Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Το άγγιγμα του κακού

Χτες, καθώς μεσημέριαζε, στη Μαραθώνος δεν φύσαγε. 
Δεξιά και αριστερά μας τα δέντρα με την καμμένη χαίτη μάς έδειχναν σαν θλιβεροί οδοδείκτες την πορεία της πύρινης καταιγίδας. 
Ήταν σαν να έμειναν εκεί, κλείνοντας στο φλογοκαμμένο φύλλωμά τους τη στιγμή του ολέθρου.
Ήταν σαν να μας έλεγαν: Από εκεί ήρθε, εδώ πέρασε και κατά κει κουτρουβαλώντας πήγε.
Ναι, κατά κει πήγε...
Και μου φάνηκε ότι στις φιγούρες των πεύκων έβλεπα τους ανθρώπους, με τις φλόγες ξωπίσω τους, να τρέχουν και αυτή τη σκηνή έκλεισα στην ψυχή μου
Και τα σκέπασε όλα και το τοπίο έμεινε σταχτόμαυρο, 
μιας και το πέρασμα του κακού τα χρώματα διέγραψε.

Στη φύση όλα έχουν χρώμα.
Στο ουράνιο τόξο υπάρχουν όλα τα χρώματα εκτός από το μαύρο. 
Στη Φύση δεν υπάρχει μαύρο.
Το μαύρο είναι η απουσία του φωτός.
Στη Φύση είναι όλα όμορφα, ακόμα και τα ασύμμετρα. 
Η Φύση είναι πανέμορφη.

Από όπου και να κοιτάξεις, την περιοχή της πυρκαγιάς, θα δεις τη μαύρη ασκήμια. 
Από όπου πέρασε η φωτιά, άφησε πίσω της του κακού το αποτύπωμα.
Από το βουνό αν κοιτάξεις, από ψηλά από τον ουρανό, από τη θάλασσα,  θα δεις το μαύρο να πλακώνει το τοπίο.
Δεν χρειάζεται να περπατήσεις στα καμμένα, η θλίψη σε αγκαλιάζει από όπου και να κοιτάξεις. 
Η πνοή του θανάτου είναι ορατή, μπαίνει στα σωθικά σου.

Από εκεί πέρασε το κακό και άγγιξε τα πάντα. 
Το θανατικό αγκάλιασε τους ανθρώπους, μαύρισε την πολύχρωμη Φύση, κατέφαγε την Κτίση του Θεού και τα πλάσματά Του, τα έργα του ανθρώπου κατέστρεψε, σπίτια, κήπους και περιουσίες.
Είναι το Άγγιγμα του κακού.

Κι ανάμεσα στα αποκαΐδια, περιφέρονται οι ψυχές των αδικοχαμένων, αναζητώντας να εξαγνιστούν για να πάνε σε τόπο χλοερό.
Ένα Τρισάγιο περιμένουν οι νεκροί για να ησυχάσουν, εκεί στο χωράφι της ομαδικής θανής τους.

Το Χαμομηλάκι