Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Πατρίδα μ' κι ανασπάλω 'σε'

Πατρίδα μ' κι ανασπάλω 'σε'
έχω 'σε απές σο ψόπο μ',
όντες θυμούμε τα ράχια σ'
λύετε το καρδόπο μ'.

Το Κάρς και την Κιουμουσχανά
την Μάτσκα με τ' ορμία,
την Παναϊα Σουμελά
με τα νερά τα κρύα.

Σον Πόντο είν' τ' αδέρφε μου
χορεύνε και γελούνε,
όντες τερούν σο μάτοπα σ'
το ψόπο σ' φαρμακόνε.

Πατρίδα μου δεν σε ξεχνώ
σ' έχω μέσα στην ψυχή μου
όταν θυμάμαι τα βουνά σου
λιώνει η καρδιά μου

Το Κάρς και την Αργυρούπολη
την Ματσούκα με τα βουνά της
την Παναγία Σουμελά
με τα νερά τα κρύα.

Στον Πόντο είναι τ' αδέρφια μου
χορεύουν και γελούνε,
όταν κοιτούν στα μάτια σου
φαρμακώνουν την ψυχή σου

ΕΜΠΟΡΙΟ ΟΣΤΩΝ για σαπούνι και λιπάσματα
Για όσους δεν έχουν ακούσει τίποτε περί Γενοκτονίας

Συγκλονιστικό κείμενο - μαρτυρία, 
από τον Ηλία Βενέζη και εφημερίδες της εποχής

Επιμέλεια κειμένου: Φώτης Μιχαήλ

Η αφήγηση ενός Έλληνα αιχμαλώτου των Τούρκων -στα περιβόητα ’’τάγματα εργασίας’’– για την τύχη 40 χιλιάδων Ελλήνων από την Σμύρνη και την Μαγνησία, θυμάτων του αιμοσταγούς Μουσταφά Κεμάλ, είναι αποκαλυπτική και συνάμα αποστομωτική για κάθε νεοφανή αμφισβητία και αρνητή της Γενοκτονίας. Την διασώζει ο Ηλίας Βενέζης στο βιβλίο του «Το νούμερο 31328. Το βιβλίο της σκλαβιάς», ο οποίος και γράφει:

«Ενα πρωί μάς παίρνουν καμιά εξηνταριά σκλάβους για μικρή αγγαρειά. Είναι λίγο όξω απ’ τη Μαγνησά. Δίπλα στις ράγες του σιδηρόδρομου τελειώνει μια μεγάλη χαράδρα, ανάμεσα στο Σίπυλο. Τη λέν «Κηρτίκ-ντερέ». Μες σ’ αυτήν τη χαράδρα λογαριάζαν πως θα σκοτωθήκαν ίσαμε σαράντα χιλιάδες χριστιανοί απ’ τη Σμύρνη και τη Μαγνησά, αρσενικοί και θηλυκοί. Τις πρώτες μέρες της καταστροφής.
Τα κορμιά λιώσανε το χειμώνα και το νερό της χαράδρας, που κατέβαινε από ψηλά, έσπρωξε τα κουφάρια προς τα κάτω… Λοιπόν η δουλειά όλη τη μέρα ήταν να σπρώξουμε τα κουφάρια, που ατάχτησαν, προς τα μέσα. Να μη φαίνουνται.

Στην αρχή μάς έκανε κακό να τα πιάνουμε με τα χέρια μας, αγκαλιές αγκαλιές, και να τα κουβαλούμε. Μα σε λίγες ώρες οι πρώτες εντυπώσεις είχαν περάσει. Οι σκλάβοι κάναν και αστεία… Σε κάμποσα καλάμια χεριών, βρίσκαμε διατηρημένο ένα ψιλό σύρμα. 
Ο χριστιανός θα ‘ταν δεμένος με κάποιον άλλο -μα, με το κατρακύλισμα στη χαράδρα, αυτός ο σύντροφος σκελετός είχε ξεκόψει. Ένας από μας στάθηκε τυχερός. Βρήκε τέσσερα κόκαλα χεριών δεμένα μαζί μαζί. Ετσι μαζί μαζί τα σήκωσε και τα κουβάλησε παραμέσα.

Μεσημέρι. Βαρεμένοι απ’ αυτό το πάνε-έλα. Περπατούμε αργά, ναρκωμένοι από τον φρέσκο ήλιο. Κ’ οι κουβέντες, τ’ άγαρμπα αστεία έχουν σταματήσει. Κανένας δε βγάζει μιλιά. Μοναχά όταν ένας βρήκε ένα μικρό κρανίο το έδειξε στους αλλουνούς.
– Για δέστε, είπε. Ήταν παιδάκι.
– Αλλάχ!… Αλλάχ!… μουρμουρίζει ταραγμένος ο μαφαζάς.

