Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

«Η μάνα μου», Ν. Καζαντζάκης, (απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)

«Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ’ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζανα πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρεί το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.

Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεσά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τά ’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου• δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού
Πόπη Καραμαργιού

Α, ρε μαμά… Μεγάλωσα...


Κοντά σου, μακριά σου, με σένα, χωρίς εσένα. Ήσουν πάντα εκεί. Με ένα δικό σου τρόπο. Πώς το κατάφερνες αυτό; 
Την ίδια στιγμή που μου φώναζες και με έβαζες τιμωρία και εγώ νόμιζα πως σε μισώ και ποτέ δεν θα αλλάξει αυτό, την ίδια στιγμή με ρωτούσες αν πεινάω και αν διάβασα ώστε να σπουδάσω και να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα. 

Κάθε φορά που έβγαινα από την πόρτα μού έλεγες να προσέχω, αν έχω ντυθεί καλά να μην κρυώσω και να έχω το νου μου εκεί που θα πάω μη μου βάλουν τίποτα στο ποτό.
Kάθε φορά που έμπαινα σπίτι, με ρωτούσες πώς πέρασα, αν έχω φάει, αν είμαι καλά. 
Θυμάμαι να κλειδώνομαι στο δωμάτιό μου και να κλαίω με λυγμούς για εφηβικό έρωτα. Ο κόσμος γύρω μου γκρεμιζόταν, νόμιζα πως το κορμί μου σκιζόταν και θα πεθάνω. Εσύ διακριτικά με κοιτούσες από την πόρτα, σχεδόν χαμογελούσες. Ήξερες. Ήσουν εκεί, αλλά ποτέ δεν παραβίασες τον χώρο μου, τα συναισθήματά μου. Θυμάμαι να τσακωνόμαστε για το τι ώρα θα επιστρέψω, αλλά τότε ο χρόνος ήταν σχετικός και εγώ θύμωνα και σου φώναζα.

Α, ρε μαμά… Έγινα μεγάλη γυναίκα, φοράω τις δικές μου γόβες πια και περπατάω δίπλα στις δικές σου, γιατί είσαι πάντα εδώ. Φόρεσα και τις δικές σου, τις νυφικές, και πήγαμε μαζί σε ένα γάμο. Έλεγες σε όλους ότι από παιδί τις φορούσα κρυφά και έπειτα σου έλεγα να μου τις κρατήσεις. Και τις κράτησες. Όλα να μου τα δώσεις. Όλα τα δικά σου, ό,τι ζητήσω κι ό,τι δεν ξέρω να ζητήσω εσύ το έδωσες. 
Μεγάλωσα, και πάλι δε σε καταλάβαινα, ότι είσαι κι εσύ άνθρωπος και γυναίκα μαζί και πως θέλουμε τα ίδια πράγματα… Και σου έβαλα πάλι τις φωνές και εσύ μου έδωσες το χρόνο να σε πλησιάσω πάλι. Πώς το κάνεις αυτό; 
Να με παίρνεις και να με ρωτάς αν έφαγα κι αν ντύθηκα καλά, όταν εγώ, ενήλικη πια, κλαίω πάλι για έναν έρωτα; Πάντα είσαι τόσο γραφική κι όμως πάντα έχω ανάγκη να με ρωτήσεις αν έφαγα.
Α, ρε μαμά… Τώρα που σκέφτομαι να γίνω μαμά, φοβάμαι τόσο πολύ, που στα μάτια μου φαντάζεις ήρωας. Ένας σούπερ ήρωας με μαγική κάπα που, πριν καν σε φωνάξω, εσύ ήσουν εκεί. 
Πώς θα το κάνω αυτό; 
Υπάρχει ένα μαγικό φίλτρο που πίνει κανείς πριν κάνει όλα όσα έκανες εσύ για μένα; 
Είναι μια μάχη που πας άοπλος και χωρίς πανοπλία και όμως βγαίνεις νικητής; 
Στα μάτια μου και στην καρδιά μου είσαι αυτή η Μία που λένε όλοι και δε μπορώ να σκεφτώ καμία άλλη να με αντέχει, να με αγαπά, να με αγκαλιάζει όπως εσύ και να με νοιάζεται όσο εσύ, μετά από τόσους τσακωμούς, από τόσες κόντρες από τόσες φουρτούνες… Γιατί δεν ήμουν ήσυχο παιδί, μα εσύ ήσουν ανένδοτη στο να με στηρίζεις.

Α, ρε μαμά… Μεγάλωσα κι ακόμα σε έχω ανάγκη. Πάντα θα σε έχω κι ας έλεγα μικρή πως δε σε έχω και μπορώ και μόνη μου. Και εσύ λες σε όλους πόσο σε κάνω περήφανη κι εγώ κάποια βράδια κλαίω, γιατί δεν σου είπα όσες συγγνώμες ήθελα ως τώρα ούτε όσα ευχαριστώ σου αξίζουνε.

A, ΡΕ ΜΑΜΑ… ΤΙ ΡΟΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑΚΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΑΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΗΝ ΕΡΘΕΙ Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΦΩΝΑΖΩ ΠΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΡΧΕΣΑΙ.

Και τότε δε θα ξαναπώ την πιο γλυκιά λέξη του κόσμου, δισύλλαβη από το Μα, την πρώτη συλλαβή που λέμε όταν ακόμα είμαστε μωρά, κι έπειτα κολλάμε άλλο ένα Μα γιατί δεν ξέρουμε κάτι άλλο να πούμε και εσύ χαμογελάς γιατί σε φωνάζουμε να ‘ρθεις. Μα αυτό το Μα είναι τελικά η αρχή μιας πρότασης με παράπονο ή η αρχή μιας λέξης με νόημα;
Μα εγώ, Μαμά, σε αγαπώ και θα το λέω και για σένα κρυφά θα κλαίω, γιατί ξέρω πια πως δεν είσαι σούπερ ήρωας παραμυθιού που πλέκει το μυαλό μου, αλλά άνθρωπος. Γυναίκα! Μαμά, γυναίκα, φίλη, άνθρωπος.
Α, ρε μαμά… Ρώτα με, μη σταματάς, ρώτα με αν έχω φάει κι αν ντύθηκα καλά να μην κρυώσω. Η σιωπή λέει χρυσές κουβέντες…
Η σιωπή λέει χρυσές κουβέντες

Aπό την Doukissa dinfo.gr
από την αγαπημένη μας ideopigi