Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Χειροποίητη φάτνη με βυζαντινές εικόνες!!

Τα υλικά που χρησιμοποίησε ήταν ξύλα για τον σκελετό τα οποία κόλλησε μεταξύ τους και καλάμια μπαμπού για σκεπή. Οι πρασινάδες και τα διάφορα ξυλάκια είναι όλα αληθινά, μαζεμένα απ' το βουνό και οι εικόνες είναι εκτυπωμένες και κολλημένες σε χοντρό χαρτόνι.
Η καλή μου φίλη Αργυρούλα, φέτος στόλισε το σαλόνι της με μια τεράστια φάτνη την οποία την έφτιαξε μόνη της και πραγματικά δεν μπορούσα να μην σας την δείξω!!
Μόλις την είδα χωρίς δεύτερη κουβέντα πήρα την φωτογραφική μου και την τράβηξα φωτογραφίες από όλες τις μεριές για να δείτε κι εσείς πόσο όμορφη είναι και ότι με απλά υλικά μπορούμε να στολίσουμε αντί για δέντρο μια εντυπωσιακή φάτνη σε μια μεριά του σαλονιού μας!
Πείτε μου, δεν είναι υπέροχη;


Ο θάνατος του «Δεν Μπορώ» - Μιά δασκάλα ...

Η τέταρτη τάξη της Ντόνα έμοιαζε με πολλές άλλες τάξεις που είχα δει στο παρελθόν. Οι μαθητές κάθονταν σε πέντε σειρές θρανίων, με έξι θρανία κάθε σειρά. Η έδρα του δασκάλου ήταν μπροστά κι έβλεπε προς τους μαθητές. Στον πίνακα ανακοινώσεων ήταν γραμμένη η μαθητική εργασία. Από πολλές απόψεις φαινόταν ένα συνηθισμένο, παραδοσιακό δημοτικό σχολείο.
Ωστόσο, κάτι έδειχνε διαφορετικό εκείνη τη μέρα που μπήκα μέσα για πρώτη φορά. Κάποια έξαψη φαινόταν να υποβόσκει.
Η Ντόνα ήταν παλιά δασκάλα σε μια μικρή πόλη του Μίτσιγκαν και συμμετείχε εθελοντικά στο πανεθνικό πρόγραμμα επιμόρφωσης του προσωπικού που είχα ξεκινήσει και προωθήσει εγώ ο ίδιος. Η σχετική εκπαίδευση επικεντρωνόταν σε θέματα γλωσσικής έκφρασης που θα έκαναν τους μαθητές να νιώθουν ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους και ν’ αναλαμβάνουν την ευθύνη της ζωής τους. Η δουλειά της Ντόνα ήταν να παρευρίσκεται στα μαθήματα και να εποπτεύει την εφαρμογή των όσων διδάσκονταν. Η δική μου δουλειά ήταν να επισκέπτομαι τις τάξεις και να ενθαρρύνω την εφαρμογή.

