Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

«Το σπίτι μας δεν είναι μοντέρνο, ούτε μεγάλο. Όμως ...

είναι ασφαλές, ζεστό και γεμάτο αγάπη»
«Το σπίτι μας δεν είναι μοντέρνο, ούτε μεγάλο. Είναι όμως ασφαλές, ζεστό και γεμάτο αγάπη»

«Μαμά, είμαι ασφαλής», μου είπε ένα βράδυ η κόρη μου την ώρα που είμασταν στο κρεβάτι και ήταν έτοιμη να κοιμηθεί.
«Πώς της ήρθε;», αναρωτήθηκα. 
Της είπα ότι ναι ήταν ασφαλής και δεν είχε κανένα λόγο να φοβάται.

Η κόρη μου είναι δύο χρονών και απ΄όσο θυμάμαι, εκτός από ένα ατυχές περιστατικό με μια βαλσαμωμένη μαϊμού που την είχε κατατρομάξει, ποτέ δεν αισθάνθηκε ανασφάλεια. 
Σκέφτηκα ότι το πιο πιθανό ήταν να έχει δει σε παιδική σειρά κάτι που την προβλημάτισε και δεν το είχα προσέξει. 
Κρατώντας την αγκαλιά στο σκοτάδι και λέγοντάς τη πολλές φορές πόσο ασφαλής ήταν, συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό είναι να μπορεί να μιλάει ένα παιδί για τους φόβους του αλλά και για ό,τι το απασχολεί, ακόμα και σε τόσο μικρή ηλικία. Συνειδητοποίησα όμως κι άλλα πράγματα.

Βλέπετε, κατά καιρούς, νοιώθω άσχημα για το πώς είναι το σπίτι μας. 
Ότι δεν είναι αρκετά μεγάλο, δεν είναι σωστά διακοσμημένο, δεν είναι ευρύχωρο... 
Ίσως φταίει το διαδίκτυο και οι φωτογραφίες με τα τέλεια σπίτια που βλέπω στο Pinterest. 
Λαμβάνοντας υπόψιν τις υποδείξεις των περιοδικών διακόσμησης, το σπίτι μου γεμάτο ακατάλληλα έπιπλα, το χρώματα στους τοίχους δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, ενώ σε όλο το σπίτι υπάρχουν παιχνίδια της μικρής: από κουκλόσπιτα μέχρι παιδική σκηνή. 
Όσο κι αν προσπαθώ να βελτιώσω την κατάσταση, νοιώθω ότι αποτυγχάνω καθημερινά.
Και όμως υπάρχουν στιγμές, όπως αυτή με την κόρη μου τις προάλλες, που με κάνουν να συνειδητοποιώ ότι τα παιδιά δεν βλέπουν τα πράγματα όπως εμείς, οι μεγάλοι.
Θυμάμαι ότι κι εγώ μεγάλωσα σε ένα σπίτι με φθαρμένα πατώματα που ήταν σκεπασμένα πάντα με μια μπλε μοκέτα ενώ το μπάνιο μας είχε μόνιμα υγρασία. 
Θυμάμαι χαρακτηριστικά να περιμένω κάθε πρωί τη σειρά μου για το μπάνιο (ένα μπάνιο για πέντε άτομα απαιτούσε ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα για την καθημερινή προσωπική μας υγιεινή), συντροφιά με τη μαμά μου. Ποτέ δεν έδωσα σημασία σε όλα αυτά, γιατί πάντα ένιωθα ασφαλής.
Η δήλωση της κόρης μου περί ασφάλειας με προσγείωσε στην πραγματικότητα και με έκανε να νιώσω ανόητη για όσα σκεφτόμουν...

Δεν έχουμε ένα φανταχτερό σπίτι, αλλά έχουμε ένα σπίτι. 
Τα παιδιά μας έχουν κρεβάτι να κοιμηθούν και φαγητό να φάνε. 
Έχουν παιχνίδια να παίξουν και βιβλία να διαβάσουν. 
Και το πιο σημαντικό, έχουν τους γονείς τους που τα αγαπούν πολύ.
Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που τα θεωρούμε δεδομένα – ζέστη το χειμώνα, γάλα στο ψυγείο, φαγητό στο ντουλάπι- είναι μικρές λεπτομέρειες που όμως κάνουν τη διαφορά. Αν δεν είμαι εγώ ευγνώμων για όλα αυτά, πώς θα μάθω στο παιδί μου να είναι;

Έχοντας την κόρη μου αγκαλιά, και βυθίζοντας το πρόσωπό μου στα μαλλιά της, προσευχήθηκα σιωπηλά για όσα έχω, για το προνόμιο να είμαι μαμά, για την ειλικρινή τιμιότητα των λέξεων του γλυκού μωρού μου.
Δεν είχαμε το μεγάλο φανταχτερό σπίτι αλλά είχαμε καταφύγιο για όσα άσχημα και δυσάρεστα συμβαίνουν στον κόσμο.
Ήμασταν μαζί, αγκαλιά τη νύχτα, και ήμασταν ασφαλείς.»

Απόδοση: Νίκη Παπανικολάου

Πηγή: www.mother.ly
mothersblog

Ιστορικά: «Ήταν ένα μικρό καράβι,
που ήταν α, α, αταξίδευτο»

Η μακάβρια ιστορία κανιβαλισμού πίσω από το πιο γνωστό παιδικό τραγουδάκι...

Στη ζωή δεν είναι πάντα όλα όπως φαίνονται. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι κρύβεται πίσω από μία ιστορία. Ακόμα κι αν αυτή η ιστορία αφορά το πιο γνωστό παιδικό τραγουδάκι. Όσο γλυκό και ωραίο κι αν ακούγεται.Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του τραγουδιού που ελάχιστα είναι τα παιδιά που δεν το γνωρίζουν. 
Ελάχιστα είναι τα νηπιαγωγεία που δεν το μαθαίνουν στα μικρά παιδάκια. Η πραγματική ιστορία πίσω από το τραγούδι προκαλεί ανατριχίλα.

Μπορεί το «να δούμε ποιος θα φαγωθεί» να προκαλεί γέλιο και πειράγματα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, ωστόσο, για όσους γνωρίζουν τι πραγματικά έχει συμβεί μόνο αστείο δεν είναι.
«Ήταν ένα μικρό καράβι, που ήταν αταξίδευτο»
Η γαλλική φρεγάτα Medusa, στις 17 Ιουνίου 1816 σαλπάρει από το Ροσφόρ στο Σαράντ Μαριτίμ της Γαλλίας με τελικό προορισμό το λιμάνι Πόρ Λουί της Σενεγάλης. 

Μαζί με τη Medusa ξεκινάνε για να κάνουν το ίδιο ταξίδι τρία ακόμα πλοία. Το Argus, το ανεφοδιαστικό Loire και η κορβέτα Echo.
Το τραγουδάκι αυτό, λοιπόν, είναι η μελοποιημένη εξιστόρηση μιας μακάβριας ιστορίας, ενός ναυαγίου και του κανιβαλισμού των επιζώντων του.
Στη Μέδουσα επέβαιναν 400 άτομα επιβάτες και 160 άτομα πλήρωμα. Ανάμεσα στους επιβάτες και ο νέος κυβερνήτης της Σενεγάλης Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σμαλτζ με την σύζυγό του. Κυβερνήτης του πλοίου, ανέλαβε ο... θαλασσόλυκος, Υγκ Ντυρουά ντε Σωμερύ, που όμως είχε να βγει στην ανοιχτή θάλασσα περισσότερα από 20 χρόνια.
Ήταν φίλος του βασιλιά της Γαλλίας και αυτό ήταν το «εισιτήριο» του, ώστε να πάει στο τιμόνι του πλοίου. 
Ο καπετάνιος ήθελε να εντυπωσιάσει τον βασιλιά αλλά και τους επιβάτες του πλοίου και έτσι όταν η νηοπομπή ξεκίνησε, αγνόησε τους καπετάνιους των τριών άλλων πλοίων και χάραξε τη δική του πορεία, έχοντας μεγαλύτερη ταχύτητα από τους υπόλοιπους.

