Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Έτσι θα μάθετε στα παιδιά σας
να μοιράζονται τα παιχνίδια τους

«- Είναι δικό μου! - Όχι, δικό μου!»... 
Η κτητικότητά τους έχει γίνει καθημερινός πονοκέφαλος για σάς. 
Τι πρέπει να κάνετε, όμως, όταν το μικρό σας αρνείται να μοιραστεί το παιχνίδι του με το αδερφάκι ή το φίλο του;

Της Μαρίας Καρίπογλου, με την επιστημονική επιμέλεια της Γιώτας Αντωνοπούλου, παιδοψυχολόγου - παιγνιοθεραπεύτρια

Όταν τα παιδιά σας μαλώνουν για τα παιχνίδια τους, δεν μπορείτε να τα μάθετε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή να μοιράζονται τα παιχνίδια τους. 
Βάλτε στόχο να τους «διδάξετε» αυτό το μάθημα με έναν τρόπο που δεν τα θίγει, που δεν τους δημιουργεί, δηλαδή, ενοχές ή άσχημα συναισθήματα για το άλλο παιδάκι. Τα παιδιά είναι ευαίσθητα στα… σιωπηλά μηνύματα ή, αν θέλετε, επεξεργάζονται το μήνυμα με τον τρόπο που αυτά καταλαβαίνουν. 
Για παράδειγμα, αν απαιτήσετε από το μεγαλύτερο παιδί να παραδώσει το παιχνίδι με το οποίο ασχολείται στο μικρότερο αδερφάκι του, αυτό που θα καταλάβει το μεγαλύτερο είναι ότι αγαπάτε περισσότερο το μικρότερο ή -στην περίπτωση του φίλου του- ότι εκτιμάτε περισσότερο το «ξένο» παιδάκι από αυτό.

Τα λάθη που ΔΕΝ πρέπει να κάνετε:

1. Μην αρπάζετε το παιχνίδι από τα χέρια του!
Τι πιστεύετε ότι εισπράττει ένα παιδί όταν του αρπάζουν το παιχνίδι από τα χέρια και το δίνουν σε άλλο παιδί; Φανταστείτε ότι εισβάλλει στο γραφείο σας το αφεντικό σας, αρπάζει το laptop σας και το δίνει σε κάποιον άλλο συνάδελφό σας. Θεωρείτε ότι αυτή η χειρονομία θα σας κάνει, στη συνέχεια, να θέλετε να μοιραστείτε τα πράγματά σας; 
Μόνο εφόσον συντρέχουν λόγοι ασφάλειας δικαιολογείται να αρπάξετε από τα χέρια του παιδιού σας το παιχνίδι του. Εάν καταλήξετε να χρησιμοποιήσετε βία για να του το αποσπάσετε, απλώς διδάσκετε στο παιδί σας να κάνει το ίδιο. Προσπαθήστε να του ζητήσετε το παιχνίδι, προτείνοντας το χέρι σας και με χαμηλό τόνο στη φωνή σας.

2. Μην υποχρεώνετε το μεγαλύτερο να δίνει τα παιχνίδια του στο μικρότερο!

Είναι συνηθισμένη περίπτωση το μεγαλύτερο παιδί σας να παίζει με το βιβλίο του, το στυλό του, το παιχνίδι του και το μικρότερο να θέλει, την ίδια ώρα, να απασχοληθεί και αυτό με τα ίδια αντικείμενα. Είναι, όμως, δίκαιο το μεγαλύτερο παιδί σας να μοιραστεί το παιχνίδι του απλώς και μόνο επειδή αυτή είναι η επιθυμία του μικρότερου; Μην ξεχνάτε ότι το να μάθετε τα παιδιά σας να σέβονται το χώρο του άλλου είναι τόσο σημαντικό, όσο και το αίσθημα γενναιοδωρίας που προσπαθείτε να τους εμφυσήσετε.

3. Μην τα βάζετε να παίζουν με τη σειρά!
Μια βασική στρατηγική που χρησιμοποιούν οι γονείς για να διδάξουν τα παιδιά τους να μοιράζονται είναι να μοιράζουν τα ίδια παιχνίδια στο καθένα απ αυτά, σε διαδοχικές χρονικές περιόδους. Για παράδειγμα, πολύ συχνά λέτε στα παιδιά σας ότι «σήμερα με την μπάλα θα παίξεις εσύ και αύριο ο αδελφός σου»… Για να έχει η κίνησή σας διδακτική αξία, θα πρέπει πρώτα τα παιδιά να καταλάβουν τι εστί χρόνος. Λάβετε υπόψη σας ότι η αίσθηση του χρόνου δεν αναπτύσσεται στο παιδί μέχρι την ηλικία των τριών χρόνων. Συνεπώς, είναι μάταιο να ζητάμε από ένα παιδί μικρότερο των πέντε ετών να πειθαρχήσει. Ίσως να μας ευχαριστήσει δίνοντας το παιχνίδι του, αλλά σίγουρα η κίνησή του αυτή δεν είναι αποτέλεσμα του μαθήματος που του δώσαμε.

Οι κινήσεις που πρέπει να κάνετε:

1. Αναζητήστε λύσεις
Δώστε τους να καταλάβουν ότι είναι υπεύθυνα για τη διαμάχη και ενθαρρύνετέ τα να βρουν μόνα τους τη λύση. Ένας τρόπος είναι να πείτε: «Εντάξει, έχουμε ένα πρόβλημα εδώ. Και οι δυο σας θέλετε να παίξετε με το ίδιο παιχνίδι, αλλά αυτό δεν είναι δυνατό… Πώς μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα;» Στη συνέχεια, αποτραβιέστε, όσο αυτό είναι δυνατό, και αφήνετε τα παιδιά να λύσουν μόνα τους τη διαφορά. Μια άλλη στρατηγική που μπορείτε να ακολουθήσετε είναι να δώσετε κάποιες εναλλακτικές λύσεις στα παιδιά και να τα παροτρύνετε να διαλέξουν.
2. Ζητήστε συγγνώμη για το παιδί σας
Πόσες φορές δεν σας έτυχε να αρπάξει το παιδί σας το παιχνίδι ενός άλλου παιδιού. Μη φοβηθείτε να ζητήσετε εσείς συγνώμη για αυτό. Με αυτήν τη στάση σας δείχνετε στο άλλο παιδάκι ότι το σέβεστε και δίνετε στο δικό σας ένα καλό παράδειγμα. Η δική σας συμπεριφορά είναι σίγουρα το καλύτερο παράδειγμα… Αν εσείς δεν είστε κτητικοί στην καθημερινή σας ζωή, τα παιδιά σας λαμβάνουν το μήνυμα!
3. Παρακολουθείτε χωρίς να παρεμβαίνετε
Αντισταθείτε στον πειρασμό να μπείτε ανάμεσα στα παιδιά που μαλώνουν για ένα παιχνίδι ή να χάσετε την ψυχραιμία σας και να τους φωνάξετε, εκτός βέβαια και αν φτάσουν στο σημείο να πιαστούν στα χέρια. Η ανάμιξή σας στην υπόθεση κάνει στο τέλος κάποιο από τα παιδιά να πληγωθεί. Επίσης, οι μικροί σας «μπελάδες» μαθαίνουν να εξαρτώνται από εσάς για να λύσουν τις διαφορές τους. Εάν επέμβετε, κάποιο από τα παιδιά θα βγει κερδισμένο και κάποιο χαμένο και κάθε φορά που διεκδικούν κάτι θα περιμένουν από τη μαμά και τον μπαμπά να δώσουν τη λύση.
4. Αποσπάστε του την προσοχή
Δεν είναι δύσκολο να αλλάξετε τη διάθεση του παιδιού, αποσπώντας την προσοχή του και κάνοντάς το να ασχοληθεί με κάτι διαφορετικό. Μην προσπαθείτε σε κάθε διαμάχη να του διδάξετε πώς να μοιράζεται. Τα μικρότερης ηλικίας παιδιά είναι εύκολο να ενδιαφερθούν για άλλα πράγματα σε χρόνο ρεκόρ.
5. Μπείτε στην ψυχολογία του
Ένα παιδί μπορεί να είναι γενναιόδωρο με τους φίλους του, αλλά όχι και με τα αδέρφια του. Γιατί συμβαίνει αυτό; Απλώς, το μικρό σας λειτουργεί έτσι επειδή αισθάνεται ότι στο σπίτι δεν μπορεί να οριοθετήσει τα πράγματά του και επιπροσθέτως αισθάνεται ανταγωνιστικά. Μπορείτε να αλλάξετε τη συμπεριφορά τους, βοηθώντας τα παιδιά σας να συνειδητοποιήσουν πράγματα που κάνουν το ένα για το άλλο. Για παράδειγμα, ένα απλό σχόλιο σε ανύποπτο χρόνο, όπως: «Ήταν πολύ ωραία η κίνηση του αδελφού σου να σου δώσει τα πατίνια του», είναι μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται.
6. Επιβραβεύστε τη γενναιοδωρία του
Η κίνησή του να καλέσει δέκα συμμαθητές του στο σπίτι αντί για δύο ή να ετοιμάσει λιχουδιές για όλη την παρέα μπορεί να σας βγάλει εκτός εαυτού. Αναγνωρίστε του όμως τις καλές του προθέσεις και αντί να το επιπλήξετε, επαινέστε το για το ότι είναι καλός φίλος. Οφείλετε να του εμφυσήσετε από νωρίς τη διάθεση του να μοιράζεται.

