Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

Το χρυσόψαρο που αγαπούσε τα παιδάκια

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΧΑΜΟΜΗΛΑΚΙΑΑΑΑ

παραμυθι1

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν σε ένα παραθαλάσσιο χωριό δύο αδέρφια με τους γονείς τους. Τα παιδιά αγαπούσαν πολύ τη θάλασσα και το ψάρεμα.

΄Ενα πρωϊνό χωρίς να ρωτήσουν τον πατέρα τους, πήραν τη βάρκα του και πήγαν για ψάρεμα. ΄Ομως σηκώθηκε τρικυμία, τα κουπιά τους έπεσαν στη θάλασσα και χάθηκαν στα κύματα. Μέσα από τον κουβά με τα ψάρια άκουσαν έκπληκτοι ένα χρυσόψαρο να λέει με ανθρώπινη φωνή:

Σας παρακαλώ, αφήστε με να ζήσω και εγώ θα πραγματοποιήσω τρείς ευχές, μόνο που δεν μπορώ να κάνω πραγματική την ευχή να πάτε από εκεί που ήρθατε!

Τα παιδιά το έβαλαν στη γυάλα. Το κορίτσι του ζήτησε ένα μικρό κρεβάτι, 5 φορέματα, 1 ζευγάρι λουστρίνια, το αγόρι ένα ψαροντούφεκο, 1 μαγιό και φαγητό πρωί, μεσημέρι, βράδυ.

Έτσι λοιπόν είχαν ότι επιθυμούσαν και καθώς ο καιρός παιρνούσε άρχισαν να ξεχνούν τους γονείς τους.

Μιά μέρα είδαν ένα νησάκι και ζήτησαν από το χρυσόψαρο να τους δώσει ένα ζευγάρι κουπιά για να φτάσουν στην ακτή. Μόλις βγήκαν χάρηκαν πολύ που πατούσαν πάλι σε στεριά και αποφάσισαν να εξερευνήσουν το νησί, μήπως βρούν κάποιους ανθρώπους. Πράγματι στην άλλη πλευρά αντίκρυσαν μια φυλή μαύρων να χορεύουν και να τραγουδούν. Ποιά φυλή είστε του ρώτησαν. Είμαστε η φυλή του γέλιου, αγαπάμε τη χαρά και την ειρήνη και σας καλούμε να μείνετε κοντά μας, όσο θέλετε !

Τα παιδιά δέχτηκαν με χαρά την πρόσκληση των καινούριων τους φίλων. Για ένα διάστημα όλα κυλούσαν ήρεμα και ειρηνικά και τα παιδιά έμαθαν να κάνουν βουτιές, να πιάνουν όμορφα κοχύλια, να φτιάχνουν κολιέ από λουλούδια και να χαίρονται τη φιλία και την αγάπη απλών ανθρώπων.

Μια μέρα όμως είδαν από μακρυά πολλές βάρκες να πλησιάζουν το νησί. Μέσα ήταν ιθαγενείς οπλισμένοι με κοντάρια και ρόπαλα, τραγουδώντας πολεμικά τραγούδια. Ήταν η φυλή του πολέμου που ήθελε να κατακτήσει το μικρό ειρηνικό νησάκι. Αμέσως σήμανε συναγερμός κι έτρεξαν όλοι οι κάτοικοι της φυλής κοντά στα παιδιά τους. Τι φοβερό θα γινόταν ;

Τα παιδιά θυμήθηκαν ότι μπορούσαν να ξητήσουν ακόμα μία χάρη από το φίλο τους το χρυσόψαρο. Χωρίς να διστάσουν ούτε στιγμή του ζήτησαν να πραγματοποιήσει την τρίτη και τελευταία τους ευχή: να σταματήσει τη φυλή του πολέμου, ώστε να μην καταστρέψει τους αγαπημένους συντρόφους τους της φυλής του γέλιου. Το χρυσόψαρο συγκινημένο από τα λόγια τους, σήκωσε αμέσως φοβερή τρικυμία με τεράστια κύματα και ανάγκασε τους έντρομους κακούς ιθαγενείς της φυλής του πολέμου να γυρίσουν στο νησί τους.

Οι άνθρωποι της φυλής του γέλιου οργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή για να τιμήσουν τα παιδιά και το χρυσόψαρο για την μεγάλη βοήθεια που πρόσφεραν στο νησί τους. Τραγούδησαν, χόρεψαν γύρω από μεγάλες φωτιές και πρόσφεραν όμορφα δώρα στα παιδιά. ΄Επειτα όλοι μαζί πήγαν στην ακροθαλασσιά και έριξαν το μικρό χρυσόψαρο πίσω στη θάλασσα, εκεί που πάντα ανήκε.

Το μαγικό χρυσόψαρο που είχε αγαπήσει πολύ τα παιδιά, για την μεγάλη τους καλοσύνη, αποφάσισε μυστικά, να εκπληρώσει ακόμα μια ευχή τους, τη μεγαλύτερη από όλες και ευχήθηκε να ξαναβρούν οι γονείς τα παιδιά τους!

Πέρασε κάμποσος καιρός, τα παιδιά μεγάλωσαν κι άρχισαν να νοσταλγούν τη ζωή τους στο χωριό, τους γονείς τους και τους παλιούς τους φίλους. Οι κάτοικοι της φυλής του γέλιου προσπαθούσαν να τα παρηγορήσουν, αλλά άδικα, εκείνα αγνάντευαν συνέχεια το πέλαγος. ΄Ωσπου μια μέρα ένα μεγάλο καράβι πλησίασε το νησί. Μια βάρκα κατέβηκε στη θάλασσα που μέσα ήταν ένας κύριος και μια κυρία. Ποιοί να είναι;

Τα παιδιά αναγνώρισαν τους αγαπημένους τους γονείς που αναζητούσαν εδώ και πολλά χρόνια σ΄όλη τη γη. Οι γονείς δεν πίστευαν στα μάτια τους, πόσο πολύ είχαν μεγαλώσει τα παιδιά. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν κι ευχαρίστησαν και τη φυλή του γέλιου για τη φιλοξενία και την αγάπη που έδωσαν στα παιδιά τους. Το μικρό χρυσόψαρο με τη μεγάλη καρδιά είχε κάνει το θαύμα του!

http://www.haef.gr/chilias/greek/lit/tales/gold_fish/fish01.html

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου