content='IE=9; IE=8; IE=7; IE=EDGE; chrome=1' content='EmFzIeHFlQgPTxbMCmI95tNM8LI' content='Greece' content='S05o6Dly-TXYLfWLefBlWVa_b99Wt1aM4ca02T2eF9g' content='ZSUyq9bWXj0oJlq-0KujG7GngYziwbRFb64X3hn5rrg' content='520d1c62cdcb55ffb3234698d4b266a1f8b7c5e8' content='BAD79DD59F45A4C95EA40996623BCD1A' content='fb7da0c65145a8e480a6bbae047e5679' content='7 days' content='dd7239129fa6a293' To χαμομηλάκι : 2015/11/05

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Η αλήθεια για τις «τέλειες» "επώνυμες" μαμάδες

Το καλύτερο, προφανώς, θα ήταν να λέγαμε την αλήθεια γενικώς, αλλά καμιά φορά τα ζυγίζουμε τα πράγματα αλλιώς, καμιά φορά δεν είμαστε έτοιμοι ή ώριμοι, καμιά φορά το να πούμε την αλήθεια ή να ξύσουμε λίγο την επιφάνεια, θα σήμαινε ότι ξύνουμε και τη δική μας επιφάνεια, άουτς.

Παράδειγμα.
Μαμά επώνυμη. 

Μαμά εμφανώς ανορεξική. 
Μαμά εμφανώς δυστυχισμένη. 
Μαμά που για κάποιο λόγο, ωστόσο, θέλουμε να πείσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους ότι είναι χαρούμενη, τρυφερή, γκλάμορους, γελαστή, τρισευτυχισμένη. 
Και ποστάρουμε φωτογραφίες της και επιλέγουμε, για πολλοστή φορά, να προβάλλουμε πάνω της μια αλήθεια που δεν κατεβαίνει ούτε χιλιοστό κάτω από την επιφάνεια.

Έχω ένα σοβαρό πρόβλημα με αυτό. Έγραψα μέχρι και βιβλίο για να το εξηγήσω. Και είναι το εξής:

Πρέπει κάποια στιγμή να επιτρέψουμε, ίσως και να αναγκάσουμε, τους γονείς να πουν όλες τις αλήθειες τους, ακόμα κι εκείνες που ξεφεύγουν από την τελειότητα.
Πρέπει να σπάσουμε αυτό το απαίσιο ροζ εκκρεμές που μας υπνωτίζει στο να λέμε (στους γύρω μας και στον εαυτό μας) 
ότι όλα είναι καλά και να τολμήσουμε να πούμε ότι είμαστε τρομαγμένοι, 
ότι θέλουμε να το σκάσουμε μια νύχτα στα κρυφά, 
ότι πότε πότε ή συνέχεια νιώθουμε πιο μικροί από τα παιδιά μας, 
ότι δεν είμαστε σίγουροι για τίποτα, 
ότι αυτοσχεδιάζουμε για τα πάντα, 
ότι έχουμε κατάθλιψη, 
ότι ζούμε μία φρίκη γιατί δεν έχουμε ξεπεράσει ακόμα εκείνη την εφηβική διατροφική διαταραχή (είναι τρομαχτικά δύσκολο να είσαι έγκυος ή/και μαμά όταν έχεις ξεπεράσει μια διατροφική διαταραχή, πόσο μάλλον, φαντάζομαι, όταν είσαι ακόμα μέσα σ' αυτήν), 
ότι θέλουμε να τα πνίξουμε ώρες ώρες, 
ότι καμιά φορά πιστεύουμε ότι θα τρελαθούμε, 
ότι καμιά φορά τρελαινόμαστε σίγουρα, 
ότι καμιά φορά δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι 
ότι είμαστε οι σωστοί άνθρωποι στη σωστή θέση, 
ότι μια κατάχρηση είναι το μόνο που μπορεί αυτή τη στιγμή να μας κρατήσει ζωντανούς.
Ότι… δεν ξέρω, συμπληρώστε όποιο φρικιαστικό και απαίσιο και ντροπιαστικό πράγμα σας έχει περάσει για μια στιγμή από το μυαλό και το μαζέψατε βιαστικά γιατί δεν έχετε δει κανέναν άλλο γονιό, ποτέ, να σκέφτεται έτσι. Είναι καιρός και είναι απαραίτητο να δούμε τέτοιους γονείς, όλοι μας. Να δούμε τους εαυτούς μας κάτω και από τέτοιο φως. Και να το φωνάξουμε, σε περίπτωση που οι γύρω μας, από κεκτημένη ταχύτητα, επιμένουν να το βλέπουν κι αυτό ροζ.
Αυτό σημαίνει να μιλάμε. Και να σπρώχνουμε και τους άλλους να μιλήσουν.
Με το να παρουσιάζουμε ως τέλειους επώνυμους ανθρώπους που περνάνε το δικό τους ζόρι, μέσα τους, ούτε σ' εκείνους επιτρέπουμε να πουν μια αλήθεια που θα την άκουγαν πολλοί, ούτε όλους εμάς τους υπόλοιπους βοηθάμε να αναγνωρίσουμε και να τιμήσουμε τις μαύρες μας σελίδες. Απλώς διαιωνίζουμε μια κουλτούρα γονεϊκής τελειότητας που, νομίζω, κανέναν ποτέ δεν έκανε πραγματικά πιο ευτυχισμένο.

