Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

« "Παιδί είναι – δεν καταλαβαίνει"
ή "Τα παιδιά καταλαβαίνουν τα πάντα"»;

Τι ισχύει τελικά;
Στην ερώτηση τι καταλαβαίνει ένα παιδί, η απάντηση είναι «εξαρτάται». Εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, τον χαρακτήρα του και το θέμα. Άλλα πράγματα μπορεί να κατανοήσει ένα παιδάκι 4 ετών και άλλα ένας έφηβος 11 χρονών.
Ωστόσο, έχει διαπιστωθεί σε σχετικές έρευνες ότι οι γονείς σπάνια μπορούν να προβλέψουν σωστά τι θα καταλάβει το παιδί τους σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Φαίνεται πως συχνά οι γονείς είναι τόσο κοντά, τόσο «ταυτισμένοι» με το παιδί τους που δεν καταφέρνουν να το δουν σαν ξεχωριστό άτομο. Έτσι, δεν αξιολογούν πάντα σωστά τις αντιληπτικές του δυνατότητες και δυσκολεύονται να προβλέψουν τι θα αντιληφθεί το παιδί τους για ένα ζήτημα.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι το παιδί, ακόμα και το πολύ μικρό ή το χαμηλής νοημοσύνης παιδί, «πιάνει» τον συναισθηματικό τόνο και την ατμόσφαιρα γύρω του. 
Αν έχουμε ένα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα που μας αγχώνει, το παιδί μπορεί, ακόμα κι αν του το εξηγήσουμε, να μην κατανοήσει όλες τις λεπτομέρειες. Σίγουρα όμως θα νιώσει την έντασή μας ή τη στενοχώρια μας.
Το παιδί, όσο μικρό κι αν είναι διαισθάνεται τα συναισθήματα των γύρω του, βλέπει τις εκφράσεις και τις αντιδράσεις τους, ακούει τον τόνο της φωνής τους. Το δίχρονο παιδάκι που θα δει μια μαμά να φωνάζει, νιώθει στο πετσί του την ένταση της και του προξενεί στρες, παρόλο που μπορεί ακόμα να μην ξέρει καν τη λέξη «θυμός» και επομένως να μην μπορεί να σκεφτεί «η μαμά είναι θυμωμένη».
Ως γονείς, λοιπόν, θα έπρεπε να μας απασχολούν δύο σχετικά ερωτήματα. 
Κατ΄αρχήν τι καταλαβαίνει το παιδί ως προς τις λεπτομέρειες ενός πραγματικού συμβάντος (είτε πρόκειται για ένα γεγονός, είτε για μια συζήτηση, για σχόλια που κάνουμε, κλπ.) 
Κατά δεύτερο, τι αισθάνεται το παιδί βιώνοντας το συναισθηματικό φορτίο του συμβάντος αυτού.
Ένα παιδί οκτώ ετών μπορεί να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς σημαίνει απόλυση, καρκίνος ή θάνατος. Διαισθάνεται όμως ότι κάτι άσχημο συμβαίνει και ότι εμείς νιώθουμε άσχημα γι αυτό. Και χρειάζεται τη βοήθεια μας για να επεξεργαστεί αυτό που αισθάνεται. 
Και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ως γονείς: το παιδί μας χρειάζεται για να το βοηθήσουμε να ονομάσει κάπως και να εκφράσει τα δυσάρεστα συναισθήματα που βιώνει όταν κάτι άσχημο συμβαίνει. Μόνο του δεν είναι σε θέση να το κάνει και αν δεν το κάνει, τα συναισθήματα αυτά θα παραμείνουν μπερδεμένα μέσα του και θα το μπλοκάρουν.
Από την άλλη μεριά, συχνά τα παιδιά ακούν κάποιες συζητήσεις ή νιώθουν την ένταση στην ατμόσφαιρα και βγάζουν εσφαλμένα συμπεράσματα για το τι συμβαίνει τα οποία μπορούν να τα αγχώσουν χωρίς λόγο. Ο γονιός μπορεί να γυρίσει εκνευρισμένος από την εφορία και να πει κάτι πολύ βαρύ του τύπου «θα πάθω εγκεφαλικό στο τέλος» χωρίς να εννοεί βέβαια πραγματικά ότι θα το πάθει. Το παιδί που το ακούει όμως είναι πιθανό να νομίζει ότι πραγματικά συμβαίνει κάτι πολύ κακό και ότι ο πατέρας του μπορεί να αρρωστήσει.
Το τρομερό είναι ότι αν ένα παιδί βγάλει λάθος συμπέρασμα για το πρόβλημα που βιώνει ο γονιός, είναι πιθανό να μην μιλήσει ποτέ γι΄αυτό καθαρά προκειμένου να μην στενοχωρήσει τον γονιό. Έτσι η παρεξήγηση δεν θα λυθεί ποτέ και το παιδί θα μείνει μόνο του να διαχειριστεί αυτό που νομίζει ότι συμβαίνει.
Καλό θα ήταν, λοιπόν, να έχουμε πάντα κατά νου ότι το παιδί μας αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα από όσα συμβαίνουν αλλά δεν ξέρουμε ποιά ακριβώς και με τι τρόπο. Για τον λόγο αυτό πρέπει να επιλέγουμε συνειδητά τι θεωρούμε σωστό να μάθει το παιδί και τι όχι.
Αν συμβαίνει κάτι που για κάποιο λόγο επιλέγουμε να το κρύψουμε από το παιδί, τότε καλό θα ήταν πραγματικά να το κρύψουμε. 
Όχι να αφήνουμε το παιδί να ακούει μισόλογα, να μας βλέπει «κάπως» αλλά να παριστάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Η στάση αυτή είναι πολύ επικίνδυνη και μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στο παιδί. Αν το παιδί καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά κι εμείς επιμένουμε πως δεν συμβαίνει τίποτα, θα βγάλει λάθος συμπεράσματα, δεν θα μας εμπιστεύεται, θα αμφιβάλλει για την αντιληπτική του ικανότητα, και θα έχει μια συναισθηματική φόρτιση που δεν θα ξέρει τι να την κάνει.
Ωστόσο, καλό θα ήταν ως γονείς να μην κρυβόμαστε πίσω από το μικρό μας δαχτυλάκι. Όταν συμβαίνει κάτι άσχημο, το παιδί το νιώθει. Είναι προτιμότερο να μιλήσουμε καθαρά γι΄αυτό, με τρόπο που ταιριάζει στην ηλικία και τη νοημοσύνη του παιδιού. Να παρουσιάσουμε τη δυσάρεστη αλήθεια μέσα σε ένα θετικό πλαίσιο του τύπου «θα τα καταφέρουμε», και να το βοηθήσουμε να εκφράσει τα συναισθήματά και τις απορίες του. Να το καθησυχάσουμε ρεαλιστικά (όχι με ψεύτικες υποσχέσεις) και να το ενθαρρύνουμε. Έτσι μέσα από την άσχημη κατάσταση που όλοι βιώνουμε, θα διδάξουμε στο παιδί μας κάποια πολύτιμα πράγματα όπως ότι είμαστε μαζί στα δύσκολα, ότι αντέχουμε, ότι μπορούν τα πράγματα να γίνουν καλύτερα.
_________________
~ Σοφία Ανδρεοπούλου, Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Κλαίτε αυθόρμητα και συχνά; Πολύ καλά κάνετε!
Το κλάμα κάνει καλό και στα παιδιά!