Επειδή, όμως, όπως είπαμε νωρίτερα, είχε πολλά χρόνια να ταξιδέψει σε ανοιχτή θάλασσα, ζήτησε τη γνώμη ενός απλού επιβάτη ο οποίος του παρουσιάστηκε ως… μέγας γνώστης! 
«Κι έκανε ένα μακρύ ταξίδι, μέσα εις τη Μεσόγειο»
Οι άτυχες και επιπόλαιες επιλογές του καπετάνιου άρχισαν να έχουν τις επιπτώσεις τους μερικές ημέρες αργότερα. Στις 2 Ιουλίου η Μέδουσα βρισκόταν κατά 100 ναυτικά μίλια εκτός πορείας!
Είχε προσεγγίσει επικίνδυνα τις ακτές της σημερινής Μαυριτανίας όπου τελικά (μετά από έναν αδέξιο χειρισμό) προσάραξε σε μια μεγάλη ξέρα.
Το πλήρωμα έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να απομακρύνει το πλοίο προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του. 
Ότι και να έκαναν οι ναυτικοί, ωστόσο, το καράβι δεν «ξεκόλλησε». Έτσι αποφασίστηκε να τεθεί σε εφαρμογή το plan b.

Ο καπετάνιος έδωσε εντολή να εγκαταλειφθεί το πλοίο και όλοι να επιβιβαστούν στις σωσίβιες λέμβους. Το θέμα, ωστόσο, ήταν πως οι επιβάτες ήταν περισσότεροι απ’ όσους θα μπορούσαν να χωρέσουν οι λέμβοι.
Μοναδική λύση ήταν οι τεχνικοί να φτιάξουν μια τεράστια σχεδία προκειμένου να χωρέσουν σε αυτή οι περίπου 150 άνθρωποι που… περίσσευαν!

Η «σχεδία της Μέδουσας», όπως ονομάστηκε, ήταν μια πρόχειρη κατασκευή η οποία αρχικά ήταν δεμένη με σχοινιά με τις σωσίβιες λέμβους.
Στην πορεία, ωστόσο, τα σχοινιά κόπηκαν και η σχεδία άρχισε να πλέει μόνη της. Εκ των υστέρων αναφέρθηκε ότι τα σκοινιά τα είχε κόψει ο ίδιος ο κυβερνήτης του πλοίου ο οποίος ήταν σε μια από τις βάρκες, αλλά αυτό δεν αποδείχτηκε ποτέ… 
«Και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος θα φαγωθεί»
Με αυτά και με αυτά η Μέδουσα έμεινε κολλημένη στην ξέρα και η σχεδία της ακυβέρνητη και έρμαιο τον καιρικών συνθηκών.
Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων η σχεδία έπλεε μέσα σε σφοδρές καταιγίδες, ισχυρούς ανέμους και τεράστια κύματα επί 13 ολόκληρες ημέρες!

Οι συνθήκες επιβίωσης άθλιες και όταν «σωθήκαν όλες οι τροφές» άρχισαν οι εντάσεις ανάμεσα στους επιβαίνοντες. Μέσα σε αυτό κλίμα την τρίτη ημέρα της «Οδύσσειας» οι κατώτατοι αξιωματικοί του πλοίου που επέβαιναν στη σχεδία, εκτέλεσαν κάποιους από τους απλούς επιβάτες οι οποίοι διαμαρτύρονταν.
Οι φόνοι, ωστόσο, δεν άλλαξαν την μοίρα της σχεδίας η οποία συνέχισε να πλέει ανεξέλεγκτα. Παράλληλα, πολλοί από τους επιβάτες, δεν άντεξαν και πέθαναν από την πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες.
Όσοι κατάφεραν και κρατήθηκαν στη ζωή ήρθαν αντιμέτωποι με ένα φρικτό δίλημμα: Ή θα πέθαναν και αυτοί, ή θα έτρωγαν τα πτώματα.
Κάποιοι προτίμησαν να πεθάνουν. 

