Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Επικίνδυνες φράσεις που ΔΕΝ πρέπει ποτέ
να πείτε στο παιδί σας

Η διαπαιδαγώγηση είναι ένα από τα πιο σημαντικά και βασικά καθήκοντα των γονιών. Μία λάθος φράση όμως μπορεί να διαμορφώσει λανθασμένη αντίληψη του παιδιού για τη ζωή.
Εντοπίσαμε φράσεις που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική ανάπτυξη των παιδιών, και βρήκαμε μια εναλλακτική λύση.

«Πρέπει να ακούς τους μεγάλους»
Ακούγοντας αυτή τη φράση, το παιδί σκέφτεται: «Όλοι οι ενήλικες είναι έξυπνοι και καλοί. Θα πρέπει να κάνω ό, τι μου λένε.» Αυτή η φράση είναι επικίνδυνη, επειδή το παιδί αρχίζει να εμπιστεύεται όλους τους ενήλικες, συμπεριλαμβανομένων των αγνώστων, και δεν περιμένει από αυτούς οποιοδήποτε κακό.
Η σωστή φράση: «Να ακούς τους γονείς σου.» Έτσι, το παιδί αναπτύσσει κριτική σκέψη και δυσπιστία προς τους ξένους.

«Μην κλαις»
Ακούγοντας αυτή τη φράση, το παιδί σκέφτεται: 
«Να να δείχνω τα συναισθήματα είναι κακό, και τα δάκρυα μου φέρνουν μπελάδες.» 
Το παιδί μπορεί να μεγαλώσει σιωπηλό και κλειστό. Και τα κρυφά συναισθήματα αργά ή γρήγορα θα βγουν στην επιφάνεια μέσα από την επιθετικότητα ή με ξεσπάσματα.
Η σωστή φράση είναι: «Πες μου τι σε ενοχλεί,» «Γιατί κλαις;». Αν το παιδί έχει πέσει ή χτυπήσει: «Κλαις επειδή πονάς ή τρόμαξες;» Έτσι, το παιδί μπορεί να καταλάβει την κατάσταση και να αιτιολογήσει γιατί κλαίει.

«Μην είσαι άπληστος»
 
Ακούγοντας αυτή τη φράση, το παιδί σκέφτεται: «Πρέπει να μοιράζομαι τα πάντα. Δεν υπάρχει τίποτα δικό μου.» Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι σκέψεις να εξελιχθούν σε αυτο-θυσία, το άτομο δεν θα προστατεύει τις δικές του αξίες, συμπεριλαμβανομένων των υλικών πραγμάτων, θεωρώντας ότι δεν του αξίζουν.
Η σωστή φράση είναι: «Έλα να παίξει λίγο με το δικό σου το παιχνίδι;» «Μήπως θέλετε να ανταλλάξετε για λίγο τα παιχνίδια σας;». Αφήστε το παιδί να διαχειριστεί τα δικά του πράγματα. Αν είναι εναντίον, μην επιμένετε. 

«Ποιος σου το έμαθε;»
Ακούγοντας αυτή τη φράση, το παιδί σκέφτεται: «Οι γονείς δεν ξέρουν ότι το έκανα εγώ.» 
Ένα παιδί θα νομίζει ότι μπορεί να ξεφύγει από την τιμωρία, ρίχνοντας το φταίξιμο σε άλλους.
Η σωστή φράση είναι: «Γιατί το έκανες αυτό;». Έτσι θα καταλάβετε αν το παιδί έκανε κάτι μόνο του ή ήταν πρωτοβουλία κάποιου άλλου. Δώστε του την ευκαιρία να εξηγήσει την ενέργειά του.

«Κοίτα τι καλό κορίτσι»
Ακούγοντας αυτή τη φράση, το παιδί σκέφτεται: «Είμαι χειρότερος από τους άλλους, δεν υπάρχει νόημα να προσπαθώ, ούτως ή άλλως δε θα έχει αποτέλεσμα.» Η σύγκριση με άλλους ανθρώπους έχει αρνητική επίδραση στην αυτοεκτίμηση του παιδιού, καθώς σκέφτεται εκ των προτέρων ότι δε θα πετύχει τίποτα.
Η σωστή φράση είναι: «Και εσύ μπορείς να το κάνεις.» Επισημάνετε τις θετικές πτυχές της φύσης του παιδιού, δείξτε εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του. Θυμηθείτε, το παιδί σας είναι μοναδικό και έχει τα δικά του πλεονεκτήματα.

«Θα τα πούμε στο σπίτι»
Ακούγοντας αυτή τη φράση, το παιδί σκέφτεται: «Οι γονείς μπορούν να μου κάνουν οτιδήποτε, δε με αγαπούν, δεν θέλω να πάω σπίτι.» Οι γονείς από αγαπημένοι προστάτες του παιδιού γίνονται τιμωροί και το σπίτι γίνεται ένας χώρος όπου το παιδί αναμένει την τιμωρία του.
Η σωστή φράση είναι: «Θέλω να σου πω τι με στεναχώρησε.» Το παιδί θα λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα συναισθήματά του, αλλά και προτού προβεί σε ενέργειες θα σκέφτεται ότι οι πράξεις του έχουν και συνέπειες.

«Είσαι ακόμα μικρός γι' αυτό»
 
Ακούγοντας αυτή τη φράση, το παιδί σκέφτεται: «Με ενδιαφέρει, θα ρωτήσω τους άλλους!» Εάν το παιδί σας σας θέτει άβολες ερωτήσεις, αλλά δεν λαμβάνει πληροφορίες, θα τις λάβει από άλλες πηγές – πολύ λιγότερο αρμόδιες.
Η σωστή φράση είναι: «Δεν είμαι έτοιμος να απαντήσω, χρειάζομαι λίγο χρόνο.» Μην απορρίπτετε το παιδί, αν έχει κάποια ερώτηση, προσπαθήστε να την απαντήσετε. Έτσι, θα συνεχίσετε να έχετε εξουσία και δε θα χάσετε την εμπιστοσύνη του.
fanpage.gr

Το άγχος του γονέα επηρεάζει την ψυχολογία του παιδιού

Το στρες που βιώνουν οι γονείς κατά τα πρώτα χρόνια ζωής των παιδιών τους, μπορεί να αφήσει αποτυπώματα διαρκείας στα γονίδια των αγοριών και των κοριτσιών, είναι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας και του Ινστιτούτου Ερευνών για το Παιδί και την Οικογένεια.
Τα γενετικά αυτά ίχνη διαρκούν μέχρι την εφηβεία και τελικά επηρεάζουν τον τρόπο έκφρασης των γονιδίων των παιδιών στην μετέπειτα ζωή τους. 

Με αυτόν τον μηχανισμό (ονομάζεται «επιγενετικός» στη βιολογία), το πρώιμο γονεϊκό άγχος προκαλεί μεταβολές στις οργανικές και τελικά στις ψυχολογικές λειτουργίες των παιδιών.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Ιατρικής Γενετικής Δρ Μάικλ Κόμπορ μελέτησαν δείγματα DNA από παιδιά και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όσο μεγαλύτερο ήταν το στρες (κατάθλιψη, οικογενειακό άγχος, οικονομικά προβλήματα κ.α.) μεταξύ των γονέων κατά τα πρώτα τέσσερα χρόνια ζωής ενός παιδιού, τόσο μεγαλύτερο ήταν το ποσοστό μεθυλίωσης στο γενετικό κώδικά (DNA) του, όταν πια το παιδί ήταν έφηβος.

Η μεθυλίωση αποτελεί κεντρικό συστατικό της επιγενετικής, δηλαδή της τροποποιημένης έκφρασης των γονιδίων ενός ανθρώπου μετά τη γέννησή του, υπό την επήρεια του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του. 
Κατά την μεθυλίωση, μια χημική ομάδα προσκολλάται σε τμήματα του DNA, λειτουργώντας ως «διακόπτης» που μεταβάλλει την έκφραση και δράση ενός γονιδίου.
Η επιγενετική έρχεται να επαναπροσδιορίσει τις αρχικές εντολές που περιέχει ο γενετικός κώδικας ενός ανθρώπου κατά τη γέννησή του, χάρη στην κληρονομικότητά του.

Η έρευνα διαπίστωσε ότι, όσον αφορά τις επιγενετικές αλλαγές στα παιδιά, το άγχος της μητέρας παίζει μεγαλύτερο ρόλο από το άγχος του πατέρα τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια, ενώ το άγχος του πατέρα έχει πιο βαρύνουσα σημασία, σε σχέση με το άγχος της μητέρας, κυρίως στα κορίτσια. 
Έτσι, γενικότερα, ο ρόλος του στρες στην μητέρα είναι σημαντικότερος από αυτόν του πατέρα, αναφορικά με τις κατοπινές αλλαγές στα γονίδια των παιδιών τους.
Η μελέτη δείχνει ότι το στρες της μητέρας επιφέρει περισσότερες επιγενετικές αλλαγές στα παιδιά, όταν αυτό υπάρχει κυρίως κατά τη νηπιακή ηλικία των τελευταίων, ιδιαίτερα κατά το πρώτο έτος της ζωής τους. 
Αντίθετα, η επιγενετική επίδραση του πατέρα φαίνεται να είναι μεγαλύτερη κατά την μετα-νηπιακή ηλικία του παιδιού, δηλαδή στον τρίτο ή τέταρτο χρόνο της ζωής των παιδιών.

Όπως εξηγεί ο Δρ Κομπόρ, η νέα έρευνα παρέχει την πρώτη απόδειξη ότι
το προσωπικό άγχος των γονιών, κατά τη διάρκεια της προσχολικής περιόδου των παιδιών, «οδηγεί σε διακριτές μεταβολές στο επιγονιδίωμά τους, μετρήσιμες πάνω από μια δεκαετία αργότερα. 
Αυτό κυριολεκτικά μας δείχνει ένα μηχανισμό μέσω του οποίου οι εμπειρίες εισχωρούν στο δέρμα μας, για να μας συντροφεύουν για μια μακρά χρονική περίοδο, ίσως και για όλη την υπόλοιπη ζωή του παιδιού».
Όπως τονίζουν οι ερευνητές, η νέα μελέτη επιβεβαιώνει με βιολογικό τρόπο αυτό που είναι γνωστό από άλλες έρευνες, ότι τα πρώτα χρόνια της ζωής είναι κρίσιμα για τι θα συμβεί σε ένα άνθρωπο αργότερα στη ζωή του. 
Μεταξύ άλλων, εξηγεί γιατί τα παιδιά από οικογένειες ανώτερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, που συνήθως έχουν λιγότερο άγχος, διαθέτουν στην μετέπειτα ζωή τους γενικά καλύτερη υγεία.
ΑΠΕ – ΜΠΕ
boro.gr