Μόλις με δοκιμάσεις γινόμαστε οι καλύτεροι φίλοι, σου παίρνω όλο τον πόνο που σου προκαλούν τα συναισθήματα και η πραγματικότητα της ζωής, που είναι τόσο σκληρή, έρχομαι σαν βάλσαμο στη ψυχή σου, σε κάνω να αισθάνεσαι ανίκανος-η όταν είσαι μακριά μου και βασιλιά όταν είσαι κοντά μου.
Σε παρασέρνω μαζί μου και δεν φοβάσαι τίποτα, σου κάνω παρέα συνέχεια και είναι πολύ εύκολο να σε κάνω να πιστέψεις ότι φταίει το σύστημα, το κράτος, η οικογένειά σου. 
Έτσι δεν είναι;
Μέχρι να καταλάβεις τι γίνεται και που έχεις μπλέξει, μέχρι τα πρώτα ίχνη στέρησης εμφανιστούν, όλα είναι μαγικά. 

Ζεις σ’ένα κόσμο ονειρικά πλασμένο και σιγά σιγά έχεις γίνει ολοκληρωτικά δικός μου, τώρα μου ανήκεις, τώρα θα με γνωρίσεις πραγματικά, τώρα χωρίς εμένα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Δεν μπορείς ούτε να φας, ούτε να κοιμηθείς, ούτε να δουλέψεις. Δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, να ονειρευτείς, ούτε να κουνηθείς, τώρα καταλαβαίνεις ότι με έχεις παντρευτεί και είναι πολύ δύσκολο να με χωρίσεις.
Δεν θα σε αφήσω να φύγεις, έχουμε παρέα μαζί, τώρα θα κάνεις ότι σου πω για να με βάλεις στο σώμα, στις φλέβες, στη μύτη σου.
Βλέπεις είμαι πάρα πολύ ακριβή, δεν ζητάω μόνο τα χρήματά σου, αυτό που θέλω από εσένα είναι και η ψυχή σου, το πνεύμα σου και το σώμα σου. Θέλω το μυαλό σου να περιστρέφεται μόνο γύρω από εμένα, θέλω οι γύρω σου να σε κοιτάνε με αηδία και να κουνάνε το κεφάλι, να χάσεις κάθε είδος αξιοπρέπειας, ελευθερίας, ειλικρίνειας.
Τώρα θέλω να πληγώσεις όποιον σε πλησιάζει, να φέρεις την οικογένειά σου σε απόγνωση μέχρι να την διαλύσεις τελείως, να χάσουν κάθε ελπίδα σωτηρίας για εσένα και να μείνεις μόνος-η και πάλι να βρίσκεις παρηγοριά μόνο σε εμένα.
Επίσης θέλω να γεμίσεις δικαστήρια και καταδίκες, αν γίνεται να σαπίσεις σε κάποιο βρώμικο κελί φυλακής ή να ουρλιάζεις για βοήθεια δεμένος σε κάποιο ψυχιατρείο.
Θέλω τα χέρια σου, τις φλέβες σου, το συκώτι σου και το αίμα σου, θέλω τα πάντα από εσένα και τα παίρνω μέχρι να πεθάνεις σε κάποιο ατύχημα ή να ξεζουμίσω ότι έχει απομείνει από εσένα και να σε βρούνε «μπλε» σε κάποια τουαλέτα ή κάτω από κάποια γέφυρα, μόνο και πεταμένο.
Όλα αυτά θέλω από εσένα για να σε αφήσω και να πάω σε κάποιον άλλον, είμαι τόσο άπληστη που δεν μου φτάνει τίποτα.
Το μόνο που μισώ και μπορεί να σε πάρει από εμένα είναι τα «προγράμματα» είναι αυτοί που μένουν «καθαροί» από εμένα και αναρρώνουν ενωμένοι, δουλεύουν με τον εαυτό τους και βλέπουν τι τους έχω κοστίσει.
Τους μισώ αλλά έχω μεγάλη υπομονή, αν μείνει κάποιος μόνος θα τον βρω και θα τον κάνω πάλι δικό μου, μισώ την διαδικασία ανάρρωσης, μισώ τα προγράμματα πλήρης αποχή και αυτούς που ξέφυγαν από εμένα.
Είμαι η ΗΡΩΊΝΗ και σκοτώνω κάθε μέρα αφού σπείρω μιζέρια και πόνο σε όποιον με γνωρίσει.
Facebook δασκάλου Kick Boxing Μιχάλης Νικήτογλου
Αντικλείδι

Ένα πολύτιμο μάθημα

Όταν μια ηλικιωμένη τον είδε να την πλησιάζει αρχικά τρόμαξε.

