Showing posts with label Fairytale. Show all posts
Showing posts with label Fairytale. Show all posts

Thursday, 23 January 2025

Αίσωπος: Ο γέρος, το παιδί και ο γάιδαρος

    Μια φορά κι έναν καιρό ένας γέρος καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, που το έσερνε ένα αγόρι, διέσχιζε ένα κεφαλοχώρι.
The Man, the Boy, and the Donkey
    Κάποιοι που τον είδαν είπαν: «Για κοίτα το γέρο, μάλλον ξεκούτιανε απολαμβάνει τον περίπατο χωρίς να υπολογίζει το φτωχό αγόρι που μόλις το κρατούν τα πόδια του!»

    Ύστερα από λίγο ο γέρος κατέβηκε από το γαϊδούρι και ανέβασε το αγόρι, ενώ εκείνος προπορευόταν σέρνοντάς το από το καπίστρι του. Δεν πρόφτασαν να διανύσουν ούτε εκατό μέτρα και κάποιος τολμηρός σχολίασε μεγαλόφωνα: «Συγχαρητήρια! Οι γέροι να τρεκλίζουν και τα παλιόπαιδα καβάλα. Δεν υπάρχει πλέον σεβασμός στον κόσμο!» Το μικρό αγόρι το άκουσε και έγινε κατακόκκινο σαν την παπαρούνα από την ντροπή του. Παρακάλεσε το γέρο να ανεβεί και εκείνος στο γαϊδούρι και έτσι καβάλα κι οι δυο συνέχισαν την πορεία.

    Προτού φτάσουν στην πηγή να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν το ζωντανό, τους συνάντησαν κάποιο καραβάνι. Αντί για χαιρετισμό από τους ανθρώπους του καραβανιού δέχτηκαν ομοβροντία επιπλήξεων: «Έχετε σκοπό να ξεκάμετε το ζωντανό; Μήπως θα θέλατε να το φορτώσετε και κανένα αγκωνάρι για να ξεμπερδεύει μια ώρα γρηγορότερα;» είπαν. Χωρίς να μιλήσουν, το παιδί και ο γέρος ξεκαβαλίκεψαν αμέσως και συνέχισαν την πορεία τους αμίλητοι.

    Φτάνοντας στην άκρη της άλλης πόλης κουρασμένοι και κάθιδροι ακούνε κάποιον να περνά δίπλα τους ψιθυρίζοντας: «Με τέτοια ζέστη και πάνε με τα πόδια! Τι τον έχουν το γάιδαρο, μόνο για να τον ταΐζουν;». Ο γέρος και το αγόρι αλληλοκοιτάχτηκαν.

- Αγόρι μου, είπε ο γέρος, οργάνωσε τη ζωή σου όπως εσύ νομίζεις ότι είναι ο καλύτερος τρόπος, επιλέγοντας εκείνο που δεν θα βλάψει το συνάνθρωπό σου ή τουλάχιστον που θα προκαλέσει τη μικρότερη ζημιά σε όλους. Έχε υπόψη σου ότι με τον τρόπο που θα ενεργήσεις ποτέ δεν θα συμφωνήσουν οι πάντες. Κάποιοι θα σε αποδεχθούν και κάποιοι όχι. Πάντα όμως θα υπάρχουν εκείνοι που θα σε κριτικάρουν!!!

tampouloukia

Sunday, 5 January 2025

Το παραμύθι της Ελιάς

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά.
Κάθε μέρα η Ελιά γύριζε τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και δυστυχισμένος και γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη. 
Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν. Κι από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε. Βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ.
Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, την έπλυνε, την ταΐσε. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον παράλυτο γέρο με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει αέρα και ήλιο.
Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όλο δούλευε, όσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν.
Τι να κάνω, τι να κάνω. Δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία.
Το σπουργίτι που την είδε τόσο στενοχωρημένη - και που την αγαπούσε γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα - δεν άντεξε και πέταξε βαθιά στο δάσος.

Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:
Τρέξε, καλή νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.
Η καλή νεράιδα ανήσυχη έτρεξε στην αυλή της Ελιάς και τη ρώτησε:
Τι έχεις, Ελιά μου, κι είσαι τόσο λυπημένη;
Αχ, καλή μου νεράιδα. Δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια και δυστυχία γύρω μου.
Και τι θέλεις, δηλαδή;
θέλω να τους γίνω χρήσιμη, θέλω να τους προσφέρω κάτι πολύτιμο που να τους δώσει ζωή και χαρά.
Το θέλεις αλήθεια τόσο πολύ;
Και βέβαια το θέλω, δε βλέπεις πως έλιωσα από τη στενοχώρια μου;
Τότε σταμάτησε να στενοχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις. 
Και τσουπ! την άγγιξε με το ραβδάκι της κι αμέσως η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα, λουλουδάκια άσπρα, που έγιναν ελιές πράσινες, μοβ, μαύρες.
Έπεσαν στη γη, τα κουκούτσια φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν ένα μεγάλο ελαιώνα.
Ήρθαν οι γείτονες, μάζεψαν τις ελιές,έβγαλαν λάδι,
έφαγαν, χόρτασαν, ρόδισαν τα μαγουλά τους, ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν και να ζουν ευτυχισμένοι.
Για να ευχαριστήσουν την ελιά και να της δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι τους, το έβαλαν στο καντήλι, για να θυμίζουν στην Παναγιά και στο Χριστό, την καλοσύνη της ελιάς και την αγάπη της για τον κόσμο.
Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε. Κι ο Χριστός κάτω απ' την ελιά ήρθε και ξεκουράστηκε.
Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση στον ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονται οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να 'ναι γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί, και να φωτίζονται απ' τις καντήλες όλες οι εκκλησιές.