Πηγή: http://stellakasdagli.com

Καμμία Φωτογραφία Παιδιών στο Διαδίκτυο

ΠΡΟΣΟΧΗ!
Καμμιά φωτογραφία των παιδιών στο Διαδίκτυο.
Αυστηρή οδηγία του Σφακιανάκη πρός γονείς και χρήστες των κοινωνικών δικτύων


Ο κ. Σφακιανάκης αναφέρθηκε σε περιστατικά παιδιών στην Ελλάδα, τα οποία βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση όταν φωτογραφίες τους «πειράχτηκαν» μέσω φωτομοντάζ και διέρρευσαν στο σχολικό τους περιβάλλον, παρουσιάζοντας π.χ. το πρόσωπο του παιδιού με το σώμα ηθοποιού.
Και δεν είναι η ίδια η φωτογραφία που θα ενοχλήσει το παιδί, όσο ο αδιάκοπος χλευασμός των συμμαθητών του ή, ακόμα χειρότερα, το bullying που θα ακολουθήσει.
Και δεν είναι μόνο οι φωτογραφίες που μπορεί να βάλουν τα παιδιά σας σε κίνδυνο. Όπως αναφέρει η διευθύντρια του Ινστιτούτου Διαδικτύου της Οξφόρδης, Victoria Nash, υπάρχουν δύο πράγματα που οι γονείς θα πρέπει να προσέχουν:«Το ένα είναι πληροφορίες για τα παιδιά που δημοσιεύουν, όπως π.χ. η ημερομηνία και το τόπος γέννησής τους, το πού ζουν και πού πηγαίνουν σχολείο, καθώς τις πληροφορίες αυτές μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος προκειμένου να τους κλέψει την ηλεκτρονική ταυτότητα (να φτιάξει, δηλαδή, ένα προφίλ στο Facebook με αυτά ακριβώς τα στοιχεία).
Το δεύτερο έχει να κάνει με την συγκατάθεση του παιδιού: Τι από αυτά που ποστάρετε θα θέλει το παιδί σας να δει δημοσιευμένο όταν μεγαλώσει;
Και κυρίως, τι κόστος μπορεί να έχει αυτό για την πορεία της ζωής του (π.χ. δεν ξέρετε πώς μία φωτογραφία του παιδιού με κάποιο πολιτικό μήνυμα μπορεί να επηρεάσει με κάποιον τρόπο τη μελλοντική του καριέρα)».