Κάποιο βράδυ ένας άντρας καθώς οδηγούσε, είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα να στέκεται στην άκρη του δρόμου πλάι στο αυτοκίνητο της. Ακόμη και με το αμυδρό φως που την φώτιζε εκείνη την στιγμή, μπορούσε να καταλάβει ότι χρειάζονταν απελπισμένα βοήθεια. Έτσι, σταμάτησε το αυτοκίνητο του και προχώρησε προς το μέρος της. Προσπάθησε να χαμογελάσει για να μην την τρομάξει αλλά μπορούσε να δει την ανησυχία στο πρόσωπο της. Κανείς δεν είχε σταματήσει πιο πριν να την βοηθήσει και για αυτό ήταν πολύ επιφυλακτική. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα μόνη στο κρύο και στο σκοτάδι. Εύκολη λεία για οποιονδήποτε επιθυμούσε να της κάνει κακό.  Όταν πλησίασε περισσότερο κοντά της προσπάθησε να την καθησυχάσει λέγοντας της: «Μην τρομάζετε. Σταμάτησα μόνο για να σας βοηθήσω. Θέλετε να περιμένετε μέσα στο αυτοκίνητο σας όπου είναι πιο ζεστά, μέχρι να δω τι μπορώ να κάνω; Με την ευκαιρία, το όνομά μου είναι Μπράιαν Άντερσον.» Ευτυχώς το μόνο που είχε ήταν ένα σκασμένο λάστιχο, αλλά για μια ηλικιωμένη γυναίκα, ακόμη και αυτό το πολύ απλό έμοιαζε ανυπέρβλητο εμπόδιο. Ο Μπράιαν τοποθέτησε τον γρύλο κάτω από το αυτοκίνητο της, το σήκωσε, πήρε την ρεζέρβα και ξεκίνησε να αλλάζει το σκασμένο λάστιχο. Πολύ σύντομα τα χέρια του είχαν γίνει μαύρα από την βρωμιά. Η ηλικιωμένη γυναίκα είχε πια καταλάβει ότι ο άγνωστος άντρας ήθελε απλά να την βοηθήσει. Άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου της και άρχισε να του μιλάει. Του είπε ότι ήταν από το Σαιντ Λούις και ότι απλά ήταν περαστική από εκείνο το σημείο. Πήγαινε για να δει την κόρη της και τα εγγόνια της που ζούσαν σε μια κοντινή μικρή πόλη. Είχε σκοπό να μείνει για μερικές μέρες μαζί τους γιατί πρόσφατα έχασε τον σύζυγό της και ένιωθε πολύ μόνη στο σπίτι της. Του είπε ότι δεν υπήρχαν λόγια για να τον ευχαριστήσει που σταμάτησε. Είχαν περάσει αρκετά αυτοκίνητα από την ώρα που έσπασε το λάστιχο αλλά κανείς δεν θέλησε να την βοηθήσει. Ο Μπράιαν απλά χαμογέλασε. Τοποθέτησε το σκασμένο λάστιχο στο αυτοκίνητο, έκλεισε το πορτ μπαγκάζ και πλησίασε στο παράθυρο για να την αποχαιρετήσει. Εκείνη ρώτησε πόσα του χρωστούσε. Του είπε ότι όσα και να της ζητούσε, ήταν αποφασισμένη να του τα δώσει για να ανταποδώσει την καλή του πράξη. Είχε κάτσει ήδη αρκετή ώρα στο κρύο και στο σκοτάδι φέρνοντας στο μυαλό της όλα εκείνα τα φοβερά πράγματα που θα μπορούσαν να της συμβούν μέχρι που εμφανίστηκε ο καλός της άγγελος. Ο Μπράιαν δεν το σκέφτηκε πολύ. Δεν ήταν η δουλειά του να το κάνει αυτό και για αυτό δεν ήθελε να πάρει τα χρήματα της. Απλά είδε κάποιον που είχε ανάγκη και αποφάσισε να τον βοηθήσει. Το ίδιο, της είπε, θα έκανε για τον οποιοδήποτε. Δεν ήταν πλούσιος. Άνεργος ήταν και είχε μεγάλη ανάγκη ακόμη και τα λίγα δολάρια. Είχε ζήσει όμως όλη του τη ζωή προσφέροντας χωρίς να ζητά ανταπόδοση και δεν είχε σκοπό να το αλλάξει αυτό εκείνο το βράδυ. Χαμογελούσε όταν της είπε: «Βέβαια υπάρχει κάτι που θα μπορούσατε να κάνετε για να μου το ξεπληρώσετε. Κάτι εύκολο και απλό που δεν περιλαμβάνει χρήματα. Την επόμενη φορά που θα δείτε κάποιον που χρειάζεται βοήθεια, να του την προσφέρετε. Να τον βοηθήσετε και εκείνη τη στιγμή να σκέφτεστε εμένα.» Ο Μπράιαν περίμενε για λίγο μέχρι να απομακρυνθεί αρκετά το αυτοκίνητό της, μπήκε στο δικό του και προχώρησε προς την ίδια κατεύθυνση. Ήταν μια κρύα, βροχερή, καταθλιπτική νύχτα, αλλά εκείνος παραδόξως ένιωθε υπέροχα καθώς κατευθύνονταν προς το σπίτι του. Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω η ηλικιωμένη κυρία είδε ένα μικρό εστιατόριο στην άκρη του δρόμου και αποφάσισε να σταματήσει για να ξεκουραστεί, να ζεσταθεί και να φάει κάτι πριν συνεχίσει το ταξίδι της. Ήταν ένα σκοτεινό, βρώμικο εστιατόριο από αυτά που η ηλικιωμένη γυναίκα δεν είχε επισκεφτεί ποτέ στη ζωή της. Από έξω υπήρχαν δυο παλιές αντλίες αερίου και μια παλιά ταμπέλα που είχε φύγει από την θέση της και έγερνε επικίνδυνα. Όλο το σκηνικό ήταν πρωτόγνωρο για την ηλικιωμένη γυναίκα. Η σερβιτόρα μόλις την είδε, ήρθε και της έφερε μια καθαρή πετσέτα για να σκουπίσει τα βρεγμένα μαλλιά της. Ήταν πολύ κουρασμένη αλλά αυτό καθόλου δεν την εμπόδισε από το να έχει ένα πολύ όμορφο, γλυκό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της. Η ηλικιωμένη παρατήρησε ότι η σερβιτόρα ήταν περίπου οκτώ μηνών έγκυος, αλλά σε κανένα σημείο της συνομιλίας τους δεν άφησε την κούραση και τον πόνο να απομακρύνουν το χαμόγελο από το πρόσωπο της. Την κοίταζε και αναρωτιόνταν πως κάποιος που είχε τόσα λίγα, μπορούσε να είναι τόσο ευγενικός με έναν άγνωστο. Τότε θυμήθηκε τον Μπράιαν. Όταν τέλειωσε το γεύμα της άφησε δίπλα στην απόδειξη ένα φιλοδώρημα 300 δολαρίων και προχώρησε προς την πόρτα. Μόλις το είδε η σερβιτόρα έτρεξε για να την προλάβει αλλά η ηλικιωμένη είχε ήδη μπει στο αυτοκίνητο της και είχε απομακρυνθεί. Η σερβιτόρα μπήκε ξανά στο εστιατόριο και πήγε να μαζέψει το τραπέζι της ηλικιωμένης. Τότε παρατήρησε κάτι που δεν είχε δει πιο πριν. Υπήρχε κάποιο μήνυμα γραμμένο σε μια χαρτοπετσέτα. Τα μάτια της βούρκωσαν όταν διάβασε το μήνυμα: «Δεν μου χρωστάς τίποτα. Έχω βρεθεί στη θέση σου. Κάποιος με βοήθησε και εμένα όταν είχα ανάγκη, με τον τρόπο που θέλω να βοηθήσω και εγώ εσένα. Αν θέλεις πραγματικά να μου το ξεπληρώσεις, μην αφήσεις αυτή την αλυσίδα αγάπης να σταματήσει.» Έξω οι ακτίνες της ανατολής του ήλιου έκαναν δειλά την εμφάνιση τους τη στιγμή που η  σερβιτόρα επέστρεφε στην δουλειά της. Υπήρχαν τραπέζια για να καθαρίσει, μπολ για να γεμίσει με ζάχαρη και πελάτες για να σερβίρει. Αλλά ήταν χαρούμενη γιατί είχε εξασφαλίσει αρκετά χρήματα για να πληρώσει κάποια από τα έξοδα του μήνα. Εκείνο το βράδυ όταν έφτασε στο σπίτι της κουρασμένη μετά τη δουλειά, πήγε να ξαπλώσει με τη σκέψη της στην άγνωστη ηλικιωμένη και στο μήνυμα που της είχε αφήσει. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα και πως μπορούσε να ξέρει πόσο πολύ είχαν ανάγκη τα χρήματα με τον σύζυγο της; Με τη γέννηση του μωρού να πλησιάζει τον επόμενο μήνα τα έξοδα θα ήταν δυσβάσταχτα. Ήξερε πως και ο σύζυγος της ανησυχούσε, ίσως περισσότερο και από εκείνη. Έσκυψε πάνω του προσπαθώντας να μην τον ξυπνήσει, του έδωσε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο και του ψιθύρισε χαμηλόφωνα:«Όλα θα πάνε καλά. Σε αγαπώ, Μπράιαν Άντερσον.»
Υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει «Ρόδα είναι και γυρίζει.»