Saturday, 4 January 2025

Ο Αίσωπος και οι Μύθοι του -- Aesop’s Fables

Ο Αίσωπος γεννήθηκε στην περιοχή της Φρυγίας το 600 περίπου π.Χ. και πέθανε στα 564 π.Χ. Ήταν άσχημος και δούλευε σε κάποιον κτηματία σαν δούλος - βοσκός. 
Μια μέρα, που είδε τον επιστάτη να χτυπάει άδικα έναν δούλο, έτρεξε να τον βοηθήσει κι έτσι ο επιστάτης για να τον εκδικηθεί τον κατηγόρησε στο αφεντικό - κτηματία - που τον πήγε στην αγορά της Εφέσσου να τον πουλήσει!
    Εκεί, τον αγόρασε ο σοφός Ξάνθος από την Σάμο, που εκτίμησε το έξυπνο βλέμα του και τον πήρε μαζί του σαν δούλο. Μαζί του, ο Αίσωπος, άρχισε να ταξιδεύει και να γνωρίζει τον κόσμο. Κάποτε έφθασαν και στην περιοχή των Δελφών όπου επισκέφθηκαν το περίφημο Μαντείο. 
Ο Αίσωπος ειρωνεύτηκε τους ιερείς του Μαντείου ότι μαντεύουν για να πλουτίζουν και τους κατοίκους των Δελφών ότι αντί να καλλιεργούν τα κτήματά τους και να φροντίζουν τα ζώα τους ζούσαν από τα αφιερώματα των προσκυνητών του Μαντείου. 
Αυτό του το θράσος εξόργισε τους ιερείς του Μαντείου οι οποίοι τον παγίδευσαν, βάζοντας ένα χρυσό ποτήρι στις αποσκευές του, και κατόπιν τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο! Έτσι τον δίκασαν άδικα και τον καταδίκασαν σε θάνατο, ρίχνοντας τον από τις κορυφές των Φαιδρυάδων, κάποια απόκρημνα βράχια. 
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Απόλλωνας τιμώρησε την αδικία τους στέλνοντας στους κατοίκους των Δελφών μεγάλη πείνα και λιμό, που θέρισαν πολλούς κατοίκους. Αυτοί τότε για να εξιλεωθούν, έστησαν μια μαρμάρινη στήλη προς τιμήν του Αισώπου.
    Λέγεται ότι ο Αίσωπος είπε τους μύθους του αυτούς όχι μόνο στη διάρκεια της ζωής του αλλά και με σκοπό να υποστηρίξει την αθωότητά του στο δικαστήριο. Μέσα από τους μύθους του διακρίνεται το ευρύ, παρατηρητικό του πνεύμα κι η ικανότητά του να διδάσκει με μικρές απλές ιστορίες, που πάντα έχουν στο τέλος κάποιο ηθικό δίδαγμα. 
    Ο Αίσωπος συνήθιζε με την παρατηρητικότητα και την βαθειά σοφία του να πλάθει τέτοιες ιστορίες και να τις λέει γύρω του. Με τον καιρό απέκτησε μεγάλη φήμη κι όλοι έτρεχαν κοντά του να ακούσουν κάποιο μύθο του σχετικά με κάποιο πρόβλημα που τους απασχολούσε. Σιγά - σιγά οι μύθοι του άρχισαν να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα μεταξύ των ανθρώπων, μέχρι την ελληνιστική εποχή οπότε συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν σαν ένα βιβλίο, αιώνες αργότερα.
    Οι Μύθοι του Αισώπου έχουν μια ιδιαίτερη χάρη, μια θαυμαστή απλότητα και άφταστη διδακτικότητα! Είναι παρμένοι από την καθημερινή ζωή και την φύση. Ο Αίσωπος έχει μια μοναδική δυνατότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι αυτή ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί.


πηγή:
 [Πηγή: Pathfinder.gr]

.
Ο Βοριάς κι ο Ήλιος
Οι οδοιπόροι και το τσεκούρι
Ο γάτος και τα ποντίκια
Η γυναίκα και οι δουλειές
Ο δουλευτάρης και ο ακαμάτης
Το παιδί που έκλεβε
Το λιοντάρι και ο κυνηγός
Το λιοντάρι και το ποντίκι
Ο κάβουρας κι η αλεπού
Ο γάιδαρος και το αλάτι
Ο άνθρωπος και τα χρόνια του
Το λιοντάρι, ο Προμηθέας και ο ελέφαντας

Sunday, 29 December 2024

Παραμύθι: Πες μου, πώς να νικήσω το κρύο;

Ο μικρούλης χιονάνθρωπος με την ξύλινη πίπα και το μουλιασμένο από το χιόνι σκουφί, μέρες τώρα πάγωνε στη μέση του αγρού. Τουρτούριζε από το κρύο και δεν ήξερε τι να κάνει.
Ένα πρωινό λοιπόν, αποφάσισε να πάει βόλτα στην εξοχή και να ανακαλύψει πώς να νικήσει το κρύο.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει…
Φτάνει στην άκρη του δάσους. Βλέπει ένα παρδαλό πουλί να κάθεται σε ένα γυμνό παγωμένο κλαδί.
- Όμορφό μου πουλί, πες μου σε παρακαλώ, πώς να νικήσω το κρύο;
- Να σφυρίζεις καλέ μου φίλε. Να σφυρίζεις συνέχεια όπως σφυρίζω κι εγώ.
- Πολύ αστεία η ιδέα σου καλό μου πουλί. Στ’ αλήθεια πολύ αστεία. Ευχαριστώ πάντως, θα το σκεφτώ.

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει….
Φτάνει στην άκρη ενός παγωμένου βάλτου. Βλέπει ένα βάτραχο τυλιγμένο με το τεράστιο κασκόλ του.
- Αρχοντικέ μου βάτραχε, πες μου σε παρακαλώ πώς να νικήσω το κρύο;
- Να κάνεις πατινάζ γλυστρώντας στον πάγο καλέ μου φίλε. Κοίταξέ με, όπως κάνω κι εγώ.
- Αμφιβάλλω αν θα πετύχει πράσινέ μου βάτραχε. Ευχαριστώ για την ιδέα σου, θα το σκεφτώ…

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει…
Φτάνει σε ένα παγωμένο λιβάδι. Βλέπει ένα βιαστικό λαγό που έσκαβε για να φτιάξει τη φωλιά του.
- Κύριε λαγέ, πες μου σε παρακαλώ πώς να νικήσω το κρύο;
- Να σκάβεις καλέ μου φίλε, να σκάβεις για να ζεσταθείς.
-Οπωσδήποτε με κοροϊδεύουν, είπε ο μικρός χιονάνθρωπος….και κρυώνω τόσο πολύ.

Ο μικρός χιονάνθρωπος νιώθει πολύ μπερδεμένος. Προχωρά λίγο πιο κάτω. Το σκέφτεται, το ξανασκέφτεται, και αποφασίζει να δοκιμάσει…Σφυρίζει, γλιστρά στον πάγο, κάνει σωρούς από χώμα…και πέφτει ξερός από την κούραση. Απογοητευμένος και κρυωμένος, ο μικρός μας χιονάνθρωπος παίρνει ξανά το δρόμο του. Έχει πια νυχτώσει. Και τότε, μακριά, στο βάθος του δάσους, βλέπει μια καλύβα με φως.

Πλησιάζει, ανοίγει την πόρτα και προχωρά προς τη δυνατή φωτιά που καίει στο τζάκι.
- Επιτέλους ζέστη, λέει και νιώθει να ιδρώνει. Χοντρές σταγόνες νερού άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό του και στο σώμα του. Αισθάνεται τόσο ωραία, που αποκοιμιέται στην πολυθρόνα, χωρίς να καταλάβει ότι αλλάζει το σχήμα του και γίνεται όλο και μικρότερος…

- ΠΡΟΣΟΧΗΗΗΗΗΗ!!!!!! Λιώνεις! φωνάζουν δυνατά το πουλί, ο βάτραχος και ο λαγός. Δεν θα μείνει τίποτα από σένα. Μόνο η πίπα και το σκουφί σου θα μείνουν.
Όμως ο μικρός χιονάνθρωπος δεν ακούει πια τίποτα. Έχει τόσο πολύ λιώσει, που κανείς δεν καταλαβαίνει πώς ήταν πριν.
- Ίσως είναι πολύ αργά… λέει ο βάτραχος και κλαίει.

Ξαφνικά, ο μικρός χιονάνθρωπος κούνησε λίγο ό,τι είχε απομείνει από το ένα του χέρι. Τότε ο βάτραχος, το πουλί και ο λαγός τον αρπάζουν και τον βγάζουν έξω από την καλύβα. Μαζεύουν γρήγορα γρήγορα χιόνι, το στρώνουν στο κεφάλι του και τον κάνουν χοντρό όπως πριν. Ύστερα γεμίζουν την κοιλιά του και την κάνουν ολοστρόγγυλη όπως πριν.