Τι πρέπει να κάνετε από εδώ και στο εξής
Τόσο ο κ. Σφακιανάκης όσο και η δρ. Nash συμφωνούν στο ότι ο καλύτερος τρόπος για να προστατεύσετε την ψηφιακή ταυτότητα του παιδιού σας είναι να μην ποστάρετε ποτέ απολύτως τίποτα για εκείνο. Κάποιοι γονείς θεωρούν ότι λαμβάνουν ένα «μέτρο προστασίας» ποστάροντας φωτογραφίες των παιδιών τους χωρίς να αναγράφουν πουθενά τα ονόματά τους – οι φωτογραφίες, όμως, θα παραμείνουν για πάντα εκεί, διαθέσιμες προς όλους.
Δεν αποκλείεται στο μέλλον, λένε οι ειδικοί, μία φωτογραφία του παιδιού σας που ποστάρατε όταν είναι 4 ετών, να συνδεθεί με κάποια που θα ποστάρει ένας φίλος του όταν θα είναι 10 ετών και στην συνέχεια με κάποιο επαγγελματικό προφίλ που μπορεί να έχει το παιδί σας ως ενήλικας και έτσι να δημιουργηθεί ένα πλήρες ψηφιακό αρχείο του παιδιού, πάνω στο οποίο δεν θα μπορεί να έχει κανέναν έλεγχο.

Τι μπορείτε να κάνετε αν έχετε ήδη ποστάρει φωτογραφίες των παιδιών σας στο Facebook ή στο Instagram;
Να σας πούμε, καταρχάς, τι δεν μπορείτε να κάνετε: Να τις πάρετε πίσω. Όπως ανάφερε στην ομιλία του ο κ. Σφακιανάκης, για να μπορέσει μία κοπέλα από την Ιρλανδία να διεκδικήσει ολόκληρο το ψηφιακό της αρχείο, αφού απενεργοποίησε το προφίλ της στο Facebook, χρειάστηκε να καταφύγει σε πολυετή δικαστικό αγώνα με το μέσο.
Τι κέρδισε στο τέλος; Ένα CD με τις φωτογραφίες της (αντίγραφα των οποίων προφανώς και έχει κρατήσει το Facebook).
Αυτό, λοιπόν, που μπορείτε να κάνετε είναι να μην ξαναποστάρετε ποτέ καμία φωτογραφία των παιδιών σας, σε κανένα διαδικτυακό μέσο.
Όσο για τις φωτογραφίες που έχετε ήδη ποστάρει εσείς, μπορείτε να τις διαγράψετε (αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ήδη αποθηκευτεί στα αρχεία του Facebook ή οποιουδήποτε άλλου). Τις φωτογραφίες που έχουν ποστάρει άλλοι με εσάς (και τα παιδιά) να έχετε γίνει tag μπορείτε να τις κρύψετε από το Χρονολόγιό σας, όμως όχι να τις διαγράψετε – μόνο αυτός που την πόσταρε μπορεί να το κάνει.
Από εκεί και πέρα, στις ρυθμίσεις ασφαλείας του μέσου (π.χ. του Facebook) επιλέξτε αφενός τις φωτογραφίες σας να βλέπουν μόνο οι Φίλοι σας (ούτε καν οι Φίλοι των Φίλων) και επιλέξτε να ενημερώνεστε κάθε φορά που κάποιος σας κάνει tag σε μία φωτογραφία, προκειμένου να την εγκρίνετε πριν δημοσιευτεί – αν είναι και τα παιδιά σας στην φωτογραφία αυτήν, το δικό σας όνομα θα είναι αυτό που πιθανότατα θα γίνει tagged.
Τέλος, ενημερώστε κάθε φίλο και γνωστό σας ότι δεν θέλετε επ’ουδενί να ποστάρουν καμία φωτογραφία ή πληροφορία, στην οποία εμφανίζεται ή αναφέρεται το παιδί σας.
Σε περίπτωση που ανησυχείτε ή είστε βέβαιοι ότι φωτογραφίες του παιδιού σας χρησιμοποιούνται από άλλους, χωρίς την δική σας συγκατάθεση, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να απευθυνθείτε στο Cyber Alert, την εφαρμογή για επικοινωνία με την Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος σε Πραγματικό Χρόνο – μάθετε περισσότερα εδώ – ή απευθείας στο τηλέφωνο της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος 
στα 210-6476464, 210-6476000.

