Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ο Σεπτέμβρης ... Ένα παραμύθι για τα πρωτάκια

Μια φορά κι έναν καιρό ο Σεπτέμβρης που ήταν ένα αγόρι, χορτασμένο ήλιο και παιχνίδι, και βέβαια με ωραίο χρώμα απ’ το καλοκαίρι, πείσμωσε
Καλοκάθισε στην άκρη του δρόμου που θα τον έφερνε στη γη κι αρνιόταν να πάει στον προορισμό του. 
Πέσανε επάνω του όλοι για να τον μεταπείσουν. Πείσμα αυτός, ανένδοτος, δεν μιλούσε σε κανέναν! 

Τελευταίος τον πλησίασε ο μπαμπάς του ο Χρόνος: 
«Πες μου αμέσως τι συμβαίνει» του λέει. 
«Τι πράγματα είναι αυτά; Πρέπει να πας Σεπτέμβρη, ν΄ αρχίσει ο τρύγος, να ξεπροβοδιστούν τα χελιδόνια για το ταξίδι τους, να πάρουν το κιτρινοκόκκινο χρώμα τα φύλλα των δέντρων. Και βέβαια πρέπει να πας για ν’ ανοίξουν τα σχολεία παιδί μου! Χιλιάδες παιδιά περιμένουν! Πως μπορείς εσύ να τεμπελιάζεις;»

«Δεν είμαι τεμπέλης» 

άρχισε επιτέλους να μιλάει ο Σεπτέμβρης. 
«Απλώς δεν βλέπω το λόγο για να πάω. Κοίτα τους ανθρώπους τριγύρω σου πατέρα. Ήταν ποτέ άλλοτε χειρότερα; Δες τους: Τόσο λυπημένοι και σκυθρωποί… Άρρωστοι χωρίς φάρμακα, άνθρωποι χωρίς δουλειές, πονοκεφαλιασμένοι από λογαριασμούς, τηλεθεατές που βλέπουν μετανάστες να τους καταπίνουν οι θάλασσες και νησιά να γίνονται στάχτη, άνθρωποι χωρίς ελπίδα, πες μου βρε μπαμπά, ποιος θα το καταλάβει αν ξεχαστούν τα χελιδόνια εδώ; 
Ποιος νοιάζεται για το φθινόπωρο και τα χρώματά του πια; Οι άνθρωποι μόνο την φτώχεια τους κοιτάνε τώρα. Δεν πάω πουθενά, εδώ θα μείνω…»
«Καλό μου αγόρι» του λέει ο πατέρας του, ο σοφός ο Χρόνος. «Δίκαιο έχεις, αλλά την ίδια στιγμή κάνεις και λάθος! 
Δεν γίνεται να τα ξεχνάς τα παιδιά που σε περιμένουν στα σχολειά. Και να σου πω και το πιο σημαντικό; 
Γιατί νομίζεις ότι υπάρχουν σχολεία Σεπτέμβρη μου; Για τους αριθμούς, τις γραμματικές και τις χημείες; 
Λάθος καλέ μου! 
Για να γίνονται οι άνθρωποι, Άνθρωποι με το άλφα τους κεφαλαίο, γι αυτό υπάρχουν τα σχολεία. 
Για να μάθουν να σέβονται τη Ζωή, τη Φύση. Για να σέβονται το Δίκαιο, να σέβονται το γέλιο των παιδιών. Το σχολείο υπάρχει για να κάνει τα παιδιά ενεργούς πολίτες όταν μεγαλώσουν, όχι θλιβερούς τηλεθεατές με σταυρωμένα χέρια.
Σήκω Σεπτέμβρη μου και πήγαινε στο πόστο σου. Δεν υπάρχει άλλη ελπίδα καλέ μου. Τα παιδιά σε περιμένουν! 
Οι μεγάλοι άνθρωποι θα πρέπει να βρουν τον τρόπο για να συμμαζέψουν τη λύπη, το θυμό και τη φτώχεια τους. 
Κι αν τους έχει μείνει και λίγο μυαλό μ’ όλα αυτά που τους βρήκαν, στα σχολεία πρώτα θ’ απλώσουν τα χέρια τους. Αυτά πρέπει να στηρίξουν, όπως κι όσο μπορούν περισσότερο».

Άκουσε ο Σεπτέμβρης προσεκτικά τον μπαμπά του κι όπως κάθε καλό παιδί, υπάκουσε. 
Άλλωστε ο πατέρας είχε δίκαιο. Έτσι ακριβώς είχαν τα πράγματα. Μπήκε στη ζωή των ανθρώπων λοιπόν και στα ημερολόγιά τους. 
Γι αυτό και κατάφεραν σήμερα, παρόλα αυτά, ν’ ανοίξουν τα σχολεία.