Στις δυτικές κοινωνίες της ταχύτητας, των εξοντωτικών ρυθμών και των κυνικών συμπεριφορών, τα δάκρυα «μεταφράζονται» ως ένδειξη ενός ανίσχυρου χαρακτήρα που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους… «κακούς» της αγέλης, δεν μπορεί να ηγηθεί, δεν είναι ικανός να επιβάλλει την τάξη.
......................
Τα παιδιά μέσω του κλάματος εξωτερικεύουν τα νεύρα τους και παράλληλα χαλαρώνουν.

Όταν, λοιπόν, το παιδί από την μικρή ηλικία μαθαίνει να βγάζει τη χαρά του με γέλιο και τον πόνο ή το θυμό του με κλάμα έχει περισσότερες πιθανότητες να εξελιχθεί σε έναν υγιή και ώριμο έφηβου που δεν θα αναζητά ως λύση τον τσακωμό αλλά το διάλογο.

Η ψυχούλα του δεν θα βαραίνει με πόνο, καθώς θα τον βγάζει με το κλάμα και όταν χαμογελά θα χαμογελά αληθινά και όχι επιφανειακά και στιγμιαία. Οι λογομαχίες και οι διαπληκτισμοί δεν θα υπάρχουν μέσα στην καθημερινότητα του και θα αναζητά την λύση του κάθε προβλήματος μέσω του διαλόγου και της περισυλλογής.
......
------------------------
Μέγα λάθος. Σύμφωνα με νεότερες μελέτες και στοιχεία ψυχοθεραπευτών από την άλλη άκρη του Ατλαντικού όσοι κλαίνε αυθόρμητα και συχνά, συνήθως, είναι προσωπικότητες απείρως πιο ισχυρές από τους υπόλοιπους που προτιμούν να κάνουν την καρδιά τους πέτρα, μόνο και μόνο για να κερδίσουν τις εντυπώσεις. 

Δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, λένε οι ειδικοί, ούτε σημάδι αυτολύπησης και ψυχολογικής κατάρρευσης.
Το να κλαίμε είναι η έκφραση μιας ισχυρής προσωπικότητας, που ξέρει να αντιδρά σωστά στις αντιξοότητες και να τις μετασχηματίζει σε κάτι πραγματικά καλό. 

Να 6 λόγοι που σύμφωνα με τη σύγχρονη ψυχοθεραπευτική συμβουλευτική οι «κλαψιάρηδες» είναι πιο δυνατοί από τους υπόλοιπους.

Δεν φοβούνται να εκφράσουν τα συναισθήματα τους
Με τον ίδιο τρόπο που όταν μας συμβαίνει κάτι συναρπαστικό δεν διστάζουμε να χαμογελάσουμε και να μεταδώσουμε τη θετική μας ενέργεια, λένε, είναι απολύτως φυσιολογικό να μας στενοχωρεί και να μας καταβάλλει μία αρνητική εξέλιξη. Όσοι κλαίνε, μπορεί να κάνουν κακό στα μάτια τους (αν και όχι πάντα), αλλά δείχνουν να έχουν επαφή με την πραγματικότητα, να κατανοούν πολύ καλύτερα ό,τι συμβαίνει γύρω τους και να το «μεταφράζουν» σωστά για να βρουν λύσεις στη συνέχεια.

Ξέρουν ότι τα δάκρυα «καθαρίζουν» την ψυχή
Λογικά ξεσπάσματα λειτουργούν σαν ψυχική κάθαρση. Κάποιος που κλαίει – με λόγο και αιτία – καθαρίζει την ψυχή του από περιττά βάρη, αφήνει διόδους για να βγει η θλίψη, ώστε να μην τον κατασπαράξει ψυχολογικά. Το κλάμα, διαπιστωμένα ανακουφίζει πνεύμα και σώμα από αρνητικά συναισθήματα και εμποδίζει το άτομο από το να αναπτύξει συμπλέγματα και αντικοινωνικές συμπεριφορές.