Τότε, ο μικρός χιονάνθρωπος ξυπνά και…θαύμα! Δεν κρυώνει πια.
Οι μικροί του φίλοι είναι εκεί, χαρούμενοι που τον ζωντάνεψαν. Χοροπηδάνε γύρω του και τον κοιτάζουν με θαυμασμό.
Κι ο μικρός μας χιονάνθρωπος τους κοιτάζει και καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ζεστασιά από τη ζεστασιά της φιλίας…

ΠΗΓΗ: Γέφυρες, τ.37

Monday, 21 October 2024

Αίσωπος - Η αλεπού κι ο ξυλοκόπος

Μια φορά μια αλεπού, κυνηγημένη από τους κυνηγούς, συνάντησε έναν ξυλοκόπο και τον θερμοπαρακάλεσε να την κρύψει. Ο ξυλοκόπος τότε της έδειξε την καλύβα του και της συμβούλεψε να κρυφτεί μέσα σ’ αυτή. Ύστερα από λίγο έφτασαν οι κυνηγοί και τον ρώτησαν, αν είδε καμία αλεπού. Εκείνος του είπε πως «δεν είδε» αλλά με το χέρι του τους έδειχνε που είναι κρυμμένη.
Οι κυνηγοί δεν κατάλαβαν την κίνηση του χεριού του και πίστεψαν τα λόγια του. Η αλεπού, σαν είδε τους κυνηγούς να φεύγουν, βγήκε από την καλύβα χωρίς να χαιρετήσει τον ξυλοκόπο. Αυτός παραπονέθηκε γιατί εκείνη δεν του έδειξε καθόλου ευγνωμοσύνη, που την έσωσε. Κι η αλεπού τ’ απάντησε: «Θα σε ευχαριστούσα, αν τα έργα σου του χεριού σου ήταν όμοια με τα λόγια σου».
Ο μύθος μας διδάσκει πως υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που με τα λόγια τους κάνουν τον τίμιο, ενώ με τα έργα τους δείχνουν την προστυχιά τους.
«Αισώπου Μύθοι»
Αναρτήθηκε από andrias pavlos


Εικονογράφηση: Ελπίδα Δημόγιαννη

Tuesday, 24 September 2024

Παραμυθάκι για το Πρωινό Ντύσιμο - Καλημέρα σας :)

Κάτσε, χρυσό μου, φρόνιμα, να σε πλύνω! είπε η μαμά.
— Παιδί μου, πρέπει να σταθείς ήσυχο, έκανε το νερό.
Αν δεν τριφτείς καλά με το σαπούνι, δε θα βγουν οι μουντζούρες! είπε ο τρίφτης.
Το ένα αυτί το σκουπίσαμε, τώρα η σειρά του άλλου! έκανε η πετσέτα. 
Λίγο βούρτσισμα ακόμη και θα είμαστε χτενισμένοι! είπαν η βούρτσα και το χτένι.
Πρώτα το ένα χεράκι κι ύστερα το άλλο! συμβούλεψε το πουκάμισο.
Όσο πάνε, τα γαμπάκια μας παχαίνουν! αναστέναξαν οι κάλτσες.
Ό,τι αξίζει όλο το ντύσιμο, αξίζουν τα παπούτσια! καμάρωσαν τα μαύρα γυαλιστερά μποτάκια.
Τώρα φόρεσέ με δίχως να ξεχτενιστείς! είπε το κόκκινο πουλοβεράκι.
Και το τελευταίο εγώ! έκανε το μακρύ βελουδένιο παντελόνι.
Τώρα δε μένει παρά να σου σκουπίσω τη μυτούλα! πρόσθεσε το κάτασπρο μαντιλάκι.
Έτοιμοι! έτοιμοι! φώναξαν όλα μαζί.
Τίποτε δεν είναι έτοιμο, αν δε φιλήσω εγώ το παιδάκι μου! είπε η μανούλα και έδωσε ένα ζεστό ζεστό φιλί στο μαγουλάκι.

Γεωργία Ταρσούλη
paidika

Thursday, 29 August 2024

Αίσωπος: Ο πίθηκος που έγινε βασιλιάς / Aesop's Fables - The Monkey As King

Μια φορά κι έναν καιρό, το γέρικο λιοντάρι, που ήταν ο βασιλιάς της ζούγκλας πέθανε και τα ζώα συγκεντρώθηκαν για να διαλέξουν τον καινούργιο βασιλιά τους.
Μα δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί όλα τα ζώα ήθελαν να πάρουν τη θέση του βασιλιά.
- Ακούστε! είπε η τίγρη. Πέθανε το λιοντάρι, μα τη θέση του μπορώ να την πάρω εγώ. Είμαι δυνατή και έξυπνη και μου ταιριάζει να γίνω βασιλιάς σας.
- Μπα; έκανε ο ελέφαντας. Εγώ πρέπει να γίνω βασιλιάς σας, γιατί είμαι το πιο μεγάλο ζώο της γης!
- Μπορεί να είσαι μεγάλο, αλλά δεν μπορείς να τρέξεις όπως τρέχω εγώ, του είπε ο ρινόκερος.
- Σταματήστε να καυγαδίζετε! πήρε το λόγο η καμηλοπάρδαλη. Μπορεί εσείς να είσαστε δυνατά και άγρια, μα εγώ είμαι το πιο ευγενικό ζώο της ζούγκλας. Εμένα πρέπει να κάνετε βασιλιά σας!
- Να γίνω εγώ βασιλιάς! είπε ο γορίλας και άφησε μια κραυγή που ακούστηκε σε όλη τη ζούγκλα.
- Η κορώνα ταιριάζει σε μένα! είπε και ο ιπποπόταμος.
Όλα τα ζώα, από τα μικρά ως τα πιο μεγάλα, από τα πιο ήσυχα ως τα πιο άγρια, ήθελαν να πάρουν τη θέση του βασιλιά και γινόταν μεγάλος καυγάς και φασαρία.
- Ακούστε τι θα γίνει, πρότεινε ο λύκος. Να φορέσουμε όλα την κορώνα και σε κείνον που θα ταιριάζει περισσότερο, θα γίνει ο βασιλιάς μας.  Όλα συμφώνησαν και άρχισαν να δοκιμάζουν την κορώνα.
Και συμφώνησαν ότι ταίριαζε στο κεφάλι ενός πιθήκου. Έτσι τον έκαναν βασιλιά τους.
Κι ο πίθηκος από τη χαρά του. άρχισε να παίζει με την κορώνα, κάνοντας τ' άλλα ζώα να γελούν.
Όμως στην αλεπού κακοφάνηκε που έγινε ο πίθηκος βασιλιάς και για να τον γελοιοποιήσει μπροστά στα άλλα ζώα, του είπε:
- Ξέρω ένα μέρος όπου υπάρχει ένας θησαυρός. Πάμε να σου τον δείξω;
Ο πίθηκος την ακολούθησε πρόθυμα και η πονηρή αλεπού τον πήγε κατευθείαν σε μια παγίδα όπου είχαν φτιάξει οι άνθρωποι για τα ζώα.
Κι όταν ο πίθηκος έπεσε στην παγίδα, φώναξε η πονηρή Μαριώ στα ζώα που έτρεξαν να δουν:
- Να ποιον διαλέξαμε για βασιλιά μας! Έναν κουτό!
- Και τώρα τι θα κάνουμε; ρώτησε ένα ελάφι.
- Τίποτα, είπε η αλεπού. Δε θα φορέσει κανένα μας την κορώνα για να μη ζηλεύουν τα άλλα.
Και από την ημέρα εκείνη τα ζώα του μεγάλου δάσους έζησαν χωρίς βασιλιά.

