Η έκφραση «περί όνου σκιάς» αναφέρεται για οποιοδήποτε ασχολείται με σαχλά πράγματα αντί για τις σοβαρές υποθέσεις που αφορούν το μέλλον του....
Σύμφωνα με την παράδοση (και το έργο του Κρίστοφ Μάρτιν Βίλαντ «Η Ιστορία των Αβδηριτών»), ένας ταξιδιώτης ή γιατρός (ο Στρουθίωνας) νοίκιασε έναν γάιδαρο από έναν αγωγιάτη (τον Άνθρακα) για να μετακινηθεί.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής μέσα στον ήλιο, ο επιβάτης σταμάτησε για να ξεκουραστεί και κάθισε στη σκιά του γαϊδάρου. Ο αγωγιάτης αντέδρασε και του ζήτησε επιπλέον χρήματα, υποστηρίζοντας ότι του είχε νοικιάσει το ζώο για μεταφορά και όχι τη σκιά του.
Η διαφωνία πήρε τεράστιες διαστάσεις, κατέληξε σε δικαστική διαμάχη και δίχασε ολόκληρη την πόλη των Αβδήρων σε δύο μερίδες (τους «σκιερούς» και τους «ονικούς»), καταλήγοντας ακόμα και σε πολιτικές κρίσεις.
Σύμφωνα με την παράδοση (και το έργο του Κρίστοφ Μάρτιν Βίλαντ «Η Ιστορία των Αβδηριτών»), ένας ταξιδιώτης ή γιατρός (ο Στρουθίωνας) νοίκιασε έναν γάιδαρο από έναν αγωγιάτη (τον Άνθρακα) για να μετακινηθεί.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής μέσα στον ήλιο, ο επιβάτης σταμάτησε για να ξεκουραστεί και κάθισε στη σκιά του γαϊδάρου. Ο αγωγιάτης αντέδρασε και του ζήτησε επιπλέον χρήματα, υποστηρίζοντας ότι του είχε νοικιάσει το ζώο για μεταφορά και όχι τη σκιά του.
Η διαφωνία πήρε τεράστιες διαστάσεις, κατέληξε σε δικαστική διαμάχη και δίχασε ολόκληρη την πόλη των Αβδήρων σε δύο μερίδες (τους «σκιερούς» και τους «ονικούς»), καταλήγοντας ακόμα και σε πολιτικές κρίσεις.
Όταν ο Δημοσθένης ανέβηκε στο βήμα για να μιλήσει για μια πολύ σοβαρή πολιτική ή αμυντική υπόθεση της Αθήνας (μια υπόθεση «ζωής και θανάτου»), παρατήρησε ότι το κοινό θορυβούσε, αδιαφορούσε και δεν του έδινε καμία σημασία.
Τότε, άλλαξε αμέσως ύφος και είπε στο πλήθος:
«Άνδρες Αθηναίοι, ακούστε με για λίγο. Έχω να σας διηγηθώ μια ολοκαίνουργια και πολύ ευχάριστη ιστορία».
Το πλήθος ησύχασε αμέσως και έστησε αυτί. Ο Δημοσθένης ξεκίνησε την αφήγησή του:
«Ένας νεαρός Αθηναίος νοίκιασε το καλοκαίρι έναν γάιδαρο από έναν αγωγιάτη για να ταξιδέψει από την Αθήνα μέχρι τα Μέγαρα. Το μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε υπερβολικά και δεν υπήρχε πουθενά εκεί γύρω κάποιο δέντρο ή καταφύγιο για να προστατευτούν από την κάψα.
Ο νεαρός ταξιδιώτης ξεπέζεψε, έβγαλε το σαμάρι και κάθισε στο έδαφος, ακριβώς κάτω από την κοιλιά του γαϊδάρου, για να προστατευτεί στη σκιά του ζώου.
Ο αγωγιάτης όμως εκνευρίστηκε, τον άρπαξε και του είπε να σηκωθεί:
– "Φύγε από εκεί, η σκιά είναι δική μου!"
– "Μα τι λες;" απάντησε ο ταξιδιώτης. "Εγώ νοίκιασα τον γάιδαρο!"
– "Ναι, τον γάιδαρο τον νοίκιασες," ανταπάντησε ο αγωγιάτης, "αλλά τη σκιά του γαϊδάρου δεν σού την πούλησα ούτε σού την νοίκιασα!"
Οι δύο άνδρες άρχισαν να λογομαχούν έντονα, να σπρώχνονται και τελικά επέστρεψαν στην πόλη για να λύσουν τις διαφορές τους στα δικαστήρια...»
Μόλις ο Δημοσθένης έφτασε σε αυτό το σημείο, σταμάτησε απότομα την ιστορία, κατέβηκε από το βήμα, γύρισε την πλάτη στο κοινό και άρχισε να απομακρύνεται.
Οι Αθηναίοι, που είχαν απορροφηθεί εντελώς από την αφήγηση, άρχισαν να του φωνάζουν, να τον καλούν πίσω και να τον παρακαλούν να τους πει τη συνέχεια: «Τι έγινε μετά; Ποιος κέρδισε τη δίκη; Σε ποιον ανήκε τελικά η σκιά;»
Τότε ο Δημοσθένης ξανανέβηκε στο βήμα και τους χλεύασε με οργή:
«Ώστε έτσι λοιπόν; Όταν σάς μιλώ για τα πιο σοβαρά και κρίσιμα θέματα της πόλης μας, για τους κινδύνους που μας απειλούν και για τη ζωή σας, βαριέστε και αδιαφορείτε. Όταν όμως πρόκειται να ακούσετε μια σαχλή ιστορία για τη σκιά ενός γαϊδάρου («περί όνου σκιάς»), κρέμεστε από τα χείλη μου και καίγεστε να μάθετε την απόφαση;»
Με αυτό το ευφυές ρητορικό τέχνασμα, ο Δημοσθένης κατάφερε να κάνει τους Αθηναίους να ντραπούν για τη συμπεριφορά τους, να συνειδητοποιήσουν την επιπολαιότητά τους και, τελικά, να τον ακούσουν με απόλυτη προσοχή.
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι




.jpg)