Πηγή: irafina.gr
Μας το έστειλε: Το Zωντανό Iστολόγιο

«Κι όμως τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί»
Wolfgang Borchert - The Rats Do Sleep Nights

Ευαίσθητο και διεισδυτικό πορτρέτο της μεταπολεμικής φρίκης, το διήγημα του Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ εστιάζεται στη συγκλονιστική εικόνα ενός παιδιού, που δεν εγκαταλείπει τα ερείπια του βομβαρδισμένου σπιτιού του, προσπαθώντας να προφυλάξει το καταπλακωμένο πτώμα του μικρού αδελφού του από τους πεινασμένους ποντικούς. 

Η τραυματισμένη ευαισθησία του εξαντλημένου παιδιού, που αναδύεται μέσω του λιτού και συναισθηματικά αποφορτισμένου διαλόγου, λειτουργεί ως σύμβολο μιας εμπειρίας τόσο φρικτής που δεν θα μπορούσε να περιγραφεί ευθέως. Ταυτοχρόνως, η διακριτική προσπάθεια του ηλικιωμένου άντρα να επαναστρέψει το ενδιαφέρον και την τρυφερότητα του παιδιού προς τον κόσμο των ζωντανών δηλώνει την επιβίωση της στοιχειώδους ανθρωπιάς στον άγριο κόσμο των ερειπίων. Η απουσία σχολιασμού και η ανάπτυξη της αφήγησης από την οπτική γωνία του παιδιού επιτρέπουν στο διήγημα να μεταφέρει το βίωμα των επιζώντων της μεταπολεμικής ερήμου με την τραγική του καθαρότητα, χωρίς ίχνος μελοδραματικής αλλοίωσης.
The Rats Do Sleep Nights
A Shortstory By Wolfgang Borchert (Translation: R. Warner)
-------------------------
ΤΟ ΚΟΥΦΙΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ στον μοναχικό τοίχο έχασκε μενεξεδένιο, γεμάτο από τον πρώιμο απογευματινό ήλιο. Σύννεφα σκόνης άστραφταν ανάμεσα στα υψωμένα απομεινάρια των καπνοδόχων. Η έρημος των ερειπίων λαγοκοιμόταν.

Είχε τα μάτια κλειστά. Μεμιάς σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. Κατάλαβε ότι κάποιος είχε έρθει και στεκόταν τώρα μπροστά του σκοτεινός, σιωπηλός. Τώρα με τσάκωσαν, σκέφτηκε. Αλλά παίζοντας λίγο τα βλέφαρα είδε μονάχα δυο πόδια ντυμένα μ’ ένα παντελόνι κάπως φτωχικό. Έτσι στραβά που στέκονταν μπροστά του, μπορούσε να δει ανάμεσά τους.
Τόλμησε να ρίξει μια γρήγορη ματιά από τα μπατζάκια προς τα πάνω και διέκρινε έναν ηλικιωμένο άντρα. Είχε ένα μαχαίρι κι ένα καλάθι στο χέρι. Και λίγο χώμα στην άκρη των δαχτύλων.

— Κοιμάσ’ εδώ, ε; ρώτησε ο άντρας και κοίταξε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Ο Γύργκεν, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα, είδε τον ήλιο ανάμεσα απ’ τα πόδια του άντρα και είπε: «Όχι, δεν κοιμάμαι. Πρέπει να φυλάω εδώ πέρα».

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. 