Tuesday, 27 August 2024

Αίσωπος - Η αλεπού με την κομμένη ουρά

Μια αλεπού τριγύριζε μέσα στο δάσος πεινασμένη… Είχε τρεις μέρες να φάει και τα μάτια της γυάλιζαν από την πείνα…
Αν πεις για τα σάλια της, δεν μπορούσε να τα κρατήσει μέσα στο στόμα της, καθώς η γλώσσα της κρεμόταν δυο πιθαμές.
Αλλά να ένας λαγός που η φουντωτή ουρά του ξεπρόβαλε μέσα από τους θάμνους! Ορμάει δίχως να σκεφτεί στον αναπάντεχο μεζέ. Μα… χραααπ! Μέσα στη χαρά της που θα γλίτωνε από την απελπισμένη πείνα δεν πρόσεξε το δόκανο ενός κυνηγού. Ευτυχώς που πιάστηκε μόνο η φουντωτή ουρά της, λάφυρο για τον άτυχο κυνηγό. Όσο για τον λαγό, έγινε καπνός μόλις άκουσε το βογκητό της αλεπούς.
Τώρα δεν έφτανε που ήταν πεινασμένη, ήτανε και κολοβή, το ρεζίλι δηλαδή των αλεπούδωνΜπροστά της έβλεπε όλες τις φίλες της αλεπούδες να σκάνε στα γέλια με το πάθημά της και να κουνάνε τις ουρές τους περήφανες και καμαρωτές… Ε, όχι!
- Κορίτσια, κορίτσια, ελάτε, μαζευτείτε κι έχω φοβερά νέα να σας πω! Ελάτε στο ξέφωτο για να δείτε την καινούρια μόδα για τη γούνα μας…
Η αλεπού μας καμώθηκε πως διαφημίζει καινούρια αλεπουδοεμφάνιση πιο άνετη, πιο δροσερή, πιο ανάλαφρη.
- Βλέπετε εμένα; Είμαι ξαλαφρωμένη, τρέχω πιο γρήγορα, δε λαχανιάζω και σίγουρα δε σκέφτομαι πια πώς να προφυλάξω την ουρά μου! Τέρμα λοιπόν στις αλεπουδοουρές, μέσα στη μόδα και μεις
Έγινε ένα σούσουρο και οι αλεπούδες την κοιτούσαν μ΄ απορία και προσπαθούσαν να βρουν δίκιο στα λόγια της.
- Μα εσένα σε συμφέρει αυτή η εμφάνιση, για να μη φαίνεσαι πως είσαι κολοβή. Θέλεις και μεις να κόψουμε τις ουρές μας για να μη φανεί το δικό σου κουσούρι. Ακούς εκεί! Πάμε κορίτσια και μην ακούτε τις αηδίες που μας λέει. Το συμφέρον της κοιτάει. Είμαστε αλεπούδες κι έχουμε τις ωραιότερες φουντωτές ουρές!
Η αλεπού μας κοκκίνισε, πρασίνισε και δεν είχε και ουρά να βάλει μες στα σκέλια της. Έφυγε ταπεινωμένη και ντροπιασμένη, γιατί όλοι κατάλαβαν πως δεν συμβούλευε τους άλλους επειδή πραγματικά ενδιαφερόταν για το καλό τους, αλλά γιατί ήθελε να εξυπηρετήσει το δικό της προσωπικό συμφέρον
- Πόσο πρέπει να προσέχουμε από κάποιους σαν κι αυτή και τις συμβουλές τους, λέγανε μετά οι αλεπούδες στα παιδάκια τους.
Πραγματικά υπάρχουν πολλοί που τα ελαττώματά τους τα παρουσιάζουν προτερήματα, για να καλύψουν την ασχήμια τους. Και αντί να αισθάνονται ντροπή, προσπαθούν να μας πείσουν να συμπεριφερθούμε και μεις λανθασμένα, για να κρύψουν τη δική τους κακή στάση και συμπεριφορά .
Απόδοση: Δ.Σ.
pemptousia

Ο Αίσωπος
Οι Μύθοι του Αισώπου έχουν μια ιδιαίτερη χάρη, μια θαυμαστή απλότητα και άφταστη διδακτικότητα! Είναι παρμένοι από την καθημερινή ζωή και την φύση. Ο Αίσωπος έχει μια μοναδική δυνατότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι αυτή ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί.
Ο Αίσωπος γεννήθηκε στην περιοχή της Φρυγίας το 600 περίπου π.Χ. και πέθανε στα 564 π.Χ. Ήταν μαυριδερός κι άσχημος και δούλευε σε κάποιον κτηματία σαν δούλος - βοσκός. Μια μέρα, που είδε τον επιστάτη να χτυπάει άδικα έναν δούλο, έτρεξε να τον βοηθήσει κι έτσι ο επιστάτης για να τον εκδικηθεί τον κατηγόρησε στο αφεντικό - κτηματία - που τον πήγε στην αγορά της Εφέσσου να τον πουλήσει!

Εκεί, τον αγόρασε ο σοφός Ξάνθος από την Σάμο, που εκτίμησε το έξυπνο βλέμα του και τον πήρε μαζί του σαν δούλο. Μαζί του, ο Αίσωπος, άρχισε να ταξιδεύει και να γνωρίζει τον κόσμο. Κάποτε έφθασαν και στην περιοχή των Δελφών όπου επισκέφθηκαν το περίφημο Μαντείο.
Ο Αίσωπος ειρωνεύτηκε τους ιερείς του Μαντείου ότι μαντεύουν για να πλουτίζουν και τους κατοίκους των Δελφών ότι αντί να καλλιεργούν τα κτήματά τους και να φροντίζουν τα ζώα τους ζούσαν από τα αφιερώματα των προσκυνητών του Μαντείου. Αυτό του το θράσος εξόργισε τους ιερείς του Μαντείου οι οποίοι τον παγίδευσαν, βάζοντας ένα χρυσό ποτήρι στις αποσκευές του, και κατόπιν τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο!
Έτσι τον δίκασαν άδικα και τον καταδίκασαν σε θάνατο, ρίχνοντας τον από τις κορυφές των Φαιδρυάδων, κάποια απόκρημνα βράχια. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Απόλλωνας τιμώρησε την αδικία τους στέλνοντας στους κατοίκους των Δελφών μεγάλη πείνα και λιμό, που θέρισαν πολλούς κατοίκους. Αυτοί τότε για να εξιλεωθούν, έστησαν μια μαρμάρινη στήλη προς τιμήν του Αισώπου.
Λέγεται ότι ο Αίσωπος είπε τους μύθους του αυτούς όχι μόνο στη διάρκεια της ζωής του αλλά και με σκοπό να υποστηρίξει την αθωότητά του στο δικαστήριο. Μέσα από τους μύθους του διακρίνεται το ευρύ, παρατηρητικό του πνεύμα κι η ικανότητά του να διδάσκει με μικρές απλές ιστορίες, που πάντα έχουν στο τέλος κάποιο ηθικό δίδαγμα.
Ο Αίσωπος συνήθιζε με την παρατηρητικότητα και την βαθειά σοφία του να πλάθει τέτοιες ιστορίες και να τις λέει γύρω του.
Με τον καιρό απέκτησε μεγάλη φήμη κι όλοι έτρεχαν κοντά του να ακούσουν κάποιο μύθο του σχετικά με κάποιο πρόβλημα που τους απασχολούσε.
Σιγά - σιγά οι μύθοι του άρχισαν να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα μεταξύ των ανθρώπων, μέχρι την ελληνιστική εποχή οπότε συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν σαν ένα βιβλίο, αιώνες αργότερα.

Saturday, 24 August 2024

Αίσωπος: Αετός και Σκαθάρι - The Eagle and the Stag Beetle

Αυτός ο μύθος ειπώθηκε από τον Αίσωπο, πριν από πολλούς αιώνες.
... και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό
για να σπάσουν.
Η υπεροψία των πλούσιων και ισχυρών που νομίζουν ότι η δύναμή τους και μόνο αρκεί για να υποτάξει τον φτωχό και τον αδύνατο εξακολουθεί να ματώνει αθώους και από τις δύο πλευρές.
    Ένας αετός κυνηγούσε κάποτε έναν λαγό με τόσο μεγάλη ταχύτητα και επιδεξιότητα που όλα έδειχναν ότι το άτυχο ζώο δεν θα αργούσε να πέσει στα νύχια του. Κατατρομαγμένος, απελπισμένος και κουρασμένος από το τρέξιμο ο λαγός συνάντησε ξαφνικά στον δρόμο του ένα μικροσκοπικό σκαθάρι και προσπέφτοντας στα πόδια του είπε:
“Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με από τον αετό και… βοήθησέ με να γλιτώσω τη ζωή μου.”

    Το σκαθάρι λυπήθηκε τον λαγό, του έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε ότι θα του συμπαρασταθεί. Πράγματι, όταν ο αετός πλησίασε το θήραμά του το σκαθάρι μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και το λαγό και του φώναξε:
“Αυτό το πλάσμα είναι υπό την προστασία μου. Άσε το να ζήσει και ψάξε κάπου αλλού για την τροφή σου.”

    Ο αετός όμως ακούγοντας τα γενναία λόγια του σκαθαριού και βλέποντας το μικρό μέγεθός του, γέλασε αυτάρεσκα, έκανε μια χαψιά το λαγό και πέταξε μακριά, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του μικροσκοπικού εντόμου.

    Το σκαθάρι, όμως, πήρε πολύ βαριά αυτή την προσβολή. Ανέβηκε λοιπόν στην απόκρημνη φωλιά όπου προστάτευε τα αυγά του αετός και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό για να σπάσουν.
    Από τότε ο αετός δεν κατάφερε να ξαναποκτήσει παιδιά γιατί, όσο καλά και αν προστάτευε τη φωλιά του, κάθε φορά που γεννούσε αυγά και απομακρυνόταν για να βρει τροφή, το σκαθάρι ανέβαινε πετώντας μέχρι εκεί και του τα έσπαγε όλα.
    Απελπισμένος, ο αετός απευθύνθηκε στο Δία του οποίου ήταν το σύμβολο και ζήτησε την προστασία του. Ο Δίας λοιπόν πήρε τα αυγά του αετού στην αγκαλιά του και υποσχέθηκε να τα προστατεύει μέχρι αυτά να εκκολαφθούν και να προσέχουν πλέον μόνα τους τον εαυτό τους.

    Το σκαθάρι δεν πτοήθηκε ούτε από τον νέο γιγαντιαίο και ισχυρό προστάτη των αυγών. Μάζεψε μια μικρή μπάλα κοπριά, πέταξε μέχρι τον Όλυμπο και την έριξε πάνω στο μπράτσο του Δία. Εκνευρισμένος τότε εκείνος έπιασε τον βόλο αυτής της βρωμιάς με το άλλο του χέρι και τον πέταξε μακριά. Πάνω στη βιασύνη του όμως, ξέχασε τα αυγά του αετού που κρατούσε και αυτά έπεσαν κάτω, σπάζοντας για άλλη μια φορά.

Γιώργος Επιτήδειος
Ο μύθος στην αρχαία μας γλώσσα
Ἀετὸς καὶ κάνθαρος
Ἀετὸς λαγωὸν ἐδίωκεν. ὁ δὲ ἐν ἐρημίᾳ τῶν βοηθησόντων ὑπάρχων, ὅν μόνον ὁ καιρὸς παρέσχε, κάνθαρον ἰδών, τοῦτον ἱκέτευεν. ὁ δὲ παραθαρσύνας αὐτόν, ὡς ἐγγὺς ἐλθόντα τὸν ἀετὸν ἐθεάσατο, παρεκάλει μὴ ἀπάγειν αὐτοῦ τον ἱκέτην. κἀκεῖνος ὑπεριδὼν τὴν μικρότητα ἐν ὄψει τοῦ κανθάρου τὸν λαγωὸν κατεθοινήσατο. ὁ δὲ ἀπ' ἐκείνου μνησικακῶν διετέλει παρατηρούμενος τοῦ ἀετοῦ τὰς καλιὰς καί, εἴ ποτε ἐκεῖνος ἔτικτε, μετάρσιος αἰρόμενος ἐκύλιε τὰ ὠὰ καὶ κατέασσε, μέχρις οὗ πανταχόθεν ἐλαυνόμενος ὁ ἀετὸς ἐπὶ τὸν Δία κατέφυγεν ( ἔστι δὲ τοῦ θεοῦ ἱερὸς ὁ ὄρνις ) καὶ αὐτοῦ ἐδεήθη τόπον αὐτῷ πρὸς νεοττοποιίαν ἀσφαλῆ παρασχεῖν. τοῦ δὲ Διὸς ἐν τοῖς ἐαυτοῦ κόλποις τίκτειν ἐπιτρέψαντος αὐτῷ, ὁ κάνθαρος τοῦτου ἑωρακώς, κόπρου σφαῖραν ποιήσας ἀνέπτη καὶ γενόμενος κατὰ τοὺς τοῦ Διὸς κόλπους ἐνταῦθα καθῆκεν. ὁ δὲ Ζεὺς ἀποσείσασθαι τὴν κόπρον βουλόμενος, ὡς διανέστη ἔλαθεν τὰ ὠὰ ἀποῤῥίψας. ἀπ' ἐκείνου τέ φασι περὶ ὃν καιρὸν οἱ κάνθαροι γίνονται μὴ νεοττεύειν τοὺς ἀετούς.
Ὁ λόγος διδάσκει μηδενὸς καταφρονεῖν, λογιζομένους ὅτι οὐδεὶς οὕτως ἐστὶν ἀδύνατος ὡς προπηλακισθεὶς μὴ δύνασθαί ποτε ἑαυτὸν ἐκδικῆσαι.