Κάποιοι άλλοι, ωστόσο, άφηναν τα άψυχα σώματα να ξεραίνονται στον ήλιο και στη συνέχεια τα έτρωγαν προκειμένου να καταφέρουν, έστω και με αυτόν τον μακάβριο τρόπο, να κρατηθούν στη ζωή.
Τελικά, το μαρτύριο τους έλαβε τέλος όταν εντοπίστηκαν από το πλοίο Argus. Όταν τους βρήκε περισυνέλεξε ζωντανούς μόνο 15 επιβάτες, από τους οποίους τελικά έζησαν οι 10.

Το φρικτό ναυάγιο που έγινε πηγή έμπνευσης
Τα όσα συνέβησαν αυτές τις 13 φρικτές ημέρες πάνω στη «σχεδία της Μέδουσας», όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό, έγιναν γνωστά (η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές… παραφουσκωμένα) στη γαλλική κοινωνία και προκάλεσαν την αποστροφή της.
Η νέα «κυβέρνηση» του Λουδοβίκου του ΧVIII (ο Ναπολέων είχε ηττηθεί ένα χρόνο πριν στο Βατερλό) δέχτηκε σκληρή κριτική και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ληφθούν αυστηρότερα μέτρα τόσο για το ποιος θα μπορούσε να γίνει καπετάνιος σε ένα πλοίο, όσο και σε ότι αφορά την ασφάλεια του πλοίου και κυρίως τις σωσίβιες λέμβους.

Το φρικτό ναυάγιο, ωστόσο, έγινε πηγή έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες. 
Εκτός από το γνωστό παιδικό τραγουδάκι, δημιουργήθηκαν πίνακες ζωγραφικής αλλά και βιβλία που στήριζαν την υπόθεσή τους στο συγκεκριμένο ναυάγιο!
Ο πλέον φημισμένος από τους πίνακες, είναι αυτός του σπουδαίου ζωγράφου Τεοντόρ Ζερικό ο οποίος ονόμασε το έργο του «Σχεδία της Μέδουσας». Ο Ζερικό μελέτησε σε βάθος την υπόθεση του ναυαγίου.
Για να έχει ολοκληρωμένη και κυρίως προσωπική άποψη για τα όσα συνέβησαν πάνω στη σχεδία, επισκέφθηκε κάποιους από τους επιζώντες στο νοσοκομείο, ενώ δεν δίστασε να δει από κοντά κάποια από τα πτώματα στο νεκροτομείο.
Ένας από τους ανθρώπους που συνάντησε ήταν ο διασωθέντας μαραγκός του πλοίου, ο οποίος του ζωγράφισε ένα πιστό αντίγραφο της σχεδίας!

Ο Ζερικό αφού συγκέντρωσε όσα στοιχεία ήθελε, κλείστηκε για οκτώ ολόκληρους μήνες στο εργαστήριό του για να ολοκληρώσει τον πίνακα που έχει διαστάσεις 4,19 Χ 7,16! 
Ο Ζερικό πέθανε 5 χρόνια μετά και μέχρι τότε δεν είχε καταφέρει να πουλήσει τον εκπληκτικό πίνακά του ο οποίος κάποια στιγμή πέρασε στα χέρια ιδιωτών.
Αργότερα τον πίνακα αγόρασε η γαλλική κυβέρνηση και έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα εκθέματα του Λούβρου, στην αίθουσα 61 της πτέρυγας Sully.

Παράλληλα, η ιστορία της Μέδουσας έγινε έμπνευση για να γραφτούν βιβλία, όπως το «Οι περιπέτειες του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, που λαμβάνει χώρα πάνω στο φαλαινοθηρικό πλοίο «Γράμπος» ή στο μυθιστόρημα «Η σφίγγα των πάγων» του Ιουλίου Βερν, το οποίο γράφτηκε ως συνέχεια του βιβλίου του Πόε.

Girl With No Arms Sings and Plays Piano With Her Feet.

Τι να πούμε γι' αυτό το κορίτσι, είναι άξιο θαυμασμού. 
Δείτε το βίντεο...


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σύννεφο
που μύριζε κανέλα και μοσχοκάρυδο.

Το σύννεφο που μύριζε κανέλα και μοσχοκάρυδο: 
Είμαστε οι αναμνήσεις μας;
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σύννεφο που μύριζε κανέλα και μοσχοκάρυδο. Εκείνη τη μέρα το σύννεφο είχε κατέβει ασυνήθιστα χαμηλά και είχε τυλίξει σε μια αχνή ομίχλη το μικρό σπίτι που στεκόταν σε μια από τις πιο ψηλές μεριές του νησιού ατενίζοντας περήφανα το Αιγαίο. Ο βοριάς ήταν πιο δυνατός και ο ήλιος δεν το έπαιζε απλά δύσκολος αλλά είχε εξαφανιστεί εντελώς.
Κάθε μέρα εδώ και πολύ καιρό οι δυο τους, λίγο μετά το πρωινό έπαιρναν τους φιδίσιους δρόμους και περνώντας ανάμεσα από τους χρυσοκίτρινους λόφους κατέβαιναν και άραζαν στη θάλασσα με τις ώρες… όμως εκείνη τη μέρα, μετά την παρατεταμένη καλοκαιρία η ανατροπή στο σκηνικό του καιρού ήταν αναπάντεχα ανακουφιστική κι έτσι έμειναν σπίτι χωρίς κανένα παράπονο.

Να γυρίσω όμως στο σύννεφο: το σύννεφο δεν κατέβηκε μια τυχαία στιγμή αλλά ακριβώς την ώρα που εκείνη έψηνε στην παλιοκαιρισμένη κουζίνα ένα κέικ μπαχαρικών. 
Καθώς το κέικ ψηνόταν στο φούρνο, της άρεσε να παρακολουθεί την υγρή μάζα να φουσκώνει και να παίρνει μορφή μέσα στο ζεστό θάλαμο. Εκείνος κάπου έξω έπινε τον καφέ του, διάβαζε την εφημερίδα του και στιγμές στιγμές σήκωνε τα μάτια του στον ορίζοντα που άλλαζε διαρκώς καθώς ο αέρας ως αλχημιστής ανακάτευε τα διάφορα στοιχεία της γης και της θάλασσας.
Οι δυο τους ήξεραν να υπάρχουν έτσι- να είναι μαζί και την ίδια στιγμή ο καθένας μόνος του με τον άλλο παρών- είχαν αυτή την πολυτέλεια που είναι να αισθάνεσαι τόσο ασφαλής και αγαπημένος που να μπορείς να βυθίζεσαι μέσα σου ανενόχλητα εν τη παρουσία του άλλου και με την παρουσία του να διευκολύνει αυτή την κατάδυση… και να μπορείς να μένεις έτσι στον εσωτερικό σου βυθό για κάμποση ώρα…- κι αυτό έκαναν εκείνο το πρωινό.

Το σύννεφο ήρθε, ωραίο και βαμβακερό, τύλιξε το σπίτι , απορρόφησε και δέσμευσε μέσα στα υγρά του μόρια τη μυρωδιά της κανέλας και του μοσχοκάρυδου, έτσι που αν και αχνό θα έλεγες ότι ήταν τραγανό… 
Η υγρασία απογείωνε πραγματικά τη μυρωδιά των μπαχαρικών που είχε αναμιχθεί με την αλμύρα του αιγαίου, τα θυμάρια, τη ρίγανη, το βαλσαμόχορτο και ό,τι άλλο φύτρωνε στη γη του νησιού. Και έκανε αυτή τη στιγμή να χαραχτεί στη μνήμη ζωηρά και ανεξίτηλα μαζί με τα συναισθήματα που τη συνόδευαν.