Καθίσαμε να φάμε ψωμί. Κανείς δεν έχει όρεξη. Ένας λέει:
– Πόσω χρονώ να ‘ταν;
– Για το παιδάκι λες;
– Ναι.
– Τι θα ‘ταν; Κάνα-δυο χρονώ….

Σαν πέσαμε στο δρόμο να γυρίσουμε στο στρατόπεδο, ο νους μας δεν μπορούσε να φύγη απ’ τον τόπο που αφήσαμε. Η χαράδρα με τους σκελετούς βάραινε κυριαρχικά. Κάτι κουνιόταν, μας παρακολουθούσε βήμα με βήμα.

Σε μια πηγή σταθήκαμε. Πλύναμε τα χέρια μας, τα πρόσωπά μας. Σα ν’ αλαφρώσαμε.
– Τι θα γίνουν τόσα κόκαλα; Αναρωτιέται μια στιγμή ένας.

Ο Μίλτος τον κοιτάζει ήρεμα.
– Δεν ξέρεις τι γίνεται με τα κόκαλα;
– Όχι.
– Κοπριά, σύντροφε.
– Τι έκανε, λέει;
– Κοπριά, σύντροφε. Θα δεις μια μέρα που θα μοσκοπουληθούν. Θα δης…
Ήταν ταξιδεμένος ο Μίλτος. Ηξερε».
***
Τον Δεκέμβριο του 1924 φορτώθηκαν, από τα Μουδανιά της Προποντίδας, πάνω στο βρετανικό πλοίο ’’Ζαν Μ.’’ τετρακόσιοι τόνοι από οστά Ελλήνων, θυμάτων της κεμαλικής θηριωδίας, με προορισμό την Μασσαλία. Είναι γνωστό σε όλους μας, τι ακριβώς παρήγαγε τότε η Μασσαλία. Σαπούνι και λιπάσματα.

Το πλοίο «Ζαν Μ.» έφτασε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στις 13 Δεκεμβρίου του 1924 (Εφημερίδα Μακεδονία).

Ο Χρ. Αγγελομάτης στο βιβλίο του «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας» αναφέρει, ότι οι εργάτες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, σαν έμαθαν για την μοναδική ιερότητα του φορτίου, αντέδρασαν. Δυστυχώς, όμως, οι αρχές –ύστερα από βρετανική παρέμβαση- τους απομάκρυναν και τους εμπόδισαν στην προσπάθειά τους να προστατέψουν το πανίερο φορτίο.

Γράφει, ότι σε αθηναϊκές εφημερίδες η είδηση δημοσιεύθηκε ως εξής: 
«Το προσεγγίσαν εις την Θεσσαλονίκην αγγλικόν πλοίον “Ζαν” μετέφερε τετρακοσίους τόνους οστών Ελλήνων από τα Μουδανιά. Οι εργάται του λιμένος Θεσσαλονίκης, πληροφορηθέντες το γεγονός, ημπόδισαν το πλοίον να αποπλεύση. Επενέβη όμως ο Άγγλος πρόξενος και επετράπη ο απόπλους».
__________________________________________
ΠΗΓΕΣ:
kars1918.
enet.gr

Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Φώτη Μιχαήλ για την αποστολή του κειμένου
Αντέχουμε…
Σχετικά:
19 Μαίου - H Γενοκτονια Ποντίων
«Της Σουμελάς τα κάσια»

Μην ζητάς, από το παιδί σου την τελειότητα.
Μάθε στο παιδί σου να χάνει.

Μάθε στο παιδί σου να χάνει. 
Μη ζητάς να το κάνεις τέλειο!
Δεν προλαβαίνουν να κλείσουν τα τέσσερα κι αρχίζουν μαθήματα αγγλικών. 
Κάνουν μπαλέτο ή πολεμικές τέχνες δυο-τρεις φορές την εβδομάδα. 
Ενδιάμεσα τένις, μαθήματα υπολογιστών, κολυμβητήριο.

Στο νηπιαγωγείο είναι ήδη παιδιά θαύματα. 

Μαθαίνουν γραφή κι ανάγνωση στους πρώτους δύο μήνες. Γιατί οι δάσκαλοι είναι πολλοί. Κι όχι μόνο πρωινοί.
Το μεσημέρι αναλαμβάνουν μαμάδες και μπαμπάδες και τα απογεύματα γιαγιάδες και παππούδες.
«Έλα να δω τι έμαθες σήμερα». 
Με τα πρώτα Α στους ελέγχους του δημοτικού γίνεται γιορτή. Φιλιά. Μπράβο. Αγκαλιές. Τηλέφωνα σε όλους τους συγγενείς, εσωτερικού κι εξωτερικού. «Σκίζει».
Κι όσο σκίζει τόσο ξεσκίζεται. 
Να και η δεύτερη ξένη γλώσσα. Να και κανα ιδιαίτερο στην αριθμητική. «Γιατί τεμπελιάζεις; Τέλειωσες το διάβασμα; Τι θα πει βαριέσαι να πας για πιάνο;»

