Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Αίσωπος: Ο γέρος, το παιδί και ο γάιδαρος - The Man, the Boy, and the Donkey

Μια φορά κι έναν καιρό ένας γέρος καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, που το έσερνε ένα αγόρι, διέσχιζε ένα κεφαλοχώρι.

The Man, the Boy, and the Donkey
Κάποιοι που τον είδαν είπαν: «Για κοίτα το γέρο, μάλλον ξεκούτιανε απολαμβάνει τον περίπατο χωρίς να υπολογίζει το φτωχό αγόρι που μόλις το κρατούν τα πόδια του!»

Ύστερα από λίγο ο γέρος κατέβηκε από το γαϊδούρι και ανέβασε το αγόρι, ενώ εκείνος προπορευόταν σέρνοντάς το από το καπίστρι του. Δεν πρόφτασαν να διανύσουν ούτε εκατό μέτρα και κάποιος τολμηρός σχολίασε μεγαλόφωνα: «Συγχαρητήρια! Οι γέροι να τρεκλίζουν και τα παλιόπαιδα καβάλα. Δεν υπάρχει πλέον σεβασμός στον κόσμο!» Το μικρό αγόρι το άκουσε και έγινε κατακόκκινο σαν την παπαρούνα από την ντροπή του. Παρακάλεσε το γέρο να ανεβεί και εκείνος στο γαϊδούρι και έτσι καβάλα κι οι δυο συνέχισαν την πορεία.

Προτού φτάσουν στην πηγή να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν το ζωντανό, τους συνάντησαν κάποιο καραβάνι. Αντί για χαιρετισμό από τους ανθρώπους του καραβανιού δέχτηκαν ομοβροντία επιπλήξεων: «Έχετε σκοπό να ξεκάμετε το ζωντανό; Μήπως θα θέλατε να το φορτώσετε και κανένα αγκωνάρι για να ξεμπερδεύει μια ώρα γρηγορότερα;» είπαν. Χωρίς να μιλήσουν, το παιδί και ο γέρος ξεκαβαλίκεψαν αμέσως και συνέχισαν την πορεία τους αμίλητοι.

Φτάνοντας στην άκρη της άλλης πόλης κουρασμένοι και κάθιδροι ακούνε κάποιον να περνά δίπλα τους ψιθυρίζοντας: «Με τέτοια ζέστη και πάνε με τα πόδια! Τι τον έχουν το γάιδαρο, μόνο για να τον ταΐζουν;». Ο γέρος και το αγόρι αλληλοκοιτάχτηκαν.

- Αγόρι μου, είπε ο γέρος, οργάνωσε τη ζωή σου όπως εσύ νομίζεις ότι είναι ο καλύτερος τρόπος, επιλέγοντας εκείνο που δεν θα βλάψει το συνάνθρωπό σου ή τουλάχιστον που θα προκαλέσει τη μικρότερη ζημιά σε όλους. Έχε υπόψη σου ότι με τον τρόπο που θα ενεργήσεις ποτέ δεν θα συμφωνήσουν οι πάντες. Κάποιοι θα σε αποδεχθούν και κάποιοι όχι. Πάντα όμως θα υπάρχουν εκείνοι που θα σε κριτικάρουν!!!

tampouloukia

Ο Χάρτινος Αετός


Πέτα ψηλά χαρταετέ
τη φόρα δίνει σου η ψυχή
και τη φορά το χέρι.
 
Πέτα ψηλά, ανέβα
και μη νοιαστείς·
θα σ’ αυγαταίνω το σκοινί
και όσο θα βαραίνει,
τόσο μια άπλετη χαρά
στα στήθη θ’ ανεβαίνει
 
Πέτα ψηλά χαρταετέ.
του ουρανού το κάλεσμα
αφουγκράσου.
Πιάσε γλυκοκουβέντα
με του πλατιού αιθέρα
τ’ ακριβοθώρητα πλάσματα,
τ’ αγγελικά
και κάνε τα δικά σου
τα όμορφά τους μυστικά
που ΄ναι γιομάτα
ελπίδα.
 
Κι αν, ‘κει ψηλά που θα βρεθείς,
πέσεις σε μαύρο σύννεφο,
ή μαζευτούνε γύρω σου
του φόβου τα μαυρόφτερα
γεράκια,
ατρόμητος και σταθερά
το πέταγμά τους κόψε
και πέτα ακόμα πιο ψηλά 
στον γαλανό αιθέρα.
 
Γύρω μου θα μαζέψω
όλου του κόσμου τα παιδιά·
χαρτάκια θα σου στείλουμε
γραμμένα απ’ τις καρδούλες τους,
με γραμματάκια αδέξια,
τα «θέλω» τους να μάθεις
και πεταρίζοντας ψηλά
τις καθαρές φωνούλες τους
πά στων αγγέλων τα φτερά
μ’ αγάπη ν’ αποθέσεις.
 
Σαν έρθει η ώρα,
σινιάλο κάνε μου
κι εγώ, αγάλια-αγάλια,
φίλε αετέ μου, χάρτινε,
θα σου μαζέψω το σκοινί
κοντά μου θα σε φέρω
στις παιδικές τις αγκαλιές
να ‘ρθεις να ξαποστάσεις.
 
Μα, αν θελήσεις πάλι,
ψηλά ν’ ανέβεις λεύτερα,
μακριά απ’ της γης
το χώμα,
στο δεύτερό σου πέταγμα
θα σου το κόψω
το σκοινί,
να πορευτείς ελεύθερος
φίλε μου, χάρτινε αετέ,
του ανέμου αγαπημένε.
 
Δε θα χαθείς, το ξέρω.
Πλατιά φτερά θα βγάλεις
και θα γενείς
γοργόφτερος αετός,
τ’ Ολύμπου αγριοπούλι.
 
Δε θα σε χάσω.
θα ‘ρχεσαι κρυφά
στα παιδιακίσια όνειρα
και θα τους λες ψιθυριστά
πως θα ‘ρθει η ώρα κι η στιγμή,
όπου θα πάρουν τέλος
και μια για πάντα θα χαθούν
τα βάσανα του κόσμου.
 
Αμπά
hamomilaki