Η αίσθηση της όσφρησης λένε οι επιστήμονες είναι άμεσα συνδεδεμένη με το κέντρο της μνήμης και των συναισθημάτων στον εγκέφαλό μας. 
Μια μυρωδιά είναι ικανή να μας γυρίσει πίσω στο χρόνο και να μας κάνει να αναβιώσουμε συναισθήματα ξεχασμένα. Το ξέρετε άλλωστε… αναμφίβολα έχετε τέτοιες μυρωδιές… που σας γυρίζουν πίσω στο χρόνο και σας θυμίζουν στιγμές που έχετε νιώσει ασφάλεια, ευτυχία, αγάπη, ξεγνοιασιά, θαλπωρή, οικογένεια… ακόμη και μνήμες βρεφικές…
Πολύ συχνά οι μυρωδιές αφυπνίζουν το είδος της μνήμης μας που λέγεται “συναισθηματική μνήμη”, όπου αναβιώνουμε το πώς είχαμε νιώσει σε μια δεδομένη στιγμή στο παρελθόν, χαρά, θλίψη, μελαγχολία, θυμό… οποιοδήποτε συναίσθημα.
Αν το σκεφτείτε, οι άνθρωποι είμαστε ό,τι θυμόμαστε- στην πραγματικότητα η ίδια η ταυτότητά μας εξαρτάται από όλα τα γεγονότα, τους ανθρώπους και τα μέρη που μπορούμε να ανακαλέσουμε.
Όταν χάνουμε τη συναισθηματική μας μνήμη, είναι σα να χάνουμε την επαφή με κομμάτια του εαυτού μας. Έχετε προσέξει πως όσο κανείς μεγαλώνει είναι σα να μην μπορεί πια να καταλάβει τους νέους ανθρώπους- σαν να μην υπήρξε ο ίδιος νέος ποτέ; Αυτό συμβαίνει γιατί έχει χάσει τη συναισθηματική του μνήμη για τα νεανικά του χρόνια. 
Καθώς χάνουμε την συναισθηματική μας μνήμη, αρχίζουμε να χάνουμε την επαφή με τον εαυτό μας. Και εάν επιτρέψουμε στις συναισθηματικές μας αναμνήσεις να εξαφανιστούν, όπως συμβαίνει στους ασθενείς με Alzheimer, τότε θα βρούμε έναν ξένο να μας κοιτάζει στον καθρέφτη.
Πολύ συχνά, στην ψυχοθεραπεία έχω ακούσει τους ανθρώπους καθώς ανακαλούν συναισθηματικά φορτισμένες και κάποιες φορές οδυνηρές εμπειρίες να μου λένε πως δεν θα άλλαζαν τίποτα γιατί όλα όσα έζησαν και όλα όσα ένιωσαν είναι μέρος του εαυτού τους, του ανθρώπου που έγιναν. Και πως ακόμη και αν μπορούσαν να ‘σβήσουν’ από τη μνήμη τους κάποια πράγματα, δε θα το έκαναν ποτέ.
Μέσα από αυτή την οπτική, συνειδητοποιώ για άλλη μια φορά πόσο σημαντικό είναι να τιμάμε και να αγκαλιάζουμε την προσωπική μας ιστορία- τη διαδρομή που μας έχει φέρει στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα και η οποία φτιάχτηκε από ένα νήμα γεγονότων, ανθρώπων και συναισθημάτων. 
Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής περάσαμε από μέρη και φύγαμε για αλλού, συναντήσαμε ανθρώπους και πορευτήκαμε μαζί τους για καιρό μέχρι που οι δρόμοι μας χώρισαν, ζήσαμε ανατροπές κάθε είδους και απώλειες, υπήρξαν φορές που τη χαρά τη διαδέχτηκε ο πόνος – και όλα αυτά έγιναν μέρος του ανθρώπου που είμαστε σήμερα.
Ίσως τελικά για να μπορούμε να είμαστε ολόκληροι να χρειάζεται να τα αγκαλιάσουμε όλα, να βρούμε έναν τρόπο να τα τακτοποιήσουμε και να τα χωρέσουμε έτσι που να μπορούμε να ανατρέξουμε σε αυτά και να τα ανακαλέσουμε χωρίς να μας πληγώνουν, άλλοτε για να υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας πόσο τυχεροί είμαστε που τα έχουμε ζήσει ακόμη κι αν τέλειωσαν, άλλοτε για να θυμηθούμε πόσο δυνατοί είμαστε, άλλοτε για να διδαχθούμε από αυτά κι άλλοτε για να εκτιμήσουμε και να χαρούμε περισσότερο την παρούσα στιγμή…
****
Έλενα Καμπισοπούλου
beausillage
antikleidi