Θυμηθείτε:
Απαιτείται σεβασμός της ανάγκης του παιδιού για κτητικότητα.
Χρειάζεται να λάβετε υπόψη σας τη συναισθηματική ωριμότητα του παιδιού σας.
Ίσως το μόνο που χρειάζεται είναι η καθημερινή συναναστροφή του παιδιού σας με τα άλλα παιδάκια.

kids.in.gr

Χόρχε Μπουκάι – Οι χρυσές κουκκίδες
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Ο Μαρτίν είχε ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα σε έντονες απολαύσεις.
Όταν η νοημοσύνη τον δεν έφτανε για να του δείξει τον καλύτερο δρόμο, τον οδηγούσε η διαίσθησή του. Ένιωθε σχεδόν όλη την ώρα ήρεμος κι ευτυχισμένος, απλώς, μερικές φορές, τη διάθεσή του σκίαζε η αίσθηση ότι ασχολιόταν υπερβολικά με τον εαυτό του.


Είχε μάθει να είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και αγαπούσε τον εαυτό του τόσο ώστε να προσπαθεί να του εξασφαλίζει ό,τι καλύτερο. Ήξερε ότι κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια προσέχοντας να μη βλάψει τους άλλους, και κυρίως εκείνους που αγαπούσε. Ίσως γι’ αυτό τον πείραζαν τόσο οι άδικες επικρίσεις, ο φθόνος των τρίτων και οι κατηγορίες που πολύ συχνά δεχόταν από το στόμα γνωστών και αγνώστων.

Έφτανε η αναζήτηση της απόλαυσης για να δώσει νόημα στη ζωή του;
Το άντεχε ο ίδιος να ορίζει τον εαυτό του σαν έναν ηδονιστή που είχε βάλει στο επίκεντρο της ύπαρξής του την προσωπική του ικανοποίηση;
Πώς να εναρμονίσει τα συναισθήματα αυτά της προσωπικής ευχαρίστησης με τις απόψεις του περί ηθικής, με τη θρησκευτική του πίστη, με όλα αυτά που είχε διδαχτεί από τους προγόνους του;
Τι νόημα είχε μια ζωή που σήμαινε κάτι μόνο για τον ίδιο;

Εκείνη την ημέρα, οι σκέψεις αυτές τον βάραιναν περισσότερο από κάθε προηγούμενη.
Ίσως θα έπρεπε να απομακρυνθεί. Να φύγει μακριά. Να αφήσει ό,τι είχε και δεν είχε στα χέρια άλλων. Να μοιράσει όλη του την περιουσία ή να την αφήσει κληρονομιά, ώστε ν’ αποτελέσει για κάποιους —έστω και απών—, μια καλή ανάμνηση.

Κάπου αλλού, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη, με άλλους ανθρώπους, θα μπορούσε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Μια διαφορετική ζωή, μια ζωή στην υπηρεσία των άλλων, μια ζωή με αλληλεγγύη.
Έπρεπε να βρει χρόνο να στοχαστεί για το παρόν και το μέλλον του.
Έβαλε λοιπόν ο Μαρτίν κάτι λίγα πράγματα σ’ ένα σακίδιο κι έφυγε με κατεύθυνση το βουνό.
Κάποιος του είχε πει ότι ήταν ήσυχα εκεί πάνω, και πως η θέα της εύφορης κοιλάδας σε βοηθούσε να βάλεις τις σκέψεις σου σε τάξη.
Όταν έφτασε στο ψηλότερο σημείο του βουνού γύρισε να κοιτάξει την πόλη του για τελευταία ίσως φορά.
Σουρούπωνε και η πόλη φαινόταν πολύ ωραία από ψηλά.



«Ένα πέσο για να κοιτάξεις μέσα από το τηλεσκόπιο.»
Ήταν η φωνή ενός γέρου που εμφανίστηκε από το πουθενά, μ ένα μικρό πτυσσόμενο τηλεσκόπιο στα χέρια. Τώρα, με το ένα χέρι του δείχνει το τηλεσκόπιο και με το άλλο απλωμένο περιμένει τα λεφτά.
Ο Μαρτίν ψάχνει στην τσέπη του, βρίσκει το κέρμα που ήθελε και το δίνει στον γέρο. Ανοίγει τότε κι εκείνος το τηλεσκόπιο και το δίνει στον Μαρτίν.
Ο Μαρτίν παίρνει το τηλεσκόπιο και κοιτάζει... Καταφέρνει να εντοπίσει τη γειτονιά του, την πλατεία, και απέναντι από την πλατεία, το σχολείο.

Ξαφνικά, κάτι του τραβάει την προσοχή. Μια χρυσή κουκκίδα λάμπει ζωηρά στην αυλή του παλιού κτιρίου.
Ο Μαρτίν σηκώνει τα μάτια του από τον φακό, τα ανοιγοκλείνει μερικές φορές και ξανακοιτάει. Η χρυσή κουκκίδα είναι ακόμη εκεί.
«Πολύ περίεργο!» λέει ο Μαρτίν απορημένος, χωρίς να καταλάβει ότι μίλησε δυνατά.
«Πού είναι το περίεργο;» τον ρωτάει ο γέρος.
«Να εκεί, η κουκκίδα που λάμπει...» λέει ο Μαρτίν, «...στην αυλή του σχολείου» συνεχίζει και του δίνει το τηλεσκόπιο για να δει κι ο γέρος αυτό που μόλις είδε εκείνος.

«Αυτά είναι ίχνη» του λέει ο γέρος.
«Τι ίχνη;» ρωτάει ο Μαρτίν.
«Θυμάσαι εκείνη την ημέρα —πρέπει να ήσουνα επτά χρόνων—, που ο Χαβιέρ, ο παιδικός σου φίλος, έκλαιγε απαρηγόρητος στην αυλή του σχολείου; Του είχε δώσει η μητέρα του λεφτά να πάρει ένα μολύβι για την πρώτη μέρα στο σχολείο. Είχε χάσει τα λεφτά κι έκλαιγε με λυγμούς» του απαντάει ο γέρος. Κάνει μια παύση και συνεχίζει: 
«Θυμάσαι τι έκανες; Είχες ένα καινούργιο μολύβι που πρώτη φορά το έφερνες στο σχολείο. Ακούμπησες στην πόρτα, έσπασες το μολύβι σε δύο ίσα μέρη, έξυσες το σπασμένο μισό κι έδωσες στον Χαβιέρ το άλλο μισό από το καινούργιο σου μολύβι.»
«Δεν το θυμόμουνα» λέει ο Μαρτίν. «Αυτό, όμως, τι σχέση έχει με τη χρυσή κουκκίδα;»
«Ο Χαβιέρ δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη χειρονομία, και η ανάμνηση αυτή είχε μεγάλη σημασία για τη ζωή του.»
«Ε, και λοιπόν;»
«Υπάρχουν πράξεις στη ζωή ενός ανθρώπου που αφήνουν ίχνη στη ζωή των άλλων» του εξηγεί ο γέρος. «Οι πράξεις που συμβάλλουν στην εξέλιξη των υπολοίπων, αφήνουν σημάδια σαν χρυσές κουκκίδες...»