Κάθισα σε μια άδεια θέση στο πίσω μέρος της τάξης και παρακολουθούσα. Τα παιδιά προσπαθούσαν να κάνουν αυτό που τους είχε ανατεθεί, να συμπληρώσουν μια σελίδα τετραδίου με διάφορες σκέψεις και ιδέες.
Η δεκάχρονη μαθήτρια που βρισκόταν δίπλα μου, γέμιζε τη σελίδα της με τη φράση «Δεν Μπορώ».
«Δεν μπορώ να κλοτσήσω ψηλά την μπάλα του ποδοσφαίρου».
«Δεν μπορώ να κάνω διαίρεση με μεγαλύτερους από τριψήφιους αριθμούς».
«Δεν μπορώ να κερδίσω τη συμπάθεια της Ντέμπι».
Η σελίδα της είχε γεμίσει κατά το ήμισυ και δεν έδειχνε πρόθεση να σταματήσει. Συνέχιζε να γράφει με αποφασιστικότητα και επιμονή.
Περπάτησα κατά μήκος του διαδρόμου, ρίχνοντας ματιές στα γραφόμενα των μαθητών. Έγραφαν όλοι προτάσεις που αναφέρονταν σε πράγματα που δεν μπορούσαν να κάνουν.
«Δεν μπορώ να κάνω δέκα κάμψεις ».
«Δεν μπορώ να βάλω καλάθι από την αριστερή άκρη του γηπέδου».
«Δεν μπορώ να φάω μόνο ένα μπισκότο».
Η όλη ιστορία μου άναψε την περιέργεια κι έτσι αποφάσισα να ρωτήσω τη δασκάλα τι συνέβαινε. Όταν την πλησίασα, είδα πως κι αυτή ήταν απασχολημένη γράφοντας κάτι. Θεώρησα καλό να μην τη διακόψω.
«Δεν μπορώ να πείσω τη μητέρα του Τζον να παρευρεθεί στη συνεδρίαση των δασκάλων».
«Δεν μπορώ να πείσω την κόρη μου να βάζει βενζίνη στο αυτοκίνητο».
«Δεν μπορώ να πείσω τον Άλαν να χρησιμοποιεί λόγια κι όχι τις γροθιές του».
Αφού ματαιώθηκε η προσπάθεια μου να μάθω γιατί οι μαθητές και η δασκάλα ασχολούνταν με την αρνητική φράση “Δεν Μπορώ” κι όχι με τη θετική “Μπορώ”, γύρισα στη θέση μου και συνέχισα να παρατηρώ και να περιμένω. Οι μαθητές έγραφαν για αλλά δέκα λεπτά. Μερικοί γέμισαν μια σελίδα και σταμάτησαν. Άλλοι άρχισαν να γράφουν σε δεύτερη.
«Συμπληρώστε την πρόταση που γράφετε και σταματήστε», ήταν η εντολή που έδωσε η Ντόνα για να δηλώσει το τέλος της συγκεκριμένης εργασίας. Μετά, τους είπε να διπλώσουν τις κόλλες τους στη μέση και να τις φέρουν στην έδρα. Όταν οι μαθητές έφτασαν στην έδρα, έβαλαν τις προτάσεις τους με τα “Δεν Μπορώ” σ’ ένα άδειο κουτί παπουτσιών.
Όταν τελείωσαν όλα τα γραπτά των μαθητών, η Ντόνα έβαλε και το δικό της. Έκλεισε το κουτί με το καπάκι του, το έβαλε κάτω από τη μασχάλη της και βγαίνοντας από την αίθουσα άρχισε να προχωρεί στο διάδρομο. Οι μαθητές ακολούθησαν τη δασκάλα τους κι εγώ ακολούθησα τους μαθητές.
Στα μισά του διαδρόμου, η πομπή σταμάτησε. Η Ντόνα μπήκε στο δωμάτιο του φύλακα, έψαξε εκεί λίγη ώρα και μετά βγήκε μ’ ένα φτυάρι. Με το φτυάρι στο ένα χέρι και το κουτί των παπουτσιών στο άλλο, οδήγησε τους μαθητές έξω από το σχολείο και τους πήγε στην πιο απόμακρη γωνία της αυλής.
Εκεί άρχισαν να σκάβουν.