Friday, 26 April 2024

Πυρετός: Ένας... καλός φίλος στην αρρώστια μας!

Το διδακτικό αυτό Παραμύθι απευθύνεται σε όλα τα παιδάκια και τους γονείς τους.
    Το έγραψε ο Παναγιώτης Σπυρίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Παιδιατρικής.
Ο πυρετός στα παιδιά...
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Αναρτήσεις από τον κ. Σπυρίδη:

Thursday, 7 March 2024

Η ιστορία του Αρλεκίνου

Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη με τις γόνδολες, τη Βενετία, ζούσε ένα φτωχό παιδάκι, ο Αρλεκίνος. Τις μέρες της Αποκριάς, στη Βενετία γιορτάζουν το καρναβάλι με παρελάσεις και γιορτές. Όλοι ντύνονται μασκαράδες και κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες τους γλεντάνε μέχρι το πρωί.
Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο
πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε 
μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει !
Ο μικρός Αρλεκίνος, κάθε απόγευμα, καθόταν στο παράθυρο, έβλεπε τους γελαστούς μασκαράδες που περνούσαν παρέες παρέες κάτω από το σπίτι του και μερικές φορές ένα δάκρυ κυλούσε στο μαγουλάκι του. Θυμόταν πώς ντυνόταν κι αυτός μασκαράς μαζί με τον πατέρα του και τη μητέρα του και κάνανε βόλτες στην πλατεία το Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια.
Τώρα πια όλα ήταν διαφορετικά! Ο πατέρας είχε πεθάνει και η καημένη η μητέρα του με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να πληρώνει τα έξοδά τους.
Σκούπιζε, λοιπόν, το δάκρυ του και χαιρετούσε τους γελαστούς μασκαράδες που του φώναζαν να κατέβει μαζί τους στο γλέντι.

Η μαμά του είδε το κρυφό δάκρυ του Αρλεκίνου και ανέβηκε στη σοφίτα αποφασισμένη να βρει κάτι, έστω κι ένα παλιό ρούχο, για να μασκαρέψει το λυπημένο παιδί της. Κάτι μικρά κουρελάκια από υφάσματα της έδωσαν την ιδέα ! Τα μάζεψε όλα, πήρε τα ραφτικά της και δούλεψε μέχρι το πρωί. Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει !

Ξύπνησε χαρούμενη το Αρλεκίνο και τον έντυσε με τη στολή. Φούντωσε τα κατσαρά καστανά μαλλάκια του παιδιού και, σαν τελευταία πινελιά, άνοιξε δυο τρύπες με το ψαλίδι της σε μια μαύρη βελούδινη λωρίδα και την έδεσε στα μάτια του παιδιού για μάσκα ! Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο !
Ευτυχισμένος ο Αρλεκίνος, με τα δάκρυα απ’ τα παράπονα να λάμπουν στα ματάκια του, έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μανούλα του και έτρεξε στην πλατεία.
Τα πυροτεχνήματα έλαμπαν στον ουρανό και τα παιδιά μάζευαν καραμέλες και σοκολάτες που πετούσαν οι άρχοντες από τα μπαλκόνια.
Όταν έφτασε στην πλατεία ο Αρλεκίνος, όλοι θαύμαζαν τη φορεσιά του, κι εκείνος χαρούμενος άρχισε να χορεύει χωρίς να φανερώνει ποιος είναι.
Ποιος είσαι; τον ρωτούσαν πολλοί. Είσαι από τη Βενετία; Που αγόρασες αυτή τη θαυμάσια στολή;
Ο Αρλεκίνος χαμογελούσε και κρατούσε καλά φυλαγμένο το μυστικό του, ώσπου μια κοπελίτσα τού άρπαξε τη μάσκα.
Είναι ο Αρλεκίνος ! φώναξαν κάποιοι ξένοι.
Αυτός είναι ο βασιλιάς του καρνάβαλου, φώναξαν όλοι μαζί και του πρόσφεραν φρούτα και γλυκά χορεύοντας χαρούμενοι γύρω του.
Ο Αρλεκίνος χόρεψε ξέφρενα όλη νύχτα και το πρωί γύρισε στο σπίτι του φορτωμένος με γλυκά.
Ένας χρόνος πέρασε. Την επόμενη χρονιά, μόλις πλησίαζε η Αποκριά, όλοι έτρεξαν στη μητέρα του Αρλεκίνου και πλήρωναν όσο όσο για να ράψουν μια πολύχρωμη φορεσιά αρλεκίνου!

Thursday, 29 February 2024

«Ήταν ένα μικρό καράβι, που ήταν α, α, αταξίδευτο» - Η μακάβρια ιστορία πίσω από το πιο γνωστό παιδικό τραγουδάκι...

Στη ζωή δεν είναι πάντα όλα όπως φαίνονται. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι κρύβεται πίσω από μία ιστορία. Ακόμα κι αν αυτή η ιστορία αφορά το πιο γνωστό παιδικό τραγουδάκι.
Όσο γλυκό και ωραίο κι αν ακούγεται.

Η μακάβρια ιστορία κανιβαλισμού πίσω από το πιο γνωστό παιδικό τραγουδάκι...
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του τραγουδιού που ελάχιστα είναι τα παιδιά που δεν το γνωρίζουν. 
Ελάχιστα είναι τα νηπιαγωγεία που δεν το μαθαίνουν στα μικρά παιδάκια. Η πραγματική ιστορία πίσω από το τραγούδι προκαλεί ανατριχίλα.

Μπορεί το «να δούμε ποιος θα φαγωθεί» να προκαλεί γέλιο και πειράγματα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, ωστόσο, για όσους γνωρίζουν τι πραγματικά έχει συμβεί μόνο αστείο δεν είναι.
«Ήταν ένα μικρό καράβι, που ήταν αταξίδευτο»
Η γαλλική φρεγάτα Medusa, στις 17 Ιουνίου 1816 σαλπάρει από το Ροσφόρ στο Σαράντ Μαριτίμ της Γαλλίας με τελικό προορισμό το λιμάνι Πόρ Λουί της Σενεγάλης. 

Μαζί με τη Medusa ξεκινάνε για να κάνουν το ίδιο ταξίδι τρία ακόμα πλοία. Το Argus, το ανεφοδιαστικό Loire και η κορβέτα Echo.
Το τραγουδάκι αυτό, λοιπόν, είναι η μελοποιημένη εξιστόρηση μιας μακάβριας ιστορίας, ενός ναυαγίου και του κανιβαλισμού των επιζώντων του.
Στη Μέδουσα επέβαιναν 400 άτομα επιβάτες και 160 άτομα πλήρωμα. Ανάμεσα στους επιβάτες και ο νέος κυβερνήτης της Σενεγάλης Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σμαλτζ με την σύζυγό του. Κυβερνήτης του πλοίου, ανέλαβε ο... θαλασσόλυκος, Υγκ Ντυρουά ντε Σωμερύ, που όμως είχε να βγει στην ανοιχτή θάλασσα περισσότερα από 20 χρόνια.
Ήταν φίλος του βασιλιά της Γαλλίας και αυτό ήταν το «εισιτήριο» του, ώστε να πάει στο τιμόνι του πλοίου. 
Ο καπετάνιος ήθελε να εντυπωσιάσει τον βασιλιά αλλά και τους επιβάτες του πλοίου και έτσι όταν η νηοπομπή ξεκίνησε, αγνόησε τους καπετάνιους των τριών άλλων πλοίων και χάραξε τη δική του πορεία, έχοντας μεγαλύτερη ταχύτητα από τους υπόλοιπους.