Ο Μαρτίν ξανακοιτάει μέσα από το τηλεσκόπιο και βλέπει κι άλλη κουκκίδα να λάμπει στο δρομάκι που βγάζει από το κολέγιο.
«Αυτή είναι για την ημέρα που βγήκες να υπερασπιστείς τον Πάντσο, θυμάσαι; Γύρισες σπίτι με μαυρισμένο μάτι και μία τσέπη του παλτού σου σκισμένη.»
Ο Μαρτίν κοιτάζει την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη.
«Αυτή εδώ στο κέντρο...» συνεχίζει ο γέρος, «είναι η δουλειά που βρήκες στον δον Πέδρο όταν τον απέλυσαν από το εργοστάσιο... και η άλλη, εκεί δεξιά, είναι το ίχνος εκείνης της φοράς που έδωσες τα χρήματα που έλειπαν για την εγχείρηση του παιδιού του Ραμίρες... Τα ίχνη πάλι εδώ αριστερά, είναι από τότε που γύρισες από ταξίδι γιατί πέθανε η μητέρα του φίλου σου, του Χουάν, και ήθελες να είσαι δίπλα του.»
Ο Μαρτίν βάζει στην άκρη το τηλεσκόπιο. Δεν το έχει πια ανάγκη γιατί, και χωρίς αυτό, αρχίζει να βλέπει χιλιάδες χρυσές κουκκίδες διασκορπισμένες σ’ ολόκληρη την πόλη.

Μόλις έπεσε ο ήλιος, η πόλη φωτίστηκε ολόκληρη από τα χρυσά του ίχνη.
Τότε ένιωσε ο Μαρτίν ότι μπορούσε να γυρίσει ήσυχος στο σπίτι του.
Θα ξεκινούσε τη ζωή του από την αρχή, αλλά αυτή τη φορά από ένα διαφορετικό σημείο.
****************
Το συναί­σθημα είναι αυτό που προετοιμάζει το σώμα για να ενεργή­σει. Ωστόσο, το συναίσθημα είναι η μισή διαδικασία. Η άλλη μισή είναι η ενέργεια. Αυτό λοιπόν που γίνεται αμέσως μετά είναι ότι φορτίζομαι με ενέργεια, δύναμη και διάθεση. Η με­τατροπή των συναισθημάτων αυτών σε ενέργεια θα μου επι­τρέψει να συνειδητοποιήσω πραγματικά την απουσία αυτού που δεν υπάρχει πια. Και η συνειδητοποίηση του απόντος, η επαφή με την απουσία που φοβόμουν, θα μου επιτρέψει στη συνέχεια να δεχτώ τη νέα πραγματικότητα. Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση καθοριστική πριν από τη στροφή στον εαυ­τό μου.

Jorge Bucay - Ο Δρόμος των Δακρύων

Αντικλείδι

Φώτης Κόντογλου – Το βλογημένο μαντρί

Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε.

Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα.

Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε. Αφού βολόδειρε(1) από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά(2).

Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.

Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια(3) και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.

Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:

«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».


Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».

Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:

«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».

Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:

«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».

Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε(4) η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:

«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».


Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.

Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές(5) που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.

Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.
Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.

Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:

«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».

Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».

Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.

Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.

Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα – Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.

Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:

«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».
Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».


Του λέγει ο Άγιος:

«Αλήθεια, τον ξέχασα!».


Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:

«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».


Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου(6)», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».

Του λέγει ο Άγιος:
«Έκοψα, ευλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!

Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:

«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :

«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».

Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:

«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Λεξιλόγιο


1. Βολοδέρνω – βασανίζομαι γυρνώντας από δω κι από κει
2. Λεμπεσουριά – φτωχολογιά
3. Ρουπάκι – αγριοβελανιδιά
4. Ξελοχίζω – ζωηρεύω τη φωτιά
5. Πυτιά (η) – μαγιά απ’ την οποία γίνεται το τυρί
6. Μογιλάλος – βουβός

«Έργα», τ. Α’
Στοιχειοθεσία: προσφορά της κ. Σοφίας Πυρούλη.

Posted by netakias.com