Επρόκειτο να θάψουν τα “Δεν Μπορώ” τους. Το σκάψιμο πήρε πάνω από δέκα λεπτά, γιατί οι περισσότεροι από τους μαθητές ήθελαν να σκάψουν κι αυτοί. Όταν ο λάκκος κόντευε να φτάσει το ένα μέτρο βάθος, το σκάψιμο σταμάτησε. Το κουτί με τα “Δεν Μπορώ”, τοποθετήθηκε στο βάθος του λάκκου και σκεπάστηκε γρήγορα με χώμα.
Τριάντα ένα δεκάχρονα και εντεκάχρονα παιδιά στάθηκαν γύρω από τον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Το καθένα απ’ αυτά είχε τουλάχιστον μια σελίδα με “Δεν Μπορώ” στο κουτί που ήταν θαμμένο σ’ ένα μέτρο βάθος. Το ίδιο και η δασκάλα τους.
Εκείνη τη στιγμή η Ντόνα είπε: «Αγόρια και κορίτσια, παρακαλώ πιαστείτε χέρι χέρι και υποκλιθείτε». Οι μαθητές υπάκουσαν. Σχημάτισαν αμέσως έναν κύκλο γύρω από τον τάφο με τα χέρια τους ενωμένα. Χαμήλωσαν τα κεφάλια και περίμεναν. Η Ντόνα άρχισε να λέει τον επικήδειο.
«Αγαπητοί φίλοι, συγκεντρωθήκαμε όλοι εδώ σήμερα για να τιμήσουμε τη μνήμη του “Δεν Μπορώ”. Όσο βρισκόταν μαζί μας πάνω στη γη άγγιξε τη ζωή του καθενός μας, μερικών πιο πολύ απ’ ότι άλλων. Το όνομα του, δυστυχώς, έχει αναφερθεί σε κάθε δημόσιο κτίριο —σε σχολεία, σε δημαρχεία, στις αίθουσες της Βουλής και, ναι, ακόμα και στο Προεδρικό Μέγαρο.
»Δώσαμε στο “Δεν Μπορώ” ένα τελευταίο τόπο ανάπαυσης και μια ταφόπετρα με επιτύμβια επιγραφή. Μένουν ζωντανά τ’ αδέρφια του: “Μπορώ”, “Θα το κάνω”, και “Ξεκινώ τώρα αμέσως”. Δεν είναι τόσο πολύ γνωστά, όσο το διάσημο αδέρφι τους και σίγουρα δεν είναι ακόμα τόσο δυνατά και ρωμαλέα. Ίσως κάποια μέρα, με τη δική σας βοήθεια, να ασκήσουν μεγαλύτερη επίδραση στον κόσμο. Ας αναπαυτεί το “Δεν Μπορώ” εν ειρήνη και όλοι οι παρόντες ας συνεχίσουν τη ζωή τους, τραβώντας μπροστά χωρίς αυτό. Αμήν».
Καθώς παρακολουθούσα τον επικήδειο, σκεφτόμουν ότι αυτά τα παιδιά δε θα ξεχνούσαν ποτέ αυτήν τη μέρα. Η ενέργεια ήταν συμβολική, μια μεταφορά από τη ζωή. Ήταν μια εμπειρία που θα έμενε στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο τους για πάντα.
Η καταγραφή ενός αριθμού “Δεν Μπορώ”, η ταφή και ο επικήδειος ήταν σπουδαία ενέργεια από μέρους της δασκάλας. Και δεν τελείωσε ακόμα. Με το τέλος του επικήδειου πήγε τους μαθητές πίσω στην τάξη όπου είχαν γιορτή.

Γιόρτασαν το θάνατο του “Δεν Μπορώ” με μπισκότα, ποπκόρν και χυμούς φρούτων. Ως μέρος της τελετουργίας, η Ντόνα έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, απ’ αυτό που χρησιμοποιούν οι κρεοπώλες και το χρησιμοποίησε σαν ταφόπετρα. Έγραψε πάνω πάνω “Δεν Μπορώ” και στη μέση “Αναπαύσου Eν ειρήνη”. Μετά, πρόσθεσε την ημερομηνία στο κάτω μέρος.
Η χάρτινη ταφόπετρα έμεινε κρεμασμένη στην τάξη της Ντόνα μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. Στις σπάνιες περιπτώσεις που ένας μαθητής ξεχνούσε κι έλεγε: “Δεν Μπορώ”, η Ντόνα απλά έδειχνε το “Δεν Μπορώ” στη “χάρτινη ταφόπετρα”. Τότε ο μαθητής θυμόταν πως το “Δεν Μπορώ” είχε πεθάνει κι άλλαζε διατύπωση της πρότασης του.

Δεν ήμουν ένας από τους μαθητές της Ντόνα. Αυτή ήταν μαθήτρια μου. Εκείνη τη μέρα όμως, πήρα απ’ αυτήν ένα μάθημα που δε θα το ξεχάσω ποτέ.
Τώρα, χρόνια μετά, κάθε φορά που ακούω τη φράση “Δεν μπορώ”, έρχεται στο νου μου εκείνη η κηδεία που έκαναν οι μαθητές της τετάρτης δημοτικού. Όπως και οι μαθητές, έτσι κι εγώ, θυμάμαι πως το “Δεν μπορώ” είναι νεκρό.

Chick Moorman
Απόσπασμα από το μπεστ σέλερ  “Βάλσαμο για την ψυχή” Εκδόσεις Διόπτρα – enallaktikidrasi.com

Η δασκάλα, ο μαθητής και το μυστικό του


Μία δασκάλα δὲν συμπαθοῦσε καθόλου ἕνα μαθητή της.
Ὥσπου ἔμαθε τὸ τραγικὸ μυστικό του…

μια πολύ συγκινητική και διδακτική ιστορία…
Εικόνα από:www.augie.edu
“Προσπαθῆστε νὰ μὴν κρίνετε ἀπὸ τὸ περιτύλιγμα καὶ μὴν ὑποτιμᾶτε ποτὲ μὰ ποτὲ τὴν δύναμη ποὺ ἔχετε καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων γύρω σας.”
Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια σὲ ἕνα Δημοτικὸ σχολεῖο τῆς Ἀμερικανικῆς ἐπαρχίας ὑπῆρχε μία δασκάλα. Τὸ ὄνομά της ἦταν κυρία Τόμπσον.

Τὴν πρώτη μέρα τῆς καινούργιας σχολικῆς χρονιᾶς, στάθηκε μπροστὰ ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῆς πέμπτης τάξης, τοὺς συστήθηκε καὶ στὴ συνέχεια τοὺς εἶπε ἕνα μεγάλο ψέμα.
Ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι ἄλλωστε δάσκαλοι, κοίταξε τοὺς μαθητές της καὶ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ τοὺς ἀγαπάει καὶ θὰ τοὺς προσέχει ὅλους τὸ ἴδιο. Ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον, γιατί ἐκεῖ στὴν μπροστινὴ σειρά, κάθονταν ἕνα μικρὸ ἀγόρι, ὁ Τέντυ Στάλλαρντ.

Ἡ κυρία Τόμπσον εἶχε παρατηρήσει τὸν Τέντυ ἀπὸ τὴν προηγούμενη χρονιὰ καὶ δὲν τὸν συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα. Δὲν ἔπαιζε μὲ τὰ ἄλλα παιδιά, δὲν συμμετεῖχε στὴν τάξη, τὰ ροῦχα του ἦταν συνέχεια βρώμικα καὶ σίγουρα δὲν ἔκανε ὅσο συχνὰ ἔπρεπε μπάνιο.
Ὁ Τέντυ ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ τὴν δυσαρεστοῦσε ὅποτε τὸν ἔβλεπε γιὰ αὐτὸ καὶ ἀπολάμβανε τὶς στιγμὲς ποὺ σχημάτιζε μὲ τὸν κόκκινο στυλὸ της τὰ τεράστια Χ στὰ τετράδιά του, ἔσβηνε τὰ…
λάθη του ἢ βαθμολογοῦσε μὲ 6 καὶ μὲ 5 τὶς ἐργασίες του.
Στὸ σχολεῖο, ὅπου δίδασκε ἡ κυρία Τόμπσον, ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ἐλέγχει τὸ παρελθὸν ὅλων τῶν παιδιῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὴ τάξη της. Ἀκόμη καὶ τοῦ μικροῦ Τέντυ. Ἔτσι ὅταν ἄνοιξε τὰ ἀρχεῖα του, τὴν περίμενε μία μεγάλη ἔκπληξη.
 
Ὁ δάσκαλος ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴν πρώτη τάξη τοῦ Δημοτικοῦ ἔγραφε γιὰ αὐτόν:
«Ὁ Τέντυ εἶναι ἕνα ὑπέροχο παιδὶ ὅλο χαμόγελο. Εἶναι ὀργανωτικός, μελετηρὸς καὶ ἔχει καλοὺς τρόπους.
Εἶναι μία ἔμπνευση γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται γύρω του.»
 
Ἡ δασκάλα ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴ Δευτέρα Δημοτικοῦ ἔγραφε: «Εἶναι ἐξαιρετικὸς μαθητής, τὸν συμπαθοῦν πολὺ οἱ συμμαθητὲς του ἀλλὰ ὁ ἴδιος μοιάζει πολὺ προβληματισμένος ἐπειδὴ ἡ μητέρα του πάσχει ἀπὸ μία ἀνίατη ἀσθένεια καὶ ἡ ζωὴ στὸ σπίτι του πρέπει νὰ εἶναι πολὺ δύσκολη.»
 
Ἡ δασκάλα ποὺ τὸν δίδαξε στὴν Τρίτη Δημοτικοῦ ἔγραφε:
 «Ὁ θάνατος τῆς μητέρας του τοῦ στοίχισε πολύ. Ὁ ἴδιος προσπαθεῖ νὰ κάνει ὅ,τι καλύτερο μπορεῖ, ἀλλὰ ὁ πατέρας του δὲν τοῦ δείχνει μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἄσχημη κατάσταση στὸ σπίτι θὰ τὸν ἐπηρεάσει πολὺ σύντομα, ἂν δὲν ἀλλάξει γρήγορα κάτι.»
 
Ὁ δάσκαλος τοῦ Τέντυ στὴν Τετάρτη Δημοτικοῦ ἔγραφε:
«Ὁ Τέντυ ἔχει παραιτηθεῖ καὶ δὲν δείχνει κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ σχολεῖο. Δὲν ἔχει πολλοὺς φίλους καὶ πολλὲς φορὲς κοιμᾶται στὴν τάξη.»
 
Ἡ κυρία Τόμπσον συνειδητοποίησε τὸ πρόβλημα καὶ αἰσθάνθηκε ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό της. Αἰσθάνθηκε ἀκόμη χειρότερα, ὅταν ὅλοι οἱ μαθητές της, τῆς ἔφεραν χριστουγεννιάτικα δῶρα τυλιγμένα μὲ ἀστραφτερὰ περιτυλίγματα καὶ ὄμορφες κορδέλες.
Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τὸ δικό του δῶρο ἦταν ἀδέξια τυλιγμένο σὲ ἕνα βρώμικο, καφὲ χαρτὶ ποὺ μᾶλλον πρὶν ἦταν ἡ σακούλα ἑνὸς παντοπωλείου.
Ἡ κυρία Τόμπσον δυσκολεύτηκε νὰ τὸ ἀνοίξει. Τὰ περισσότερα παιδιὰ γέλασαν ὅταν ἔβγαλε ἀπὸ μέσα ἕνα βραχιόλι ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος μὲ σπάγκο καὶ πέτρες ἀλλὰ καὶ ἕνα ἀνοιχτό, μισογεμάτο μπουκάλι μὲ ἄρωμα.
Σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση της καὶ σταμάτησε ἀπότομα τῶν γέλιο τῶν παιδιῶν ὅταν φώναξε δυνατὰ πόσο πολύ τῆς ἄρεσε τὸ δῶρο του. Στὴ συνέχεια φόρεσε τὸ βραχιόλι καὶ ἔριξε λίγο ἀπὸ τὸ ἄρωμα στὸ χέρι της.
Ὁ Τέντυ ἔφυγε τελευταῖος ἐκείνη τὴ μέρα ἀπὸ τὴν τάξη. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴ πόρτα γύρισε πρὸς τὴ δασκάλα του καὶ τῆς εἶπε μὲ θλιμμένη φωνὴ «Σήμερα κυρία μυρίζετε σὰν τὴ μαμά μου!»
Ἡ κυρία Τόμπσον ἔκλαψε πολὺ ἐκείνη τὴ μέρα. Ἀπὸ τότε σταμάτησε νὰ μαθαίνει τὰ παιδιὰ ἀνάγνωση, γραφὴ καὶ ἀριθμητική. Ἀντ΄ “αὐτοῦ, ἄρχισε νὰ τὰ διδάσκει.
Ἀγαποῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ ἀλλὰ ἔδινε ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸν μικρὸ Τέντυ. Κάθε φορᾶ ποὺ τὸν βοηθοῦσε στὰ μαθήματά του, τὸ μυαλὸ του ἐμοίαζε νὰ ζωντανεύει. Ὅσο περισσότερο τὸν ἐνθάρρυνε, τόσο πιὸ γρήγορα ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις της.
Μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὁ Τέντυ εἶχε γίνει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἔξυπνα παιδιὰ τῆς τάξης καί, παρὰ τὸ ψέμα της ὅτι θὰ ἀγαποῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ τὸ ἴδιο, ὁ Τέντυ ἦταν πλέον καὶ ἐπίσημα ὁ ἀγαπημένος της. Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἀνέλαβε πάλι τὴν Πέμπτη Δημοτικοῦ καὶ ἔβλεπε τὸν Τέντυ μόνο στὰ διαλείμματα.
Μία μέρα, πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, βρῆκε ἕνα σημείωμα κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της.
Τὸ σημείωμα εἶχε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Τέντυ καὶ ἔγραφε: «Εἴσαστε ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχα ποτὲ στὴ ζωή μου».
Ἔξι χρόνια μετὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἔλαβε ἄλλο ἕνα σημείωμα, αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ τὸ ταχυδρομεῖο.
Ἦταν πάλι ὁ Τέντυ καὶ τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε τελειώσει τρίτος σὲ βαθμὸ τὸ Λύκειο, ἀλλὰ ἐκείνη ἦταν ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχε ποτὲ στὴ ζωή του.
Τέσσερα χρόνια μετά, πῆρε ἄλλη μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶναι δύσκολα στὸ Πανεπιστήμιο ἀλλὰ πολὺ σύντομα θὰ ἔπαιρνε τὸ πτυχίο του καὶ μὲ καλὸ βαθμό. Τελείωσε τὸ γράμμα του γράφοντας ὅτι ἀκόμη ἐκείνη εἶναι ἡ καλύτερη καὶ ἡ πιὸ ἀγαπημένη του δασκάλα ποὺ εἶχε ποτέ.
Ἔπειτα ἀπὸ τέσσερα χρόνια ἄλλο ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του στὸ ταχυδρομικὸ κουτὶ τῆς κυρία Τόμπσον. Τῆς ἔγραφε ὅτι ἀφοῦ πῆρε τὸ πτυχίο του, ἀποφάσισε νὰ προχωρήσει λίγο ἀκόμη τὶς σπουδές του. Τελείωνε τὴν ἐπιστολὴ γράφοντας ὅτι παραμένει ἡ καλύτερη καὶ ἡ ἀγαπημένη του δασκάλα.
Ἡ κυρία Τόμπσον πῆρε ἀκόμη ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἐκείνη τὴν ἄνοιξη. Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ὑπέγραφε,ἦταν διαφορετικό: Δρ. Θίοντορ Φ. Στάλλαρντ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε βρεῖ μία κοπέλα καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὴν παντρευτεῖ. Τῆς ἔλεγε ὅτι ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει μερικὰ χρόνια πρὶν καὶ ἀναρωτιόταν ἂν θὰ μποροῦσε ἐκείνη, νὰ καθίσει στὴ θέση ποὺ κάθεται ἡ μητέρα τοῦ γαμπροῦ.
Φυσικὰ ἐκείνη τὸ ἔκανε… Πῆγε στὸ γάμο φορώντας στὸ χέρι ἐκεῖνο τὸ βραχιόλι ἀπὸ πέτρες ποὺ τῆς εἶχε κάνει δῶρο ὁ Τέντυ καὶ φορώντας τὸ ἄρωμα ποὺ τοῦ θύμιζε τὴ μητέρα του.
Τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Δρ. Στάλλαρντ τὴν ἀγκαλίασε τῆς ψιθύρισε στὸ αὐτί: «Σᾶς εὐχαριστῶ, κυρία Τόμπσον, γιατί πιστέψατε σὲ μένα. Σᾶς εὐχαριστῶ τόσο πολὺ γιατί μὲ κάνατε νὰ αἰσθανθῶ σημαντικὸς καὶ μοῦ δείξατε πὼς μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά».
Ἡ κυρία Τόμπσον μὲ δάκρυα στὰ μάτια τοῦ ἀπάντησε: «Τέντυ, κάνεις πολὺ μεγάλο λάθος. Ἐσὺ εἶσαι αὐτὸς πού μού ἔμαθε ὅτι μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά. Δὲν ἤξερα πῶς νὰ διδάξω τοὺς μαθητές μου μέχρι ποὺ σὲ γνώρισα.»

Προσπαθῆστε νὰ μὴν κρίνετε ἀπὸ τὸ περιτύλιγμα καὶ μὴν ὑποτιμᾶτε ποτὲ μὰ ποτὲ τὴν δύναμη ποὺ ἔχετε καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων γύρω σας.

ΑΠΟΛΛΩ ΜΟΝΑΧΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Χρόνια Πολλά Νίκο ...

Χρόνια Πολλά Νίκο Ρωμανέ, 
Χρόνια Πολλά και λεύτερα.
Κοίτα να ζήσεις, κοίτα να μην εγκαταλείψεις.
Γιατί, πώς θα αντέξουμε τις ενοχές μας;;

Χρόνια Πολλά σε όλους τους Νίκους,
στις … Νίκες και στις Νικολέττες.
 
Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008:
Ένας μαθητής 15 χρονών εκτελείται στα Εξάρχεια.
Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014:
Ο συμμαθητής του κινδυνεύει να πεθάνει από ασιτία.
Ένας 18χρονος εκτελείται στην Αμερική.
Η αντίδραση καταστέλλεται με τη βία.
 
Φοβόμαστε μήπως καλυτερέψει ο κόσμος;
Φοβόμαστε μήπως χάσουμε την εξουσία;
Δεν αντέχουμε τα παιδιά να μας λένε ότι βρωμίσαμε τον τόπο; 
Το Κατεστημένο φοβάται και επιτίθεται.
 
Κάτω τα χέρια από τα παιδιά σήμερα.
Κάτω τα χέρια από τους νέους μας.