Επειδή, όμως, όπως είπαμε νωρίτερα, είχε πολλά χρόνια να ταξιδέψει σε ανοιχτή θάλασσα, ζήτησε τη γνώμη ενός απλού επιβάτη ο οποίος του παρουσιάστηκε ως… μέγας γνώστης! 
«Κι έκανε ένα μακρύ ταξίδι, μέσα εις τη Μεσόγειο»
Οι άτυχες και επιπόλαιες επιλογές του καπετάνιου άρχισαν να έχουν τις επιπτώσεις τους μερικές ημέρες αργότερα. Στις 2 Ιουλίου η Μέδουσα βρισκόταν κατά 100 ναυτικά μίλια εκτός πορείας!
Είχε προσεγγίσει επικίνδυνα τις ακτές της σημερινής Μαυριτανίας όπου τελικά (μετά από έναν αδέξιο χειρισμό) προσάραξε σε μια μεγάλη ξέρα.
Το πλήρωμα έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να απομακρύνει το πλοίο προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του. 
Ότι και να έκαναν οι ναυτικοί, ωστόσο, το καράβι δεν «ξεκόλλησε». Έτσι αποφασίστηκε να τεθεί σε εφαρμογή το plan b.

Ο καπετάνιος έδωσε εντολή να εγκαταλειφθεί το πλοίο και όλοι να επιβιβαστούν στις σωσίβιες λέμβους. Το θέμα, ωστόσο, ήταν πως οι επιβάτες ήταν περισσότεροι απ’ όσους θα μπορούσαν να χωρέσουν οι λέμβοι.
Μοναδική λύση ήταν οι τεχνικοί να φτιάξουν μια τεράστια σχεδία προκειμένου να χωρέσουν σε αυτή οι περίπου 150 άνθρωποι που… περίσσευαν!

Η «σχεδία της Μέδουσας», όπως ονομάστηκε, ήταν μια πρόχειρη κατασκευή η οποία αρχικά ήταν δεμένη με σχοινιά με τις σωσίβιες λέμβους.
Στην πορεία, ωστόσο, τα σχοινιά κόπηκαν και η σχεδία άρχισε να πλέει μόνη της. Εκ των υστέρων αναφέρθηκε ότι τα σκοινιά τα είχε κόψει ο ίδιος ο κυβερνήτης του πλοίου ο οποίος ήταν σε μια από τις βάρκες, αλλά αυτό δεν αποδείχτηκε ποτέ… 
«Και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος θα φαγωθεί»
Με αυτά και με αυτά η Μέδουσα έμεινε κολλημένη στην ξέρα και η σχεδία της ακυβέρνητη και έρμαιο τον καιρικών συνθηκών.
Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων η σχεδία έπλεε μέσα σε σφοδρές καταιγίδες, ισχυρούς ανέμους και τεράστια κύματα επί 13 ολόκληρες ημέρες!

Οι συνθήκες επιβίωσης άθλιες και όταν «σωθήκαν όλες οι τροφές» άρχισαν οι εντάσεις ανάμεσα στους επιβαίνοντες. Μέσα σε αυτό κλίμα την τρίτη ημέρα της «Οδύσσειας» οι κατώτατοι αξιωματικοί του πλοίου που επέβαιναν στη σχεδία, εκτέλεσαν κάποιους από τους απλούς επιβάτες οι οποίοι διαμαρτύρονταν.
Οι φόνοι, ωστόσο, δεν άλλαξαν την μοίρα της σχεδίας η οποία συνέχισε να πλέει ανεξέλεγκτα. Παράλληλα, πολλοί από τους επιβάτες, δεν άντεξαν και πέθαναν από την πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες.
Όσοι κατάφεραν και κρατήθηκαν στη ζωή ήρθαν αντιμέτωποι με ένα φρικτό δίλημμα: Ή θα πέθαναν και αυτοί, ή θα έτρωγαν τα πτώματα.
Κάποιοι προτίμησαν να πεθάνουν. 

Κάποιοι άλλοι, ωστόσο, άφηναν τα άψυχα σώματα να ξεραίνονται στον ήλιο και στη συνέχεια τα έτρωγαν προκειμένου να καταφέρουν, έστω και με αυτόν τον μακάβριο τρόπο, να κρατηθούν στη ζωή.
Τελικά, το μαρτύριο τους έλαβε τέλος όταν εντοπίστηκαν από το πλοίο Argus. Όταν τους βρήκε περισυνέλεξε ζωντανούς μόνο 15 επιβάτες, από τους οποίους τελικά έζησαν οι 10.

Το φρικτό ναυάγιο που έγινε πηγή έμπνευσης
Τα όσα συνέβησαν αυτές τις 13 φρικτές ημέρες πάνω στη «σχεδία της Μέδουσας», όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό, έγιναν γνωστά (η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές… παραφουσκωμένα) στη γαλλική κοινωνία και προκάλεσαν την αποστροφή της.
Η νέα «κυβέρνηση» του Λουδοβίκου του ΧVIII (ο Ναπολέων είχε ηττηθεί ένα χρόνο πριν στο Βατερλό) δέχτηκε σκληρή κριτική και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ληφθούν αυστηρότερα μέτρα τόσο για το ποιος θα μπορούσε να γίνει καπετάνιος σε ένα πλοίο, όσο και σε ότι αφορά την ασφάλεια του πλοίου και κυρίως τις σωσίβιες λέμβους.

Το φρικτό ναυάγιο, ωστόσο, έγινε πηγή έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες. 
Εκτός από το γνωστό παιδικό τραγουδάκι, δημιουργήθηκαν πίνακες ζωγραφικής αλλά και βιβλία που στήριζαν την υπόθεσή τους στο συγκεκριμένο ναυάγιο!
Ο πλέον φημισμένος από τους πίνακες, είναι αυτός του σπουδαίου ζωγράφου Τεοντόρ Ζερικό ο οποίος ονόμασε το έργο του «Σχεδία της Μέδουσας». Ο Ζερικό μελέτησε σε βάθος την υπόθεση του ναυαγίου.
Για να έχει ολοκληρωμένη και κυρίως προσωπική άποψη για τα όσα συνέβησαν πάνω στη σχεδία, επισκέφθηκε κάποιους από τους επιζώντες στο νοσοκομείο, ενώ δεν δίστασε να δει από κοντά κάποια από τα πτώματα στο νεκροτομείο.
Ένας από τους ανθρώπους που συνάντησε ήταν ο διασωθέντας μαραγκός του πλοίου, ο οποίος του ζωγράφισε ένα πιστό αντίγραφο της σχεδίας!

Ο Ζερικό αφού συγκέντρωσε όσα στοιχεία ήθελε, κλείστηκε για οκτώ ολόκληρους μήνες στο εργαστήριό του για να ολοκληρώσει τον πίνακα που έχει διαστάσεις 4,19 Χ 7,16! 
Ο Ζερικό πέθανε 5 χρόνια μετά και μέχρι τότε δεν είχε καταφέρει να πουλήσει τον εκπληκτικό πίνακά του ο οποίος κάποια στιγμή πέρασε στα χέρια ιδιωτών.
Αργότερα τον πίνακα αγόρασε η γαλλική κυβέρνηση και έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα εκθέματα του Λούβρου, στην αίθουσα 61 της πτέρυγας Sully.

