Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο»
Η Ποίηση της Ταπεινότητας

Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο. 
Κουβαλούμε τον λύχνο μας, 
ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου 
και την αλήθεια των αιώνων
.................
Τυφλοί μέσα στα απατηλά πέπλα του κόσμου της φθοράς και του θανάτου, αναζητούμε απεγνωσμένα εν τέλει αυτήν την αλήθεια και αυτό το φως. 
Αυτήν την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η ποίηση. Ο ποιητής που βγαίνει μαζί μας στον δρόμο, με εκείνον τον λύχνο της θαλπωρής και της ταπεινότητος.
...............

Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα, και
μάλιστα χωρίς να ’ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζι-
ού - κανείς; αστείοι που είμαστε – αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύ-
χτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω
πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις,
αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να
βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...
... Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και
άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε
με την καινούργια μέρα του.
.............
Ολόκληρο το κείμενο στα Τετράδια της Αμπάς
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Στο φροντιστήριο και τα πρωτάκια;

Σαν μανιτάρια ξεφυτρώνουν στις γειτονιές οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν την καθημερινή μελέτη των παιδιών μας, από την πρώτη τάξη του Δημοτικού, ακόμα και από το νηπιαγωγείο.
Πόσο προβληματική είναι αυτή η αντικατάσταση 
της μαμάς και του μπαμπά; 
Παλαιότερα το θέμα φροντιστήριο άρχιζε να απασχολεί μια οικογένεια όταν το παιδί έφτανε στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου και του λυκείου, οπότε οι μαθητές έδιναν απολυτήριες εξετάσεις ή έπρεπε να προετοιμαστούν για τις εξετάσεις που θα έκριναν την εισαγωγή τους σε Πανεπιστήμια, Πολυτεχνεία, Ακαδημίες. 
Τώρα το φροντιστήριο ξεκινάει από πολύ νωρίς. Σχεδόν… με το που τελειώνει ο θηλασμός.
Σαν μανιτάρια ξεφυτρώνουν στις γειτονιές μας οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν την καθημερινή μελέτη των παιδιών μας, από την πρώτη τάξη του Δημοτικού, ακόμα και από το νηπιαγωγείο.

Έτσι και οι μαμάδες – μπαμπάδες τους έχουν την ησυχία τους (και την αίσθηση πως κάνουν το καλύτερο, χωρίς οι ίδιοι να επιβαρυνθούν επιπλέον) και η παραπαιδεία εξαπλώνεται σε ευρύτερη ηλικιακή ομάδα.

Είναι, αλήθεια, προς όφελος των παιδιών αυτό;
Ας μιλήσουν οι εκπαιδευτικοί. 
Ονόματα δεν δημοσιεύουμε για ευνόητους λόγους, όσοι όμως μιλάνε είναι άνθρωποι με αγάπη στη δουλειά τους και στα παιδιά, και έχουν πολλά να καταθέσουν.
Όμως έχουν και τις ίδιες με εμένα απορίες.
«Πώς είναι δυνατόν, σε μια εποχή που ο μέσος γονιός είναι απόφοιτος τουλάχιστον Λυκείου, όλο και περισσότερα παιδάκια από τις πρώτες κιόλας τάξεις του Δημοτικού να χρειάζονται επειγόντως φροντιστή εντός ή εκτός του σπιτιού;»
αναρωτιέται φίλη που εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση και συνεχίζει, «όταν μάλιστα με τα πέντε κολλυβογράμματα στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 φιλότιμοι γονείς κατάφερναν να στηρίξουν μια χαρά τα παιδιά τους έως και την εισαγωγή σε Πανεπιστήμια;».
«Το διάβασμα των παιδιών στο σπίτι έχει ουσιαστικά καταργηθεί εδώ και καιρό»
επισημαίνει έτερος εκπαιδευτικός,
«καθώς δεν υπάρχουν ούτε ο χρόνος, ούτε η διάθεση. Τα 15 με 30 λεπτά του φαγητού το μεσημέρι ή το βράδυ είναι συνήθως ο μόνος χρόνος αλληλεπίδρασης γονιών – παιδιών. Την υπόλοιπη μέρα τα παιδιά την περνούν παρκαρισμένα σε μια οθόνη κινητού, τάμπλετ, υπολογιστή, PlayStation, με τους γονείς τους να θέλουν απλά την ησυχία τους».
Αυτούς τους γονείς έρχονται να υποκαταστήσουν δασκάλες και δάσκαλοι που αναλαμβάνουν τα απογεύματα τη μελέτη των μαθητών, ακόμα και εκείνων που είχαν το πρωί στην τάξη τους, συντηρώντας την παραπαιδεία
«σε μια δωρεάν εκπαίδευση που ουσιαστικά ποτέ δεν ήταν δωρεάν. Ωθούμενοι προφανώς από τη μισθολογική εξαθλίωση τους. Και χαρίζοντας τον πολυπόθητο χρόνο στις σημερινές μητέρες που έντρομες ανακαλύπτουν πόσο εξαντλητική και απαιτητική διαδικασία είναι το μεγάλωμα έστω και ενός παιδιού».
Πρόκειται, βεβαίως, για «μια χαρά επιστήμονες που έχουν τελειοποιήσει τη διδακτική τους μέθοδο και έχουν εξελίξει όλα τα διδακτικά τους εργαλεία», για επαγγελματίες που στις περισσότερες περιπτώσεις κάνουν τη δουλειά τους όσο μπορούν καλύτερα.