Τα δάκρυα φέρνουν… χαμόγελα
Μοιάζει παράδοξο, αλλά η ανακούφιση που προσφέρει ένα καλό ξέσπασμα, φτιάχνει τη διάθεση. Πολλές μελέτες πάνω στο ανθρώπινο κλάμα καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι όσοι κλαίνε συχνά, λίγο μετά αισθάνονται πολύ καλύτερα και γενικώς είναι προσωπικότητες που αμέσως μετά θα αναζητήσουν πηγές χαράς. Τεκμηριώνεται επιστημονικά από το γεγονός ότι όταν κλαίμε, ο εγκέφαλος παίρνει την εντολή να εκκρίνει ενδορφίνες και ωκυτοκίνη, που είναι γνωστή και ως η ορμόνη της χαράς. Γι’ αυτό αμέσως μετά, οι «κλαψιάρηδες», σκέφτονται πιο καθαρά, πιο ήρεμα και συνήθως επανέρχονται με τη λύση του προβλήματος που τους «έσπρωξε» προς την κούτα με τα χαρτομάντιλα.

Δεν νοιάζονται για το τι θα πει ο κόσμος
Κι αυτό είναι μόνο καλό, λένε οι ψυχοθεραπευτές, αφού κάποιος που δεν χολοσκάει για τους τίτλους και τους ρόλους μέσα στον κοινωνικό ιστό, συνήθως είναι ο καλύτερος ηγέτης μιας ομάδας. Όσοι κλαίνε, χωρίς ντροπή, είναι άνθρωποι με μυαλό που κινείται πέρα από το τυπικό κοινωνικό στίγμα, προσωπικότητες με ισχυρό πνεύμα, που ιεραρχούν σωστά όσα αξίζουν και όσα όχι. Δηλαδή, το τι θα πει ο κόσμος, αν σε δει να κλαις.

Λειτουργούν ως πρότυπο
Κι αυτό φαίνεται παράδοξο, αλλά δεν είναι. Όσοι είναι ειλικρινής με τον εαυτό τους και τους γύρω τους, συνήθως ενθαρρύνουν και τους άλλους να σκέφτονται, ακόμη και να νιώθουν έτσι. Δεν είναι τυχαίο ότι με κάποιους ανθρώπους νιώθουμε πιο κοντά, πιο άνετα, ακριβώς επειδή είναι… ανθρώπινοι, με πραγματικά συναισθήματα και ειλικρινείς εκδηλώσεις.

Τα δάκρυα «σκοτώνουν» τα μικρόβια
Το συναρπαστικό με τα δάκρυα δεν είναι μόνο ότι «σκοτώνουν» τα αρνητικά συναισθήματα. Το ίδιο κάνουν και με τα βακτήρια σε ποσοστό 90%-95%, ενώ «καθαρίζουν» την όραση.

tonwtiko.com 

87 εκατομμύρια παιδιά, κάτω των 7 ετών, δεν έχουν γνωρίσει τίποτα άλλο πέρα από τον πόλεμο

Πάνω από 86,7 εκατομμύρια παιδιά, κάτω των 7 ετών, έχουν περάσει ολόκληρη τη ζωή τους σε ζώνες συγκρούσεων, θέτοντας την ανάπτυξη του εγκεφάλου τους σε κίνδυνο, ανακοίνωσε η UNICEF. 
Κατά τη διάρκεια των πρώτων επτά ετών της ζωής, ο εγκέφαλος ενός παιδιού έχει τη δυνατότητα να ενεργοποιεί 1.000 εγκεφαλικά κύτταρα κάθε δευτερόλεπτο. Κάθε ένα από αυτά τα κύτταρα, γνωστά ως νευρώνες, έχει τη δύναμη να συνδέεται με άλλους 10.000 νευρώνες χιλιάδες φορές ανά δευτερόλεπτο.
Οι εγκεφαλικές συνδέσεις χρησιμεύουν ως δομικά στοιχεία του μέλλοντος του παιδιού, καθορίζοντας την υγεία του, τη συναισθηματική ευεξία και την ικανότητα μάθησης, περιγράφει η UNICEF. Τα παιδιά που ζουν μέσα σε συγκρούσεις, συχνά εκτίθενται σε ακραία ψυχικά τραύματα, που τα θέτουν σε κίνδυνο διαβίωσης σε συνθήκες τοξικού στρες, μια κατάσταση που αναστέλλει τις συνδέσεις των κυττάρων του εγκεφάλου - με σημαντικές συνέπειες στη γνωστική, κοινωνική και σωματική τους ανάπτυξη σε ολόκληρη τη ζωή τους, συνεχίζει η ανακοίνωση.
«Εκτός από τις άμεσες φυσικές απειλές που αντιμετωπίζουν τα παιδιά σε περιπτώσεις κρίσεων, διατρέχουν επίσης κίνδυνο από τα βαθιά ριζωμένα ψυχικά τραύματα» αναφέρει στην ανακοίνωση η Πία Μπρίτο, επικεφαλής της UNICEF για την Πρώιμη Παιδική Ανάπτυξη.

Στοιχεία της UNICEF δείχνουν ότι σε παγκόσμιο επίπεδο το 1 στα 11 παιδιά, ηλικίας 6 ετών ή νεότερα, έχουν περάσει την πιο κρίσιμη περίοδο της ανάπτυξης του εγκεφάλου μέσα σε συγκρούσεις.
«Οι συγκρούσεις στερούν από τα παιδιά την ασφάλεια, την οικογένεια και τους φίλους τους, το παιχνίδι και την καθημερινότητα. Ωστόσο, όλα αυτά είναι στοιχεία της παιδικής ηλικίας που προσφέρουν στα παιδιά την καλύτερη δυνατή ευκαιρία να αναπτυχθούν πλήρως και να μαθαίνουν αποτελεσματικά, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να συμβάλουν στις οικονομίες και τις κοινωνίες τους, αλλά και στην οικοδόμηση ισχυρών και ασφαλών κοινοτήτων, όταν ενηλικιωθούν» εξηγεί η κ. Μπρίτο.
Και συνεχίζει: «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να επενδύσουμε περισσότερο ώστε να παρέχουμε στα παιδιά και εκείνους που τα φροντίζουν κρίσιμες προμήθειες και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένου του εκπαιδευτικού υλικού, της ψυχοκοινωνικής στήριξης και ασφαλείς χώρους, φιλικούς προς τα παιδιά, που μπορούν να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της αίσθησης της παιδικής ηλικίας εν μέσω μιας σύγκρουσης».
Ένα παιδί γεννιέται με 253 εκατομμύρια ενεργούς νευρώνες, αλλά το αν ο εγκέφαλος θα φθάσει την πλήρη ενήλικη ικανότητα των περίπου ενός δισεκατομμυρίου συνδεόμενων νευρώνων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανάπτυξη στην πρώιμη παιδική ηλικία, τονίζει η UNICEF. Αυτό περιλαμβάνει το μητρικό θηλασμό και τη διατροφή στην πρώιμη παιδική ηλικία, τα πρώτα ερεθίσματα που θα δεχθεί από εκείνους που το φροντίζουν, τις πρώτες ευκαιρίες για μάθηση και τη δυνατότητα να μεγαλώσει και να παίξει σε ένα ασφαλές και υγιές περιβάλλον.
Ως μέρος της ανταπόκρισής της σε επείγουσες ανθρωπιστικές ανάγκες και παρατεταμένες κρίσεις, η ανακοίνωση αναφέρει πως η UNICEF εργάζεται για να κρατήσει τα παιδιά σε περιβάλλοντα φιλικά, παρέχοντας ειδικά πακέτα έκτακτης ανάγκης με εξοπλισμό για τη μάθηση και το παιχνίδι. Τα πακέτα αυτά έχουν στηρίξει πάνω από 800.000 παιδιά που ζουν σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, μόνο την περασμένη χρονιά.