Κική Δημητριάδου, συγγραφέας και νηπιαγωγός

Tα συναισθήματα και οι λέξεις κρύφτηκαν πίσω
από ζωγραφισμένες καρδιές ...

Οι φωνές που γίναν πλήκτρα

Και οι φωνές ξεχάστηκαν μέσα στις σελίδες του facebook… έγιναν πλήκτρα πατημένα βιαστικά, διστακτικά, ανυπόμονα, δειλά, μέσα στις ατέλειωτες σελίδες του μεγαλύτερου μέσου κοινωνικής δικτύωσης και των άπειρων επιλογών εικονικής επικοινωνίας.
Οι εκφράσεις του προσώπου αντικαταστάθηκαν από εικονίδια και τα συναισθήματα κρύφτηκαν πίσω από ζωγραφισμένες καρδιές σε όλα τα χρώματα. Μα πιο πολύ κόκκινες. Για να νιώθουμε πως μοιράζουμε και δεχόμαστε αγάπη και να αποκτούν χρώμα οι εικονικοί έρωτες. Εκατοντάδες προκάτ εικονίδια στη διάθεση όλων για την ψευδαίσθηση μιας πιο ζωντανής και προσωπικής επαφής. Δίνοντας όμως συχνά λάθος μήνυμα στον παραλήπτη.
Άλλοτε από επιπολαιότητα, άλλοτε από φόβο, άλλοτε από ανασφάλεια, άλλοτε από απλή ματαιοδοξία. 
Συναισθήματα που υποκρίνονται, άλλα που φανερώνονται με δήθεν ασφάλεια πίσω από τα τυποποιημένα εικονίδια, κι άλλα που κρύβονται μέσα σε αποσιωπητικά και σε θαυμαστικά. Ενίοτε, ανάμεσα στις παύσεις. Συχνά, στις μεγαλύτερες…
Μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο της πολυκοσμίας και των κούφιων λέξεων, φαίνεται πως βρήκαμε τον τρόπο να ισορροπήσουμε σιωπώντας. 
Όπου κι αν κοιτάξεις, θα δεις ανθρώπους στραμμένους σε μία οθόνη. Άλλοι εργάζονται, άλλοι παίζουν, άλλοι φλερτάρουν, άλλοι χωρίζουν, άλλοι κάνουν έρωτα… όλοι μόνοι… από την αρχή ως το τέλος. 

Οι εικόνες ωραιοποιημένες, οι λέξεις φαινομενικά ανώδυνες, τα συναισθήματα μοιρασμένα ανάμεσα σε ψεύτικες εικόνες και σημεία στίξης. Ο ένας γνωρίζει τον άλλο μέσα από φωτογραφίες και λέξεις, χωρίς να έχει ακούσει ποτέ τη φωνή ή το γέλιο του.
 Σχέσεις αρχίζουν χωρίς να έχει αισθανθεί ο ένας τη μυρωδιά του άλλου… χωρίς να έχει νιώσει το άγγιγμά του.
Μόνο που τίποτα δεν είναι ανώδυνο. 
Οι λέξεις γράφονται εύκολα, παρασύροντας μαζί τους εικονίδια κι έπειτα κι άλλες λέξεις. Και ύστερα ίσως κι άλλους παραλήπτες… ώσπου φτάνει μια στιγμή, που λέξεις, εικόνες, παραλήπτες, αποστολείς και εικονίδια, γίνονται ένα μεγάλο μπλεγμένο κουβάρι. 
Τα μηνύματα τότε σβήνονται, τα συναισθήματα όμως παραμένουν. Ενίοτε μπερδεμένα κι αυτά, σαν το κουβάρι στο οποίο ανήκουν. Άλλοτε πάλι – ευτυχώς – εντελώς ξεκάθαρα. Αληθινά. Αυτόνομα κι ανεπηρέαστα. Κόντρα στον στατιστικό κανόνα του είδους της επικοινωνίας αυτής.
Στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας όμως, είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις τι ανήκει που. Τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα. 
Και η μόνη επιλογή που έχεις, είναι να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου και με τους άλλους, σα να τους μιλούσες κοιτώντας τους στα μάτια. Σαν να είναι τα εικονίδια οι εκφράσεις του προσώπου σου και οι καρδιές που μοιράζεις, κομμάτι της δικής σου. Και να εύχεσαι, να είναι κι εκείνοι το ίδιο ειλικρινείς μαζί σου και ειλικρινείς με τον εαυτό τους όπως κι εσύ με σένα.