Το δράμα ξεκινά όταν μέσα στον έλεγχο τρυπώσει κανά Β.
Και ήδη από τα σκαλιά του σχολείου, ακούγεται η ερώτηση – εφιάλτης για κάθε μαθητή:
«Τ’ άλλα παιδάκια τι πήραν; Η Αδαμαντία γιατί είχε σε όλα Α; Είναι πιο έξυπνη από σένα;» Φυσικά, αυτός ο έλεγχος τριμήνου εξαφανίζεται.
Η τηλεόραση κλειδώνει. Το πάρκο απαγορεύεται. Όπως και τα τηλεφωνήματα στην απέναντι κολλητή μικρούλα. Σε ακραίες (ή όχι τόσο;) περιπτώσεις εμφανίζονται και οι άσπρες, κίτρινες και κόκκινες πεταλουδίτσες της Αλίκης μετά το χαστούκι του Παπαμιχαήλ.
Τα παιδιά της τελειότητας 
δεν πηγαίνουν στις σχολικές εκδρομές. 
Κάθονται να διαβάσουν. Αν τυχόν γράψουν σε κάποιο διαγώνισμα του γυμνασίου κάτω από… 20 βάζουν τα κλάματα.
Ντρέπονται να κοιτάξουν τους καθηγητές στα μάτια και κοκκινίζουν όταν τους μιλάνε άλλα παιδιά. Δεν κάνουν μεγάλες παρέες. Και πολλά στα διαλείμματα είναι συνήθως μόνα τους. Σκυφτά. Τα καταλαβαίνεις ακόμα κι απ’ τον τρόπο που ντύνονται. Ή χτενίζονται.
Τα παιδιά της τελειότητας δεν βγαίνουν τα Σάββατα. 
Ούτε μία βόλτα. 
Κι είναι ήδη 14, 15, 16 χρόνων.
Αυτά τα παιδιά σε λίγα χρόνια θα μπουν σε πανεπιστήμια. Κι όπως είναι το σύστημα κατά πάσα πιθανότητα θα φύγουν από το σπίτι. Θ’ αλλάξουν πόλη. Θ’ αλλάξουν ζωή. 
Τι όπλα θα κρατάνε στα χέρια τους; Βιβλία; Πουέντ; Ή μήπως το πυθαγόρειο θεώρημα; 
Και κάποια απ’ αυτά, πριν από το τέλος θα κουραστούν. 
Θα κλατάρουν. 
Μόνο και μόνο επειδή δεν έχουν μάθει πώς να διαχειρίζονται το άγχος των εξετάσεων. Ή το ενδεχόμενο μιας αποτυχίας. Ή απλώς θα βαρεθούν, βρε αδελφέ. Παιδιά είναι. Μαμά, απέναντί σου βρίσκονται άνθρωποι! Μικροί!
Αλλά άνθρωποι…. Υπάρχουν και αυτές οι μαμάδες… Ναι. 
Να μάθεις το παιδί σου να αγωνίζεται. Να το απομακρύνεις από την τεμπελιά. 
Να το εφοδιάζεις με τα απαραίτητα. 
Τα απαραίτητα όμως. Μόνο. 
Για όλα τ’ άλλα θα ‘χει όλη τη ζωή μπροστά του, να επιλέξει τι θα μάθει και τι όχι. 
Βγάλτο απ’το δωμάτιό του. 
Πιάσε το χέρι του. Δείξτου τον κόσμο. 
Μάθε το να παίζει. Με άλλα παιδιά. Πολλά παιδιά. Αγόρια. Κορίτσια. 
Μάθε το να είναι ξένοιαστο. Το θυμάσαι αυτό; Δείξ’ του εμπιστοσύνη. 
Το πιο σημαντικά πράγματα θα τα μάθει έξω από το σχολείο.
Οι προσωπικότητες θέλουν πεζοδρόμια για να θωρακιστούν. 
Και κάτι ακόμα. Μάθε το να χάνει. 
Πώς; Άστο να χάνει. Να τρώει τα μούτρα του. 
Η ήττα είναι απαραίτητο σκαλοπάτι της νίκης.
Μην ζητάς, από το παιδί σου την τελειότητα. 
Να εύχεσαι μόνο (κι εκεί να του κάνεις πολλά -πολλά ιδιαίτερα) να μπορεί να ξεπεράσει στη ζωή του, το γεγονός ότι ποτέ δεν θα είναι τέλειο.
Υ.Γ.: Θέλει κότσια αυτό. Κι εγώ δεν τα έχω πάντα
superthema