Παράλληλα, η ιστορία της Μέδουσας έγινε έμπνευση για να γραφτούν βιβλία, όπως το «Οι περιπέτειες του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, που λαμβάνει χώρα πάνω στο φαλαινοθηρικό πλοίο «Γράμπος» ή στο μυθιστόρημα «Η σφίγγα των πάγων» του Ιουλίου Βερν, το οποίο γράφτηκε ως συνέχεια του βιβλίου του Πόε.

Monday, 1 January 2024

Ὁ πεῦκος καί ἡ ροδιά

πεῦκος φουντωτὸς ἐκαμάρωνε στὴν πόρτα ἀπέξω τοῦ περιβολιοῦ.
Μιὰ μέρα εἶδε μὲς ἀπὸ τὸν φράκτη νὰ προβαίνῃ μιὰ κοντὴ ροδιά. Ποιός τὴν ἔφερε κεῖ πέρα, κανεὶς δὲν ξέρει μήτε κι ὁ πεῦκος, ποὺ ἐφύλαγε τὴν πόρτα.
Καθὼς τὴν εἶδε ὁ πεῦκος τὴν ροδιὰ κοντὴ ἔτσι μὲ τὰ πτωχὰ τὰ φυλλαράκια της, τὴν ἐπεριφρόνησε· δὲν ἐκαταδέχθηκε νὰ τὴν προσέξῃ.

Επύκνωνε αὐτὸς τὰ ἀμέτρητα τὰ φύλλα του, γιατὶ ἦταν ἄνοιξι. Ἀνυπόμονος ἐβιαζόταν νὰ φουντωθῆ πιὸ πολὺ ἀκόμη καὶ νὰ καμαρώσῃ. Τὴν κοντούλα τὴν ροδιὰ δὲν τὴν ἔβλεπε καθόλου.
Έργο του Γαλιώτου Ανδρέα
Μιὰν αὐγὴ ὅμως
ἡ ροδιὰ εὑρέθηκε ἀνθισμένη στὰ κόκκινα, στὰ φλόγινα ντυμένη. Ἡ φορεσιά της ἐθάμπωσε τὸν πεῦκο.
Στὴν ἀρχὴ αὐτὸς ἐπαραξενεύθηκε πολύ, ἄφησε τὴν ὑπερηφάνεια κι ἔσκυψε καὶ ἐπρόσεχε, ὅλο ἐπρόσεχε τῆς ροδιᾶς τὴν τόσο φουντωμένη ἀνθοβολιά. Καὶ δὲν ἔνοιωσε, πὼς ἔτσι ἐπροσκυνοῦσε τὴν ταπεινούλα τὴν ροδιά.
Τῆς ροδιᾶς ὅμως ὅλη ἡ προσοχή της καὶ ἡ λατρεία της ἦταν στὰ ἄνθη, τὰ παιδιά της.

– Τὶ καμάρι! ἔλεγε ὁ πεῦκος. Οὔτε γυρίζει νὰ μὲ ἰδῇ.

Καὶ ἐφυσομανοῦσε, ἐστιόταν καὶ ἐλυγιόταν, γιὰ νὰ τὴν κάμη νὰ προσέξη. Τέλος παρηγορήθηκε μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ ρέψη γρήγορα στὸ χῶμα τῆς ροδιᾶς ἡ ὑπερηφάνεια.

Καὶ ἡ ὥρα αὐτὴ φαίνεται πὼς ἐρχόταν στ’ ἀλήθεια. Τ’ ἄνθη τῆς ροδιᾶς ἕνα – ἕνα ἔσβηναν καὶ ἐχάνονταν.
Τοῦ πεύκου ἡ χαρὰ ἦταν τώρα πολυθόρυβη.

– Τὴν ἔπαθες καλά! εἶπε ὁ πεῦκος. Τὸ ἐπερίμενα.


Ὅμως τί ἔγινε πάλι μιὰν αὐγή; ᾽Εξύπνησε ὁ πεῦκος μας καὶ τί νὰ ἰδῇ; Στὸν τόπο τῶν πεσμένων λουλουδιῶν εἶχαν προβάλει ρόδια μικρά, μεγάλα, φλόγινα, κόκκινα καὶ στρογγυλὰ καὶ παχουλὰ σὰν τοῦ μικροῦ παιδιοῦ τὰ μάγουλα.

Τότε πιὰ ἐπῆγε ὁ πεῦκος νὰ χλωμιάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἔβλεπε τὰ δικά του τὰ παιδιά, τὰ κουκουνάρια, καὶ δὲν ἤξερε ποῦ νὰ τὰ κρύψη ἀπὸ τὴν ντροπή του. Μὰ ἔκανε ὑπερηφάνεια τὴν ντροπὴ καὶ ἐσώπαινε. Καὶ ἐπερίμενε νὰ ἰδῇ τί ἄλλο θ’ ἀπογίνῃ μὲ τὴν φαντασμένη τὴν ροδιά.
Τέλος ἔφθασε ἡ ἡμέρα, ποὺ ἔπρεπε καὶ ὁ πεῦκος νὰ χαρῇ λιγάκι. Καὶ νὰ παρασταθῇ στῆς ροδιᾶς τὴν συμφορά.
Κορίτσια ἐμπῆκαν καὶ ἔκοψαν ὅλα τῆς ροδιᾶς τὰ ρόδια. Καὶ τὴν ἐξεγύμνωσαν καὶ τὴν ἄφησαν πεντάρφανη. Καὶ ἦταν ἀληθινὰ γιὰ κλάμμα ἡ ὄψι τῆς ροδιᾶς.
Ὁ πεῦκος ἐσείσθηκε καὶ ἀναταράχθηκε ἀπὸ τὴν χαρά του.

– Ὄμορφη εἶσαι τώρα! εἶπε στὴν ροδιά.
Παρηγορήσου, αὐτὴ ἦταν ἡ μοῖρά σου καὶ δὲν τὴν ἐγλύτωσες! Τί ἐνόμισες;

– Ὑψηλότατέ μου ἄρχοντα! εἶπε ἡ ροδιά.
Θαρρεῖς πὼς ἔχω λύπη γιὰ τὸν θησαυρό, ποὺ μοῦ ἐτρύγησαν;
Αὐτὴ ἦταν ἴσια ἴσια ἡ χαρά μου!


Τῆς ζωῆς μου ὁ μόνος λόγος εἶναι νὰ μοιράζω τὰ καλά μου σ’ ὅσους τὰ χρειάζονται καὶ ὕστερα ἄλλα πιὸ ὄμορφα νὰ τοὺς ἑτοιμάζω.

Γιάννης Βλαχογιάννης


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ, ΕΥΑΓΓ. Π. ΦΩΤΙΑΔΟΥ – ΗΛΙΑ Π. ΜΗΝΙΑΤΗ Γ. ΜΕΓΑ – Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ Θ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ, 1955

από Το σπιτάκι της Μέλιας

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki