Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Οι συσκευασμένοι χυμοί φρούτων, που απευθύνονται
σε παιδιά, είναι τίγκα στη ζάχαρη!

Οι ερευνητές συμβουλεύουν τους γονείς να παρασκευάζουν οι ίδιοι
τους χυμούς στο σπίτι με φυσικό τρόπο και να αποφεύγουν
τα συσκευασμένα ροφήματα.
Δείτε τι ποσότητες ζάχαρης περιέχουν 
οι συσκευασμένοι χυμοί για παιδιά

Οι συσκευασμένοι χυμοί φρούτων που απευθύνονται σε παιδιά περιέχουν πολύ μεγάλες ποσότητες ζάχαρης, γεγονός που τους καθιστά άκρως ανθυγιεινούς για τους λιλιπούτειους καταναλωτές, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο British Medical Journal.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ στην Αγγλία εξέτασαν την περιεκτικότητα ζάχαρης σε 2013 προϊόντα (μερίδα 200 ml) που απευθύνονται ειδικά σε παιδιά, όπως φρουτοποτά, 100% φυσικούς χυμούς και smoothies.
Αφού υπολόγισαν μόνο την πρόσθετη ποσότητα ζάχαρης και όχι τα σάκχαρα που υπάρχουν φυσιολογικά στα φρούτα, συμπέραναν ότι τα μισά από τα προϊόντα που εξέτασαν περιέχουν τη μέγιστη προτεινόμενη ημερήσια ποσότητα ζάχαρης που επιτρέπεται να καταναλώνει ένα παιδί, δηλαδή πέντε κουταλάκια του γλυκού ή και περισσότερο!
Οι ερευνητές συμβουλεύουν τους γονείς να παρασκευάζουν οι ίδιοι τους χυμούς στο σπίτι με φυσικό τρόπο και να αποφεύγουν τα συσκευασμένα ροφήματα.

altsantiri

Οι πιο τοξικοί γονείς εμφανίζονται ως οι πλέον φυσιολογικοί.
Ένας διαταραγμένος γονέας θα προβάλει τη διαταραχή του σε ένα συγκεκριμένο παιδί.

Οι πιο τοξικοί γονείς είναι οι γονείς που δεν φαίνονται καθόλου τοξικοί. 
Για τον κόσμο εμφανίζονται ως οι πιο φυσιολογικοί γονείς όλων. Τα παιδιά αυτών των γονέων δεν γνωρίζουν καν ότι έχουν "δηλητηριαστεί". Ούτε κανείς άλλος, μέχρι να είναι πολύ αργά...
Μερικοί γονείς κακοποιούν τα παιδιά τους, είτε σωματικά είτε ψυχικά. Στην περίπτωση αυτή, είναι επίσης προφανές ότι είναι τοξικοί και τα παιδιά μπορούν πιο εύκολα να κατανοήσουν αυτό το είδος της κακοποίησης και να συνειδητοποιήσουν πώς έχουν επηρεαστεί από αυτήν. Ως εκ τούτου, μπορούν να προβλέψουν και να μάθουν να ελέγχουν μια τέτοια κακοποίηση για να ελαχιστοποιήσουν τις συνέπειες της.
Οι ίδιοι πείθουν τον εαυτό τους, τα παιδιά τους και όλους τους άλλους ότι έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Και πραγματικά το πιστεύουν. Η τοξικότητά τους γίνεται ακόμα πιο σοβαρή επειδή είναι καλά κρυμμένη. Κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να σκεφτεί ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν κακή πρόθεση, απλά και μόνο επειδή ούτε οι ίδιοι θα το είχαν σκεφτεί ποτέ.
Υπήρξε κάποτε ένα περιστατικό, αναφέρει ο ψυχαναλυτής Gerald Schoenewolf, Ph.D,στο οποίο μια διαταραγμένη μητέρα αντιμετώπιζε τη μεγαλύτερη κόρη της σαν να είχε εκείνη διαταραχθεί. Η μητέρα ήταν σε πλήρη άρνηση της δικής της διαταραχής. Καθώς η κόρη της μεγάλωνε, τα μικρότερα αδέλφια της γνώριζαν ότι το κορίτσι είχε προβλήματα και την αντιμετώπιζαν με τον ίδιο τρόπο που την αντιμετώπιζε και η μητέρα τους.
Στην κανονική, υγιή ανατροφή των παιδιών, ο χαρακτήρας ενός παιδιού στηρίζεται και ενθαρρύνεται από τους γονείς, το παιδί αισθάνεται ότι έχει σωστή κρίση, υγιή ένστικτα και είναι κάποιος που είναι αξιόπιστος και λογικός. Στο είδος της ανατροφής που αναφέρθηκε παραπάνω, το παιδί έχει ακριβώς τα αντίθετα χαρακτηριστικά. 
Η μητέρα του κοριτσιού πήγαινε στο γιατρό ξανά και ξανά και εμφανιζόταν εξαιρετικά ανήσυχη για την κατάσταση της κόρης της. Αυτό έκανε το κορίτσι να φαίνεται ακόμα πιο διαταραγμένο, επειδή βαθιά μέσα της ήξερε ότι η μητέρα της υποκρινόταν. Για τη μητέρα της, το κορίτσι ήταν αμείλικτο, ανεξήγητα επιθετικό. Τελικά, η μικρή εγκατέλειψε την προσπάθεια να είναι το καλό παιδί και άρχισε να συμπεριφέρεται όπως θα ήθελε η μητέρα της. 
Τελικά, άρχισε να την μισεί: "Θέλω να την σκοτώσω", έλεγε στους γιατρούς. Η μητέρα απαντούσε, κλαίγοντας: "Απλά δεν ξέρω γιατί συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο. Ο σύζυγός μου και εγώ έχουμε δοκιμάσει τα πάντα για να την βοηθήσουμε".

Το κορίτσι άρχισε να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο στο σπίτι και στο σχολείο, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο ψυχιατρείο. Μόνο τότε αισθάνθηκε ανακουφισμένη. Στο νοσοκομείο υπήρχαν κι άλλοι ασθενείς που την άκουγαν και προσπαθούσαν να την κατανοήσουν. Ορισμένα άτομα από το προσωπικό που την άκουγαν επίσης, είχαν καταλάβει ότι η οικογένεια ήταν τοξική για εκείνη και εισηγήθηκαν την παραμονή της στο ψυχιατρείο, όπου ανθούσε. Εκείνη πάντα ήξερε ότι δεν ήταν τόσο διαταραγμένη όσο την παρουσίαζε η μητέρα της. Ωστόσο, μετά από λίγο καιρό επέστρεψε στο σπίτι της και η κατάστασή της άρχισε να χειροτερεύει.

Τέτοιες περιπτώσεις συμβαίνουν συχνά και κανείς δεν τις γνωρίζει. Ένας διαταραγμένος γονέας θα προβάλει τη διαταραχή του σε ένα συγκεκριμένο παιδί. Συχνά είναι ένα όμορφο και έξυπνο παιδί, που απειλεί το εύθραυστο, διαταραγμένο "εγώ" του γονέα. Ίσως ένας τέτοιος γονέας να είχε μια παιδική ηλικία, στην οποία του συνέβη το ίδιο πράγμα. Αυτά τα πράγματα μπορεί να περάσουν από γενιά σε γενιά.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η διαταραχή του γονέα παραμένει κρυφή, προβάλλεται πάνω στο παιδί. Ως ένα βαθμό το παιδί βλέπει αυτή την εξαπάτηση, μπερδεύεται και τελικά οργίζεται. Ο γονέας εκφράζει τη λύπη του για το παιδί, ενώ τα αδέλφια προσπαθούν να παρηγορήσουν τη μητέρα. Δεν υπάρχει κανείς στον οποίο το παιδί μπορεί να στηριχθεί. 
Αυτά τα παιδιά περνούν μια ζωή, όπου αισθάνονται ότι έχουν αδικηθεί αλλά δεν μπορούν να το αποδείξουν. Γίνονται οι διαταραγμένοι άνθρωποι που οι γονείς τους υποστηρίζουν ότι είναι και ενεργούν όλο και περισσότερο ως διαταραγμένοι. Η τοξίνη βρίσκεται βαθιά μέσα τους και τους έχει καταστήσει αβοήθητους. Και ο κόσμος συμπάσχει με τους "φτωχούς" γονείς, οι οποίοι έχουν να αντιμετωπίσουν αυτά τα "διαταραγμένα" παιδιά.

Η Απώλεια της Ντροπής - «Senza vergogna»
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Χάθηκε η τσίπα, που έλεγε η γιαγιά μου...
-----------
Η ντροπή δεν υπάρχει πλέον. Αυτό το συναίσθημα που μας υπαγορεύει να νιώθουμε μια ταραχή ή ένα αίσθημα αναξιοπρέπειας μπροστά στις συνέπειες μιας φράσης μας ή μιας ενέργειάς μας, που μας οδηγεί να σκύβουμε το κεφάλι, να χαμηλώνουμε τα μάτια, να αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου, να είμαστε ταπεινωμένοι και φοβισμένοι, φαίνεται ότι έχει χαθεί. 

Σήμερα η ντροπή, αλλά και η δίδυμη αδελφή της η σεμνότητα, δεν αποτελεί πλέον ένα φρένο στο θρίαμβο της επιδειξιομανίας, στην ηδονοβλεψία, τόσο μεταξύ των απλών ανθρώπων όσο και μεταξύ των ηγετικών τάξεων.
Η απώλεια αξίας της ντροπής σχετίζεται και με ένα άλλο μοναδικό φαινόμενο: την εξιδανίκευση του κοινότοπου και του ασήμαντου. 
Το εντυπωσιασμένο βλέμμα των πολλών δεν στρέφεται πλέον προς πρόσωπα ηθικά ή διανοητικά σπουδαία αλλά σε ανθρώπους μέτριους, ανώνυμους, απολύτως όμοιους με τον άνθρωπο του δρόμου ή με τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παράγεται από την τηλεόραση, από ορισμένα προγράμματα με μεγάλη ακροαματικότητα, όπως ο «Μεγάλος Αδελφός».

Ο Γκίντερ Αντερς, ο γερμανός φιλόσοφος που μετανάστευσε στην Αμερική κατά τη διάρκεια του ναζισμού, έγραψε ότι θα μας υποκλαπεί δόλια «η εμπειρία και η ικανότητα να παίρνουμε θέση». Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Εξαιτίας της τηλεοπτικής εικόνας έχουμε μπροστά μας έναν πολύ ευρύ ορίζοντα «σε άμεση αισθητή θέα, αλλά μόνον μέσα από τις εικόνες του». Συναντάμε την πραγματικότητα «υπό τη μορφή της φαινομενικότητας και της φαντασίωσης», όχι τον «κόσμο» αλλά «ένα καταναλωτικό αντικείμενο που μας το προμηθεύουν κατ' οίκον».
Ο Αντερς εξηγεί: «Όποιος έχει καταναλώσει μέσα στο καλά θερμαινόμενο δωμάτιό του μιαν έκρηξη ατομικής βόμβας με τη μορφή μιας εικόνας που του την προσφέρουν κατ' οίκον, αυτός ήδη θα συνδέσει όλα όσα θα τύχει να ακούσει για την ατομική βόμβα με αυτό το μικροσκοπικών διαστάσεων οικιακό γεγονός και έτσι θα χάσει την ικανότητα να κατανοήσει το ίδιο πράγμα και να πάρει σωστή θέση απέναντί του». 
Σε αυτό το χωρίο ο Αντερς εστιάζει σε ένα πρόβλημα που μας αγγίζει άμεσα και που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται και εκδηλώνονται τα συναισθήματά μας, μεταξύ των οποίων και η ντροπή. Η εμπειρία που αποκτάμε είναι εκείνη της έγκρισης που υποκαθιστά τη συναίνεση, δηλαδή του ανεπιφύλακτου ναι, που αποσυνδέεται από κάθε περιεχόμενο. Βρίσκεται σε εξέλιξη μια ασυγκράτητη διαδικασία ομογενοποίησης που βασίζεται στη δημοκρατία της κατανάλωσης, της οποίας η ακροαματικότητα είναι το σύστημα αξιολόγησης αλλά και ο απώτερος σκοπός: θέαμα είναι όλα αυτά που χειροκροτούμε, όσο και αν είναι ακόμα αληθινό ότι δεν είναι όλα θέαμα στον σύγχρονο κόσμο. 
Σε αυτό το πλαίσιο η ντροπή τείνει να χαθεί, ως ένα συναίσθημα που χαρακτήριζε άλλες εποχές της ανθρωπότητας, στις οποίες η ανάγκη να μας βλέπουν και να βλέπουμε τα πάντα, παντού και πάντοτε, δεν ήταν τόσο σημαντική όσο είναι σήμερα.
Σήμερα η δυνατότητα να βλέπουμε και να μας βλέπουν αναγορεύεται σε απώτερο σκοπό της ύπαρξης των ατόμων. Η ντροπή έχει γίνει ταμπού. Ή καλύτερα έχει μετατραπεί σε ντροπή να μην είμαστε επιτυχημένοι, να μην μας παρατηρούν, να μην μας προσέχουν... η τρομερή ντροπή να είμαστε ο «κανένας», να μην είμαστε αξιοπρόσεκτοι. 
Ένας ψυχολόγος έγραψε ότι η σύγχρονη ντροπή μας έγκειται στο συναίσθημα της αποτυχίας της επίδειξής μας. Ντρεπόμαστε να ντραπούμε επειδή αυτό συγκεντρώνει την προσοχή όλων στο μοναδικό πράγμα που θέλουμε να κρύψουμε: στην αποτυχία μας.
Ο Ζαν Μποντριγιάρ μας είχε προειδοποιήσει μιλώντας για το «τέλειο έγκλημα», που διαιωνίζεται από το θρίαμβο της τηλεόρασης: αν όλα είναι εκτεθειμένα σε θέα, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα πλέον για να δούμε. Η ίδια η πραγματικότητα φαίνεται να χάνεται μέσα στην ολική διαφάνεια.
Σύμφωνα με την ψυχαναλύτρια Αννα Μαρία Παντόλφι, είναι πιθανό η επιδειξιομανία και η ηδονοβλεψία, που κυριαρχούν ακαταμάχητες, να είναι στην πραγματικότητα η ένδειξη μιας διαδεδομένης έλλειψης ταυτότητας, δηλαδή ενός εύθραυστου και φτωχικού ναρκισσισμού, «σύμφωνα με τον οποίο το να μας βλέπουν και να είμαστε γνωστοί, όποιο και αν είναι το τίμημα που πληρώνουμε γι' αυτό, φαίνεται να είναι το μοναδικό φάρμακο απέναντι στον κίνδυνο να νιώθουμε ότι δεν έχουμε καμιάν αξία».
Σε ό,τι αφορά την ντροπή, δεν είναι πλέον αληθινό, όπως ήταν στο παρελθόν, ότι αυτό το συναίσθημα αποτελεί σε κάθε περίπτωση μιαν αξία. Η ντροπή ήταν αυτό που διέκρινε την ανθρώπινη ύπαρξη από τα ζώα. Η ντροπή της σύγχρονης κοινωνίας είναι, όπως έχει λεχθεί, μια «επιδερμική ντροπή» (Αγκνες Χέλερ) ή, όπως λένε οι ψυχολόγοι, μια «αμοραλιστική ντροπή». Δεν είναι μια αληθινή ντροπή αλλά μια επιφανειακή ντροπή, που συνδέεται ακριβώς με την ηθική της επιτυχίας, με τον πιο βαθύ κομφορμισμό ο οποίος, παρά τα τόσα λόγια που ξοδεύει για να εξυψώσει το άτομο, το τυποποιεί όλο και περισσότερο.
Όπως μας εξηγούν οι ψυχολόγοι, η «ηθική ντροπή» προϋποθέτει τη στενή σύνδεση αισθήματος ενοχής και ντροπής. Η αμοραλιστική ντροπή αντίθετα δεν συνδέεται πλέον με κάποιον κανόνα αλλά μόνο με μοντέλα κατανάλωσης, με κοινωνικές ετικέτες, με προσωπική εξουσία ή με την έκβαση του σεξουαλικού ανταγωνισμού για την κατάκτηση μιας γυναίκας ή ενός άνδρα.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Μάρκο Μπελπολίτι «Senza vergogna» (Guanda, 2010).