Πριν γκρινιάξετε ξανά που το παιδί σας γεννήθηκε… «επαναστάτης χωρίς αιτία»,

διαβάστε αυτό το άρθρο.

(το χαμομηλάκι λέει: Αν το παιδάκι σας δεν είναι πάρα πολύ ζωηρό δεν σημαίνει ότι δεν θα πετύχει στη ζωή του. Εξάλλου, το τι θεωρείται επιτυχία, σηκώνει πολλή κουβέντα.... Η «επιτυχία», όπως παρουσιάζεται στο παρακάτω άρθρο, δεν συνεπάγεται και την Ευτυχία)
Ένας σοβαρός λόγος να χαίρεστε που το παιδί σας είναι πολύ ζωηρό!

Οκ, είναι δύσκολο να είσαι γονιός ενός παιδιού που σχεδόν ποτέ δεν κάνει αυτό που του λες και που ποτέ δεν ξέρεις τι καινούριο θα σκαρφιστεί για να τραβήξει την προσοχή σου! 
Κι όμως, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, τα ζωηρά παιδιά είναι εκείνα που έχουν περισσότερες πιθανότητες να πετύχουν στη ζωή τους! 
Συγκεκριμένα, έρευνα που έγινε με τη συνεργασία των Πανεπιστημίων του Λουξεμβούργου, του Ιλινόις στις ΗΠΑ και του Βερολίνου στη Γερμανία και δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Developmental Psychology ανακάλυψε ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στη συμπεριφορά του παιδιού και το μισθό που θα κερδίζει σαν ενήλικας –όσο πιο ζωηρό σήμερα, τόσο μεγαλύτερα τα εισοδήματα που θα έχει λαμβάνειν όταν μεγαλώσει!
Οι επιστήμονες συνέλεξαν στοιχεία από 745 άτομα στο Λουξεμβούργο, από την ηλικία των 12 ετών (το 1968) ως και το 2008, όταν ήταν κατά μέσο όσο 52 ετών. 
Και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξαν ήταν εντυπωσιακά: 
όσο περισσότερο αμφισβητούσαν την εξουσία ως παιδιά τόσο υψηλότερα ήταν τα εισοδήματά τους ως ενήλικες!
Για τις ανάγκες της έρευνας μελετήθηκαν πολλοί παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την επαγγελματική και οικονομική επιτυχία, όπως το κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο, ωστόσο από όλα αυτά εκείνο που φαίνεται να παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο στην πρόβλεψη του πόσα χρήματα θα έβγαζαν στο μέλλον ήταν «η καταστρατήγηση των κανόνων και η αμφισβήτηση της γονεϊκής εξουσίας«.

Οι ίδιοι οι επιστήμονες που οργάνωσαν την έρευνα εντυπωσιάστηκαν ιδιαίτερα από το αποτέλεσμα αυτό. 
Στην προσπάθειά τους να το εξηγήσουν θεωρητικά κατέληξαν στην υπόθεση ότι τα ζωηρά παιδιά έχουν πιο ισχυρή θέληση να υποστηρίξουν τους στόχους και τα ενδιαφέροντά τους – κάτι που μπορεί να τα οδηγήσει στο να καταπιαστούν με ασχολίες που τους αρέσουν περισσότερο και κατά συνέπεια να είναι καλύτερα στη δουλειά τους.
Επιπλέον, οι άνθρωποι με πιο «επαναστατικό» χαρακτήρα τείνουν να διαπραγματεύονται καλύτερα ζητήματα, όπως ο μισθός ή η επαγγελματική ανέλιξή τους.
Εάν η θεωρία αυτή είναι σωστή πάντως, το δικό μου παιδί σε μερικά χρόνια λογικά θα ζει σε μια τεράστια παραθαλάσσια βίλα στο δικό του ιδιόκτητο νησί… Τα δικά σας;