— Α, γι’ αυτό έχεις λοιπόν αυτό το μεγάλο ξύλο;
— Ναι, απάντησε ο Γύργκεν θαρραλέα και κράτησε σφιχτά το ξύλο.
— Και τι φυλάς;
— Δεν μπορώ να το πω. Τα χέρια του έσφιγγαν το ξύλο.
— Τίποτα λεφτά μήπως; Ο άντρας άφησε κάτω το καλάθι και σκούπισε το μαχαίρι εδώ κι εκεί πάνω στο παντελόνι του.
— Όχι, λεφτά πάντως όχι, είπε ο Γύργκεν με περιφρόνηση. Κάτι εντελώς διαφορετικό.
— Ε, τι λοιπόν;
— Δεν μπορώ να το πω. Κάτι άλλο τέλος πάντων.
— Καλά, όχι λοιπόν. Τότε κι εγώ βέβαια δεν θα σου πω τι έχω μέσα στο καλάθι. Ο άντρας χτύπησε με το πόδι το καλάθι κι έκλεισε το μαχαίρι.
—Μμ, το φαντάζομαι τι έχει το καλάθι, είπε ο Γύργκεν υποτιμητικά. Τροφή για κουνέλια.
— Ναι, που να πάρει! είπε ο άντρας έκπληκτος, είσαι και ξύπνιος. Και πόσων χρονών είσαι;
— Εννιά.
— Μπα, για δες, εννιά λοιπόν. Τότε βέβαια θα ξέρεις κιόλας πόσα μας κάνουν τρία επί εννιά, ε;
— Σίγουρα, είπε ο Γύργκεν και για να κερδίσει χρόνο συνέχισε: «Είναι πολύ εύκολο». Και κοίταξε μέσα απ’ τα πόδια του άντρα. «Τρία επί εννιά, ε;» ξαναρώτησε. «Είκοσι εφτά. Το ήξερα απ’ την αρχή».
— Σωστά, είπε ο άντρας, ακριβώς τόσα κουνέλια έχω.
Ο Γύργκεν έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα. «Είκοσι εφτά;»
— Μπορείς να τα δεις. Πολλά είν’ ακόμα πάρα πολύ μικρά. Θέλεις;
— Δεν μπορώ όμως. Αφού πρέπει να φυλάω, είπε ο Γύργκεν αβέβαια
— Συνέχεια; ρώτησε ο άντρας, ακόμα και τη νύχτα;
— Ακόμα και τη νύχτα. Συνέχεια. Πάντα. Ο Γύργκεν κοίταξε ψηλά πάνω απ’ τα στραβά πόδια. Ήδη απ’ το Σάββατο, ψιθύρισε.
— Και δεν πηγαίνεις δηλαδή καθόλου στο σπίτι; Πρέπει να τρως κιόλας.

Ο Γύργκεν σήκωσε μια πέτρα. Από κάτω είχε μισό ψωμί. Και μια ταμπακέρα.

— Καπνίζεις; ρώτησε ο άντρας, έχεις και πίπα;

Ο Γύργκεν έπιασε με δύναμη το ξύλο του κι είπε διστακτικά: «Εγώ στρίβω. Η πίπα δεν μ’ αρέσει».

— Κρίμα! ο άντρας έσκυψε προς το καλάθι του, τα κουνέλια θα μπορούσες άνετα να τα δεις μια φορά. Ειδικά τα μικρά. Μπορεί να διάλεγες και κανένα. Αλλά εσύ δεν μπορείς να φύγεις από δω.
— Όχι, είπε ο Γύργκεν λυπημένα, όχι, όχι.

Ο άντρας πήρε το καλάθι και σηκώθηκε. «Καλά λοιπόν, αν πρέπει να μείνεις εδώ, κρίμα». Και γύρισε να φύγει. «Αν δεν μαρτυρήσεις», είπε τότε βιαστικά ο Γύργκεν, «εξαιτίας των ποντικών».

Τα στραβά πόδια έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω. «Εξαιτίας των ποντικών;»
— Ναι, τρώνε τους πεθαμένους. Τους ανθρώπους. Απ’ αυτό ζούνε.
— Ποιος το λέει αυτό;
— Ο δάσκαλός μας.
— Κι εσύ φυλάς τους ποντικούς; ρώτησε ο άντρας.
— Όχι αυτούς βέβαια. Και μετά είπε σιγά σιγά: «Ο αδερφός μου, είν’ εκεί κάτω. Εκεί». Ο Γύργκεν έδειξε με το ξύλο τους γκρεμισμένους τοίχους. «Το σπίτι μας δέχτηκε μια βόμβα. Μεμιάς χάθηκε το φως απ’ το υπόγειο. Κι αυτός χάθηκε. Φωνάξαμε κιόλας. Ήταν πολύ μικρότερος από μένα. Μόλις τεσσάρων. Πρέπει να είναι δω ακόμα. Είναι πολύ μικρότερος από μένα».

Ο άντρας κοίταζε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Αλλά μετά είπε ξαφνικά: 

«Ναι, αλλά δεν σας είπε ο δάσκαλός σας ότι τη νύχτα οι ποντικοί κοιμούνται;»
— Όχι, ψιθύρισε ο Γύργκεν και φάνηκε αμέσως πάρα πολύ κουρασμένος· αυτό δεν το είπε.
— Ορίστε, είπε ο άντρας, τι δάσκαλος είναι, αν δεν ξέρει ούτε καν αυτό. Κι όμως, τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί. Τη νύχτα μπορείς να πηγαίνεις ήσυχα στο σπίτι. Τη νύχτα κοιμούνται πάντα. Απ’ την ώρα που βραδιάζει κιόλας.

Ο Γύργκεν έφτιαχνε με το ξύλο μικρούς λάκκους στα συντρίμμια.

Πολλά μικρά ζωάκια, σκεφτόταν, όλο μικρά ζωάκια. Τότε είπε ο άντρας (και τα στραβά του πόδια ήταν πολύ ανήσυχα καθώς μιλούσε): «Ξέρεις τι θα γίνει; Τώρα θα ταΐσω γρήγορα γρήγορα τα κουνέλια μου κι όταν νυχτώσει, θα σε πάρω. Μπορεί να φέρω κι ένα μαζί μου. Ένα μικρό. Τι λες;»

Ο Γύργκεν έσκαβε μικρούς λάκκους στα συντρίμμια. Πολλά μικρά κουνέλια. Άσπρα, γκρίζα, ασπρόγκριζα. «Δεν ξέρω», είπε σιγανά και κοίταξε τα στραβά πόδια, «αν στ’ αλήθεια κοιμούνται τη νύχτα».
Ο άντρας σκαρφάλωσε πάνω απ’ τα ερείπια του τοίχου και βγήκε στο δρόμο. «Φυσικά», είπε από κει, «ο δάσκαλός σας πρέπει να τα μαζεύει, αν δεν ξέρει ούτ’ αυτό».
Τότε ο Γύργκεν σηκώθηκε πάνω και ρώτησε: «Μπορώ μήπως να πάρω ένα; Μήπως ένα μικρό;»

— Θα προσπαθήσω, φώναξε ο άντρας φεύγοντας, αλλά πρέπει να περιμένεις εδώ, μέχρι τότε. Μετά θα ’ρθω μαζί σου στο σπίτι, εντάξει; Πρέπει να πω στον πατέρα σου πώς φτιάχνεται ένα κλουβί για κουνέλια. Γιατί αυτό μια φορά πρέπει να το ξέρετε.
— Ναι, φώναξε ο Γύργκεν. Θα περιμένω. Πρέπει, άλλωστε, να φυλάω μέχρι να νυχτώσει. Θα περιμένω οπωσδήποτε. Και φώναξε: «Έχουμε ακόμα σανίδες στο σπίτι. Σανίδες από κιβώτια», φώναξε.

Αλλ’ αυτά ο άντρας δεν τ’ άκουγε πια. Προχωρούσε με τα στραβά του πόδια προς την κατεύθυνση του ήλιου. Ήταν αυτός ο κόκκινος απογευματινός ήλιος κι ο Γύργκεν μπορούσε να τον δει να λάμπει μέσ’ απ’ τα πόδια, τόσο στραβά ήταν. Και το καλάθι έγερνε ανήσυχα από δω κι από κει. Είχε τροφή για κουνέλια εκεί μέσα. Πράσινη τροφή για κουνέλια που είχε γίνει λίγο γκρίζα απ’ τη σκόνη.

μτφρ. Ρόδη Ασήμη

Πέντε λεπτά είναι αρκετά
για να γίνει «αγγελούδι» το άτακτο παιδί

Μια μαμά περιγράφει πώς την κομβική στιγμή που ετοιμαζόταν να μαλώσει την 2,5 ετών κόρη της για μία αταξία, αποφάσισε να αφιερώσει μόλις 5 λεπτά για να ενδώσει στην στιγμιαία επιθυμία της μικρής και τι κέρδισε τελικά από αυτή τη μέθοδο. 

Ένα διαφωτιστικό κείμενο που αποδεικνύει πως υπάρχει πάντα καλύτερη λύση από την τιμωρία!

Το σκηνικό: Δούλευα απορροφημένη στον υπολογιστή, στο σπίτι, όταν η 2,5 ετών κόρη μου πλησίασε το γραφείο και άρπαξε μία στοίβα με φωτογραφίες που απερίσκεπτα είχα αφήσει στην εξωτερική γωνία του γραφείου. Οι φωτογραφίες ήταν από μία σχολική εκδήλωση της μεγαλύτερης κόρης μου, μας τις είχε στείλει η μαμά μιας φίλης της, και θα ήταν αρκετά δύσκολο να τις εμφανίσουμε ξανά αν τις χάναμε.
Δεδομένου του ηλικιακού σταδίου της κόρης μου -στο οποίο «κοιτάζω» φωτογραφίες σημαίνει τις διπλώνω, τις τσαλακώνω, τις σκίζω, τις ζωγραφίζω κ.ο.κ.- αντέδρασα από φόβο μην πάθουν κάτι και σηκώθηκα απότομα από το γραφείο για να τις διασώσω από το μικρό μου τερατάκι.
Εκείνη, μόλις διαισθάνθηκε ότι ετοιμαζόμουν να ματαιώσω την επιθυμία της, άρχισε να τρέχει προς την άλλη άκρη του σπιτιού. Όταν την έπιασα και την στρίμωξα, γονάτισε με την πλάτη στον τοίχο. Έδειχνε να μην πιστεύει ότι η έντονη επιθυμία της και μόνο θα μπορούσε να με αποτρέψει από το να χρησιμοποιήσω τον όγκο και την δύναμή μου για να της αποσπάσω τις φωτογραφίες.

Και προφανώς είχε δίκιο.
Σταμάτησα και το σκέφτηκα. Το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να πάρω τις φωτογραφίες από τα χέρια της, για να επιστρέψω στην δουλειά μου. Δεν είχα χρόνο για τέτοιες χαζομάρες!
Μετά, όμως, την κοίταξα. Φουντωμένη και προκλητική, αλλά ταυτόχρονα ευάλωτη και φοβισμένη. Στιγμιαία κάτι ταρακουνήθηκε μέσα μου και την είδα καλύτερα. Κοίταξα πέρα από την περιφρόνησή της, στην ομορφιά της φλόγας της! Και παραδόθηκα. Όχι στην επιθυμία της, αλλά στην βούληση της ίδιας της Ζωής, η οποία ήταν και είναι τόσο ακμαία μέσα της! Το σώμα μου χαλάρωσε, το μυαλό μου «ξεκόλλησε», η καρδιά μου άνοιξε και μία απλή λύση εμφανίστηκε μπροστά μου, σαν φυλλαράκι που το έφερε ο άνεμος.

«Θέλεις να δούμε μαζί αυτές τις φωτογραφίες;»
Κούνησε θετικά το κεφάλι, καθώς η ένταση εμφανώς άδειαζε από το σώμα της και πρόθυμα μου έδωσε την στοίβα με τις φωτογραφίες. Γονάτισα και κάθισα στο πάτωμα και εκείνη στάθηκε όρθια δίπλα μου, καθώς ξεφύλλιζα τις φωτογραφίες. Με ρώτησε «τι είναι αυτό;» γύρω στις 50 φορές και απάντησα, και τις 50.
Κάποια στιγμή παρατήρησα μια τούφα από τα μαλλιά της να ακουμπά τον ώμο μου, καθώς μιλούσα. Συνειδητοποίησα ότι αν είχα λειτουργήσει διαφορετικά, αυτή τη στιγμή θα άκουγα το κλάμα και τις φωνές της.
Σε μόλις 5 λεπτά ήμουν ξανά πίσω στο γραφείο μου... Μόλις 5 λεπτά!
Πέντε λεπτά παράδοσης στην Αγάπη που απέτρεψε -ένας Θεός ξέρει- πόσα δάκρυα και πόση έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις της.
Τα πέντε αυτά λεπτά μου εξασφάλισαν ένα ολόκληρο απόγευμα ψυχικής ηρεμίας και ζεστασιάς στην καρδιά.


mama365