Είναι όμως αυτό αρκετό;

Γιατί ακόμα και αν το παιδί πάρει τη γνώση, δεν έχει πάρει αυτό το… κάτι, το ιδιαίτερο, που προκύπτει από τη μελέτη με τη βοήθεια, την επίβλεψη, έστω από τη συνύπαρξη στον ίδιο χώρο με τον μπαμπά ή με τη μαμά.
Αυτό το «ανυπολόγιστα μεγάλο κέρδος, πέρα από την οικονομία χρημάτων που θα προκύψουν στον οικογενειακό κουμπαρά. 
Γιατί το μικρό παιδί μελετώντας με τον γονιό θα αποταμιεύσει απίστευτο πλούτο συναισθηματικών εμπειριών και βιωμάτων, που θα προκύψουν από τη στενή σχέση με ανθρώπους που το αγαπούν αληθινά το ίδιο και όχι πελατειακά, στοχεύοντας στο πορτοφόλι του».
Εξάλλου, όταν μασάς την τροφή και του τη δίνεις έτοιμη το μαθαίνεις
«να επαναπαύεται. Κανένας προσωπικός κόπος, κανένα λάθος στις ασκήσεις που θα το διδάξει τις αδυναμίες του. Καμία ιδέα που να μην είναι αντιγραφή των ιδεών κάποιου άλλου».
Είναι, νομίζω, προβληματισμοί και απόψεις που θα έπρεπε κάθε γονιός να υπολογίσει, πριν στραφεί προς την εύκολη λύση, πριν να στείλει το «πρωτάκι» του για μελέτη με ειδικευμένο (;) φροντιστή. 
Αν δεχτούμε πως στο θέμα της εκπαίδευσης των παιδιών μπορεί να υπάρχουν εύκολες λύσεις.

Κοσμάς Βίδος
protagon
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Παιδικά βιώματα: Γιατί μας ακολουθούν στην ενήλικη ζωή;

Όσοι έχουν κάνει ψυχοθεραπεία ή έχουν επισκεφτεί έναν ειδικό ψυχικής υγείας, θα έχουν ακούσει σίγουρα την περιβόητη ερώτηση: «πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια;»
Η ψυχοθεραπεία ξεκινάει όταν ο ειδικός αποκτήσει τη γνώση των βιωμάτων που είχε ο ασθενής στην παιδική του ηλικία και η γνώση της σχέσης του ατόμου με τους ίδιους τους γονείς του.
Γιατί όμως; Για ποιο λόγο τα βιώματα της παιδικής μας ηλικίας μας ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή μας; 
Για ποιο λόγο η παιδική μας ηλικία μας ακολουθεί σε όλη την ενήλικη ζωή μας, αφήνοντας πολλές φορές μέσα μας τραύματα και πληγές οι οποίες ίσως και να μην επουλωθούν ποτέ;

Η παιδική ηλικία είναι εκείνη η οποία αποτελεί και το θεμέλιο για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας. Είναι η ηλικία εκείνη στην οποία το άτομο πλάθεται όπως ένας πηλός, απορροφώντας όλα τα μηνύματα και τη συμπεριφορά του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος.
Ο άνθρωπος απορροφά όπως ένα σφουγγάρι τα μηνύματα του κοινωνικού περιβάλλοντος, τα οποία και αποτελούν την κύρια αιτία για το χτίσιμο ή όχι της προσωπικότητάς του. 
Αν ένας άνθρωπος αποζητά αγάπη σε εκείνη την τόσο τρυφερή ηλικία και δεν τη δέχεται, τότε είναι πιθανότερο η ίδια η αυτοεκτίμηση να δεχθεί το έναυσμα ώστε να παραμείνει χαμηλή και στην ενήλικη ζωή.
Είναι πραγματικά αξιοσημείωτη και αξιοθαύμαστη η αξία της καλής παιδικής ηλικίας για την υγιή διάπλαση της προσωπικότητας ενός ατόμου η οποία θα τον ακολουθήσει και στην ενήλικη ζωή. 
Γι’ αυτό και είναι σημαντικό όσοι είναι γονείς, να αντιληφθούν τη σημασία των καλών αναμνήσεων και της δημιουργίας ενός περιβάλλοντος στο οποίο το παιδί θα μεγαλώνει με αγάπη, παιχνίδι, χαμόγελο, ενθάρρυνση.
Αν κάποιος μεγάλωσε σε ένα άσχημο περιβάλλον στην παιδική του ηλικία, ας αποφασίσει να το αφήσει πίσω του και να μην του επιτρέψει να δηλητηριάσει την ενήλικη ζωή του. 
Σίγουρα θα είναι μία διαδικασία δύσκολη αλλά όχι ακατόρθωτη, την οποία και αξίζει όμως να καταφέρει για τον εαυτό του ως ένα μοναδικό δημιούργημα.

Μαρία Σκαμπαρδώνη
Εναλλακτική Δράση
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Η αποδοχή: Τα πήγα καλά μαμά; Τα κατάφερα;

Είμαι 8 χρονών. Έχω μόλις μάθει να κάνω βουτιά και νιώθω πολύ περήφανη γι αυτό. 
Μπροστά μου ο μόλος φαντάζει απειλητικός και μαγικός συνάμα. Είναι ένα μέρος γεμάτο μυστήρια όπου τα μεγάλα παιδιά- τα μυημένα στα μυστικά του μόλου- μπορούν να πηδάνε πάνω από τα βράχια και να πέφτουν στα βαθιά νερά του κόλπου. Εκεί που εμείς τα μικρά δεν τολμούσαμε να πάμε. 
Nino Chakvetadze
Σήμερα όμως ήταν η σειρά μου. Θα έκανα εγώ την βουτιά από το μόλο. Με το βλέμμα μου αναζητώ τη μαμά μου. Θέλω να με δει σήμερα, θέλω να νιώσει περήφανη για μένα. 
Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. 
Άραγε πρόσεξε ότι είμαι πάνω στο βράχο; 
Μαμά, φωνάζω και της κάνω νοήματα με τα χέρια. 
Μαμά, κοίτα, κοίτα! 
Μαμααααα ακούω τη φωνή μου να με ακολουθεί καθώς πέφτω στο παγωμένο νερό. 

Νιώθω να βυθίζομαι και μια παράξενη παγωνιά με τυλίγει. Είμαι μέσα στο νερό, τα κατάφερα, πήδηξα από το μόλο. 
Στην πρώτη ανάσα έξω από το νερό, ψάχνω τη μητέρα μου. 
Μαμά, πως τα πήγα; της φωνάζω. 
Μαμά, πες μου, τα κατάφερα; 
Τα κατάφερα μαμά; ρωτάω καθώς βρίσκομαι ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι. 

Τα πάντα τώρα είναι διαφορετικά. 
Δεν είμαι πια 8 χρονών, ο μόλος έχει εξαφανιστεί και δεν μπορώ πουθενά να διακρίνω τη μαμά μου. Κοιτάζω τα χέρια μου και δεν τα αναγνωρίζω. Δεν είναι δικά μου τα χέρια αυτά, είναι χέρια μιας γριάς γυναίκας. Και είναι τόσο αδύναμα, σα να μην έχουν πια ζωή να κρατήσουν. 
Στην τελευταία μου ανάσα ψιθυρίζω, μαμά πες μου, τα κατάφερα; 

Πετάγομαι ιδρωμένη από το κρεββάτι. Κοιτάζω γύρω μου, για λίγα λεπτά δεν μπορώ να καταλάβω που βρίσκομαι. Ανάβω το φως και αγγίζω τα χέρια μου. Δεν είναι γερασμένα, είναι τα δικά μου, αυτά που αναγνωρίζω. 
Το παιδί μου μέσα στον ύπνο του σφίγγει τα μάτια του. 

Κλείνω πάλι το φως. Τον σκεπάζω και ηρεμεί. Τα χέρια μου τρέμουν καθώς ακόμα ακούω σαν ηχώ τη φωνή μου να ρωτάει, μαμά τα κατάφερα; 
Ήταν άραγε όνειρο όλο αυτό ή ένα ασυνείδητο ταξίδι στο παρελθόν και το μέλλον μου; 
Τι ακριβώς ρωτάω την μητέρα μου και τι περιμένω να μου απαντήσει; 
Στα οχτώ μου χρόνια ζητάω την αποδοχή της για το “κατόρθωμα” μου, τι της ζητάω όμως μέσα στο όνειρο λίγο πριν έρθει το τέλος; 
Μαμά πως τα πήγα τελικά; Τα κατάφερα;

Αντικλείδι, Η αποδοχή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι