Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Η Συμπεριφορά του παιδιού και η εφαρμογή της πειθαρχίας

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Σύμφωνα με τη θεωρία της συμπεριφοράς, οι συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα κάποιου ερεθίσματος. Πιο απλά το ερέθισμα είναι η κατάσταση που προηγείται της συμπεριφοράς. Το ερέθισμα μπορεί να είναι μια συγκεκριμένη κατάσταση, ένας χώρος, ένα πρόσωπο ή κάποια αλλαγή στη φυσιολογία του σώματος. Επιπλέον το ίδιο ερέθισμα μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές συμπεριφορές σε διαφορετικά παιδιά ή σε διαφορετικές συνθήκες. Τα ερεθίσματα έχουν πολύ μεγάλη σημασία στην πειθαρχία αφού αλλάζοντάς τα μπορεί να οδηγήσουν σε βελτίωση της συμπεριφοράς του παιδιού.

Θεωρητικά οι συμπεριφορές εξυπηρετούν 4 βασικές λειτουργίες:


1. να τραβήξουν την προσοχή
2. να αποφύγουν δυσάρεστες εμπειρίες
3. να δεχθούν κάτι συγκεκριμένο (πχ παιχνίδι)
4. να οδηγήσουν σε κάποια εσωτερική ικανοποίηση


Οι θεωρίες συμπεριφοράς υποστηρίζουν ότι οι συνέπειες (δηλαδή τα γεγονότα ή οι καταστάσεις που συμβαίνουν ακριβώς μετά από κάθε συμπεριφορά) είναι αυτές που καθορίζουν το αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά θα επαναληφθεί ή όχι. 

Αν π.χ. ένα μικρό παιδί βρίζει και το περιβάλλον αντιδρά με γέλιο γιατί το βρίσκει χαριτωμένο, το παιδί θα επαναλαμβάνει αυτή τη συμπεριφορά ακόμα και σε συνθήκες που αυτό δε θα είναι πλέον καθόλου αστείο. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η συνέπεια (δηλαδή το γέλιο) έχει ως αποτέλεσμα την ενθάρρυνση της “κακής” αυτής συμπεριφοράς. Σε ένα αντίθετο παράδειγμα αν ένας επτάχρονος βρίζει παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή και οι γονείς αντιδράσουν (= συνέπεια) αφαιρώντας του ρητά το δικαίωμα να παίξει για το υπόλοιπο της ημέρας, τότε είναι πολύ πιθανό να σταματήσει να βρίζει.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό για τους γονείς να αποφασίσουν εκ των προτέρων τι είδους συνέπειες θα χρησιμοποιήσουν όταν το παιδί εκφράζει συμπεριφορές που οι ίδιοι θέλουν να ενθαρρύνουν/ενδυναμώσουν ή αντιθέτως να αποθαρρύνουν /μειώσουν/σταματήσουν. Το πιο σημαντικό που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι οτι οι συνέπειες για το παιδί ισοδυναμούν με τη συμπεριφορά του γονιού.
Ενθάρρυνση και Τιμωρία 
Ενθάρρυνση είναι κάθε γεγονός/κατάσταση που ακολουθεί μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και αυξάνει την πιθανότητα η συμπεριφορά αυτή να επαναληφθεί στο μέλλον. Αν πχ το παιδί παρουσιάσει μία κρίση θυμού κατά τη διάρκεια μιας βόλτας στα μαγαζιά και οι γονείς του προσφέρουν ένα παιχνίδι με την ελπίδα οτι θα σταματήσει, το πιθανότερο να κάνει το ίδιο στην επόμενη βόλτα στα μαγαζιά.

Τιμωρία είναι κάθε γεγονός/κατάσταση που ακολουθεί μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και μειώνει την πιθανότητα η συμπεριφορά αυτή να επαναληφθεί στο μέλλον. Αν ένα παιδί χτυπάει το μικρότερο αδελφό του και οι γονείς του αφαιρέσουν το δικαίωμα να δει την αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση, είναι πιθανό να το σκεφτεί καλά πριν τη ξαναχτυπήσει. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να έχουμε στο νου μας ότι ο σκοπός είναι η μείωση της κακής συμπεριφοράς, όχι η εξαφάνισή της. Καμία συμπεριφορά δεν είναι να δυνατόν να εξαφανιστεί στο 100% των περιπτώσεων και περιστάσεων.

Β. ΟΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ
Ι. Προεκπαίδευση 

Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται εξηγώντας στο παιδί το ποιά ακριβώς είναι η αναμενόμενη συμπεριφορά από μέρους του και ποιές θα είναι οι συνέπειες που θα προκύψουν. Μπαίνοντας πχ σε ένα μαγαζί ο γονιός μπορεί να πει “Γιώργο, μπήκαμε στο μαγαζί κι εσύ θα πρέπει να μου κρατάς το χέρι και να ακολουθείς τις οδηγίες μου. Αν γίνει αυτό, τότε στο τέλος θα περάσουμε να πάρουμε ένα παγωτό. Αν όχι τότε θα γυρίσουμε αμέσως στο σπίτι και εσύ θα πας στο κρεβάτι σου”. Η τεχνική αυτή υπογραμμίζει τη σημασία της επικοινωνίας ξεκαθαρίζοντας άμεσα στο παιδί το πως περιμένουμε να συμπεριφερθεί και ποιες θα είναι οι συνέπειες στην περίπτωση που συμμορφωθεί αλλά και στην περίπτωση που δεν υπακούσει. Είναι αυτονόητο ότι και στις δύο περιπτώσεις οι γονείς θα πρέπει πιστά να εφαρμόσουν τις συνέπειες που έχουν ανακοινώσει γι’αυτό θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις διατυπώσεις τους κατά την προεκπαίδευση.

ΙΙ. Δωροδοκίες και Απειλές 

Στο παραπάνω παράδειγμα οι γονείς μπορεί να νομίσουν ότι με το να υπόσχονται ένα παγωτό αν το παιδί δείξει την αναμενόμενη καλή συμπεριφορά, στην ουσία το δωροδοκούν. Στην πραγματικότητα πρόκειται για κίνητρο καλής συμπεριφοράς και όχι δωροδοκία. Δωροδοκία είναι όταν κάποιος ανταμοίβεται για κάτι που δεν πρέπει να κάνει (πχ να πετάξει από το ποδήλατο ένα άλλο παιδί και να του το πάρει). Επαινώντας και ανταμοίβοντας το παιδί για την καλή και αρμόζουσα συμπεριφορά του μέσα στο κοινωνικό σύνολο, το βοηθάμε να ενισχύσει και να συνεχίσει τη σωστή συμπεριφορά.
Αόριστες απειλές ή απειλές που οι γονείς δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιήσουν (πχ “θα σου κόψω τα πόδια”) θα πρέπει να αποφεύγονται γιατί δεν έχουν απολύτως κανένα αποτέλεσμα ιδίως σε μεγαλύτερα παιδιά. Επίσης αν κάποια κακή συμπεριφορά (και το παιδί έχει προειδοποιηθεί) οδηγήσει αυτόματα σε μία φυσική συνέπεια τότε θα είναι λάθος να του επιβάλλουμε και μία δεύτερη συνέπεια. Πχ αν το παιδί ανέβει σε ένα τραπέζι και πέσει με αποτέλεσμα να χτυπήσει το χέρι του ενώ το είχαμε προειδοποιήσει, τότε δε θα πρέπει να το “φιλοδωρήσουμε” και με μία ξυλιά στον πισινό. Αυτό αποτελεί αντιδραστική αντιμετώπιση και οδηγεί σε απώλεια ελέγχου της κατάστασης από το γονιό.
Τα παιδιά ξεχνούν εύκολα. Γι’αυτό θα πρέπει συχνά να υπενθυμίζουμε ποια ακριβώς είναι η αναμενόμενη συμπεριφορά. Μόνο όταν το παιδί δείξει οτι έχει αποκτήσει την ικανότητα να αναπαράγει συνειδητά και με συνέχεια τη σωστή συμπεριφορά θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε αν θα πρέπει να επιβληθούν συνέπειες σε περίπτωση που παρεκλίνει από αυτή. Οι συνέπειες αυτές δεν είναι υποχρεωτικά η τιμωρία αλλά και η επανάληψη ή η πρόβα.

ΙΙΙ. Ανατροφοδότηση - Αναφορά 

Ανατροφοδότηση είναι η πληροφόρηση που δέχεται κάποιος σχετικά με μια συγκεκριμένη συμπεριφορά όταν η συμπεριφορά έχει ολοκληρωθεί (για παράδειγμα “ Μαρία, έλυσες τις τρεις από τις τέσσερις ασκήσεις που σας έβαλε ο δάσκαλος στην τάξη”). Η θετική ανατροφοδότηση είναι πολύ χρήσιμη για ορισμένα παιδιά. Ο έπαινος είναι ένα είδος θετικής αναροφοδότησης και αποτελεί ισχυρή μέθοδο ενθάρρυνσης κάθε καλής συμπεριφοράς ή προσπάθειας επανάληψης κάποιου επιτεύγματος. Αν για παράδειγμα πούμε “μπράβο που μάζεψες το δωμάτιό σου” και μάλιστα αυτό συνοδευθεί και από ένα “κόλλα πέντε” τότε είναι πιθανό στο άμεσο μέλλον να ξαναμαζέψει το δωμάτιό του για να δεχθεί ξανά τον έπαινο.
Χρησιμοποιήστε τον έπαινο για κάθε συμπεριφορά που θέλετε το παιδί σας να επαναλάβει. Συμπεριλαμβάνονται πράγματα απλά και καθημερινά όπως όταν πει παρακαλώ ή ευχαριστώ η πράγματα που δε συμβαίνουν καθημερινά όπως το στρώσιμο του κρεβατιού του ή ένα καλό αποτέλεσμα σε ένα διαγώνισμα. Μην ξεχνάτε να βάζετε “ετικέτες” στον έπαινο. Θα πρέπει το παιδί να καταλαβαίνει ακριβώς για ποιο λόγο έλαβε τον έπαινο (”μπράβο που είπες παρακαλώ). 

Αν πχ φτιάξει μια όμορφη ζωγραφιά και πηδώντας με χαρά στην αγκαλιά σας ρίξει ένα βάζο, ακούγοντας ένα “σκέτο” μπράβο από τη μεριά σας δε θα καταλάβει αναγκαστικά αν το “μπράβο” ήταν για τη ζωγραφιά ή για το βάζο που πέταξε. Πείτε καλύτερα “μπράβο, αυτή η ζωγραφιά είναι υπέροχη”.

ΙV. Ενθάρρυνση για την απόκτηση μιας ικανότητας 

Όταν εκπαιδεύουμε ένα παιδί για να αποκτήσει μια ικανότητα ή για να έχει μια επιθυμητή συμπεριφορά, η ενθάρρυνση θα πρέπει να είναι συνεχής. Σε αυτή την πρώτη φάση το παιδί θα πρέπει να ανταμοίβεται κάθε φορά που πραγματοποιεί τη συμπεριφορά στόχο. Αν πχ κάθε φορά που προσπαθεί να δέσει τα παπούτσια του δέχεται ένα “μπράβο”, θα συνεχίσει να προσπαθεί. Όταν η ικανότητα αποκτηθεί (να δένει τα παπούτσια) θα πρέπει κατά διαστήματα να επαναλαμβάνουμε τον έπαινο έτσι ώστε η ικανότητα να διατηρηθεί.

V. Time Out 

Με την τεχνική αυτή αφαιρούμε κάθε είδους θετικής ενθάρρυνσης μετά από μια μη αποδεκτή συμπεριφορά. Η αφαίρεση της θετικής ενθάρρυνσης μειώνει την πιθανότητα επανάληψης της συμπεριφοράς αυτής στο μέλλον. Στην πράξη επιτυγχάνεται με την άμεση μεταφορά του ίδιου σε ένα περιβάλλον με λιγότερα ερεθίσματα. Για παράδειγμα, ένας τετράχρονος δίνει μια σφαλιάρα σε ένα φίλο του κατά τη διάρκεια ενός πάρτυ. Η μητέρα του τον παίρνει από το δωμάτιο που γίνεται το πάρτυ και το βάζει να καθίσει σε μία πολυθρόνα μόνος του σε ένα άλλο δωμάτιο. Του εξηγεί οτι τον έβαλε “τιμωρία” γιατί χτύπησε το φίλο του. Η μητέρα φεύγει από το δωμάτιο χωρίς να κοιτάξει πίσω προς το παιδί και αφήνει να περάσουν 4 λεπτά. Επιστρέφει και αν το παιδί είναι ήρεμο, του επιτρέπει να αφήσει την πολυθρόνα και να επιστρέψει στο πάρτυ.

Οι κανόνες του time out είναι: 

Μόνο 2-3 άσχημες συμπεριφορές (κυρίως επιθετικές) θα πρέπει να οδηγούν σε time out, πχ χτυπά, βρίζει, πετά αντικείμενα.
Δίνουμε μόνο μία προειδοποίηση (πχ σταμάτα να φωνάζεις). Καμία προειδοποίηση αν πρόκειται για επιθετική συμπεριφορά. Στην αντίθετη περίπτωση μετατρέπουμε το time out σε απειλή χωρίς αντίκρισμα.
Δίνουμε μία γρήγορη περιγραφή του τι έκανε (πχ θα καθίσεις μόνος σου σε αυτή την καρέκλα επειδή πέταξες το παιχνίδι). Οι συζητήσεις σε αυτή τη φάση δεν έχουν καμία θέση. Στα μεγαλύτερα παιδιά μπορεί να δοθεί η δυνατότητα να παρουσιάσουν τη θέση τους χωρίς όμως αυτό να καθυστερήσει το time out.
Το time out γίνεται σε ένα μη ενδιαφέρον αλλά όχι τρομακτικό μέρος (όχι σε σκοτεινό δωμάτιο). Το καλύτερο είναι να κάθεται σε μία καρέκλα μόνο του. Αν δεν είναι δυνατό να είναι μόνο του, ο γονιός μπορεί να παραμείνει αλλά δε θα πρέπει να ...
υπάρχει καμία μορφή συζήτησης. Επίσης κρατώντας το παιδί κοντά μας συμβολίζουμε οτι η συμπεριφορά του είναι αυτή που είναι μη αποδεκτή και όχι το ίδιο το παιδί. 
Το δωμάτιο του παιδιού δεν είναι πάντα ο ιδανικός χώρος αφού εκεί βρίσκονται τα παιχνίδια και διάφορα άλλα ερεθίσματα. Χρειάζεται συχνά αρκετή φαντασία για να βρεθεί ο κατάλληλος χώρος. Αν είναι δύσκολο να βρεθεί χώρος χωρίς ερεθίσματα, μπορούμε να γυρίσουμε την καρέκλα προς τον τοίχο, ή ακόμα να ζητήσουμε στο παιδί να σταθεί όρθιο σε μία γωνία , κοιτάζοντας πάντα προς τον τοίχο. Το μπάνιο μπορεί επίσης να χρησιμεύσει γι’αυτό το σκοπό με την προυπόθεση οτι τα επικίνδυνα αντικείμενα/προιόντα έχουν αφαιρεθεί. Αν τα αδέλφια προσπαθήσουν να παρέμβουν και να ενοχλήσουν το παιδί κατά τη διάρκεια του time out, τα βάζουμε κι αυτά σε time out.
Το time out είναι αποτελεσματικό όταν διαρκεί λίγο. 1 λεπτό ανά έτος ηλικίας, μέχρι 10 λεπτά το maximum. Ιδανικά ο χρόνος θα πρέπει να μετράει με χρονόμετρο που το παιδί θα πρέπει να ακούει (πχ το χρονόμετρο της κουζίνας). Όταν πρωτοεφαρμόζουμε το time out ο χρόνος μετρά ακόμα και αν το παιδί αντιδρά στην καρέκλα (πχ φωνάζει). Στην πορεία απαιτούμε να είναι ήσυχο αλλιώς ο χρόνος ανανεώνεται. Επίσης για το μικρότερα παιδιά (προσχολικής ηλικίας) το time out μπορεί να τελειώσει και χωρίς τη συμπλήρωση του χρόνου αρκεί να γίνει ακριβώς σε φάση που το παιδί έχει ηρεμήσει. Αν το time out τελειώσει σε φάση που το παιδί φωνάζει τότε είναι σα να το αφήνουμε να πιστέψει οτι με αυτό τον τρόπο μπορεί να πετύχει το στόχο του.
Αν το παιδί προσπαθήσει να εγκαταλείψει το χώρο, θα πρέπει χωρίς κουβέντες να οδηγείται ξανά πίσω. Τα μικρότερα παιδιά μπορεί να τοποθετούνται μέσα στη κούνια. 
Μετά το τέλος του time out δεν πρέπει να ξεκινούν συζητήσεις για το τι έγινε, ούτε “κήρυγμα”. Ο γονιός μπορεί να έχει ξανά ζεστή και φιλική συμπεριφορά αν το παιδί έχει ηρεμήσει ή δείχνει ουδέτερη συμπεριφορά. Μπορούμε ακόμα και να το παρηγορήσουμε χωρίς φυσικά να του πούμε συγνώμη. VI. Απώλεια πλεονεκτημάτων και δικαιωμάτων
Η τεχνική αυτή χρησιμεύει στη μείωση μη αποδεκτών συμπεριφορών. Για παράδειγμα, ένας 5-χρονος βγαίνει με το ποδήλατό του στο δρόμο και στερείται γι’αυτό το λόγο του δικαιώματος να κάνει ποδήλατο για το υπόλοιπο της ημέρας. Για να λειτουργήσει αυτή η τεχνική θα πρέπει η απώλεια του δικαιώματος να είναι άμεση, η διάρκεια συγκεκριμένη (και λογική), ενώ ο κανόνας θα πρέπει να εφαρμόζεται πιστά σε περίπτωση που η συμπεριφορά επαναληφθεί. 
Η διάρκεια που θα αποφασίσει ο γονιός είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αν πχ ο γονιός αποφανθεί οτι δε θα επιτρέψει στο παιδί να ξανακάνει ποδήλατο για το υπόλοιπο του καλοκαιριού και τελικά υποκύψει μετά από μία εβδομάδα λόγω της πίεσης που θα δεχθεί από το παιδί, τότε το μόνο που θα έχει πετύχει είναι να το κάνει να πιστέψει οτι με την πίεση ο γονιός δε θα αντέξει για πολύ και έτσι δε θα υποστεί ιδιαίτερα τις συνέπειες της κακής συμπεριφοράς του.
Η διάρκεια λοιπόν της συνέπειας θα πρέπει να είναι ανάλογη της συμπεριφοράς. Αν δε η διάρκεια αυτή είναι πολύ μεγάλη (πχ όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι) το παιδί δε θα έχει καν τη δυνατότητα να επανορθώσει δείχνοντας καλή συμπεριφορά. Εξίσου σημαντικό για τους γονείς είναι να επιλέγουν συνέπειες που θα μπορούν να εφαρμόσουν πιστά γιατί στην αντίθετη περίπτωση η τεχνική θα αποτύχει. VII. Γραπτό συμβόλαιο
Εκτός από τις προφορικές συμφωνίες ανάμεσα στο γονιό και το παιδί για το ποια είναι η αναμενόμενη συμπεριφορά και οι συνέπειες, υπάρχουν και οι γραπτές συμφωνίες. Ένα γραπτό συμβόλαιο συμπεριφοράς περιλαμβάνει τη συμπεριφορά στόχο καθώς και τις αρνητικές και θετικές συνέπειες που συνδέονται με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Η τεχνική αυτή είναι χρήσιμη με τους εφήβους. Η χρησιμότητά της έγγυται στο οτι βοηθά να αποφεύγονται καταστάσεις υπερβολικής αντίδρασης και από τις δύο πλευρές. Ακολουθώντας μια συγκεκριμένη συμπεριφορά (που αναφέρεται στη γραπτή συμφωνία), ο έφηβος έχει ήδη συμφωνήσει και αποδεχθεί τις συνέπειες (καλές ή κακές).
VIII. Αγνοήστε συμπεριφορές
Σε πολλές περιπτώσεις, ο γονιός, δίνοντας σημασία σε μια μη αποδεκτή συμπεριφορά, στην ουσία την ανατροφοδοτεί και προσφέρει το ερέθισμα που την κάνει να συνεχίζεται. 
Αν για παράδειγμα ένα παιδί φωνάζει και το αγνοήσουμε, πιθανώς να πάψει μετά από λίγο ενώ αντίθετα αν δώσουμε προσοχή λέγοντας “Γιάννη σταμάτα να φωνάζεις” το πιθανότερο είναι να συνεχίσει τις φωνές. Η τεχνική αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τα παιδιά που φωνάζουν, βρίζουν ή προσπαθούν να έχουν τον τελευταίο λόγο. 
Για να πετύχει είναι απαραίτητο ο γονιός να αγνοεί πιστά τη συμπεριφορά μέχρι αυτή να πάψει πλήρως. Επίσης θα πρέπει να έχει κατά νου οτι όταν πρωτοεφαρμοσθεί μπορεί παροδικά να οδηγήσει σε αύξηση της μη επιθυμητής συμπεριφοράς. Για τα παιδιά είναι πολύ σημαντικό το πόσο προσοχή τους δίνουν οι γονείς τους. Η προσοχή δε χρειάζεται να είναι θετική. Για πολλά παιδιά μάλιστα η αρνητική προσοχή είναι κατά πολύ προτιμότερη από την πλήρη έλλειψη προσοχής. 

IX. Το ξύλο δε βγήκε από τον παράδεισο
Το “ξύλο” δε θεωρήθηκε ποτέ από τους ειδικούς ως μια σωστή μέθοδος διαπαιδαγώγησης. Στην πράξη όμως χρησιμοποιείται. Το σίγουρο είναι οτι ποτέ δε θα πρέπει να χτυπήσουμε το παιδί από θυμό και φυσικά να μην οδηγήσουμε σε τραυματισμό. Η μόνη ίσως αποδεκτή περίπτωση όπου μπορεί να εφαρμοσθεί είναι όταν μία συμπεριφορά του παιδιού θέτει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα (πχ πάει να πηδήξει από το μπαλκόνι). Και σε αυτήν τη περίπτωση τίποτε όμως περισσότερο από μία ξυλιά με την παλάμη του χεριού στον πισινό. 

Γ. ΣΩΣΤΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΩΣΤΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ
I. Πώς να επιλέξετε σωστά τις συνέπειες
Η εφαρμογή της πειθαρχίας είναι ταυτόχρονα τέχνη και επιστήμη. Οι παραπάνω τεχνικές δε λειτουργούν άψογα με την πρώτη ούτε και με το ίδιο αποτέλεσμα για όλα τα παιδιά. Κάθε παιδί είναι διαφορετικό, το ίδιο ισχύει και με τις καταστάσεις. Μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να καταλάβουν οι γονείς ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να πετύχουν το στόχο τους. Μια καλή ιδέα είναι να λάβουν υπόψη τους τις προτιμήσεις του ίδιου τους του παιδιού όταν αποφασίζουν για το ποιες θα είναι οι συνέπειες της συμπεριφοράς του. 
Μπορούμε να ρωτήσουμε απευθείας το παιδί για το ποιες συνέπειες μπορεί να αποτελέσουν κίνητρο αποτρεπτικό παράγοντα για κάποιες συμπεριφορές. Συνήθως το παιδί θα έχει πολλά να πει για το ποια κατά τη γνώμη είναι είναι μια άδικη συνέπεια. Εδώ το κόλπο είναι ο γονιός να διαλέξει αυτή ακριβώς την πιο άδικη στα μάτια του παιδιού συνέπεια αφού αυτή θα είναι και ο πιο ισχυρός αποτρεπτικός παράγοντας. Η κεντρική ιδέα είναι οτι η συνέπεια θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική για το ίδιο το παιδί έτσι ώστε να αποτελέσει δυνατό κίνητρο.
Όταν ο γονιός επιλέγει κάποια συνέπεια θα πρέπει και να μπορεί να την πραγματοποιήσει. Θα πρέπει να είναι αρκετά απλή ώστε να μπορεί να συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και να μπορεί να εφαρμοσθεί πιστά κάθε φορά που το παιδί έχει την ίδια συμπεριφορά. Οι απειλές του τύπου “δε θα ξαναπάς ποτέ στην πλατεία” δεν είναι φυσικά δυνατόν να ισχύσουν και δεν αποτελούν ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα μιας αρνητικής συμπεριφοράς.
Επίσης η συνέπεια θα πρέπει να ταιριάζει στη συμπεριφορά (η τιμωρία να είναι ανάλογη του εγκλήματος). Τιμωρίες μεγάλης διάρκειας δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται γιατί δε δίνουν τη δυνατότητα αναθεώρησης της αρνητικής συμπεριφοράς. Το πόσο γρήγορα εφαρμόζεται η συνέπεια μετά τη συμπεριφορά έχει επίσης πολύ σημασία για την αποτελεσματικότητα της διαπαιδαγώγησης. 
Ο χρόνος ανάμεσα στη συμπεριφορά και την ανταμοιβή ή την τιμωρία θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερος αν γίνεται λιγότερο από 5 δευτερόλεπτα. Η επιθυμητή συμπεριφορά στην οποία θέλουμε να εξασκήσουμε το παιδί καθώς και οι συνέπειες που θα επιλέξουμε θα πρέπει να είναι προσεκτικά υπολογισμένες και ανάλογες του επιπέδου ωρίμανσης του παιδιού και της ηλικίας του. 
Μια συχνή αιτία αποτυχίας είναι οτι οι γονείς ζητούν από τα παιδιάς τους πράγματα που αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν λόγω της φυσιολογικής έλλειψης ωριμότητας. Μόνο με την εξάσκηση και την επανάληψη μπορούμε να καταλήξουμε στο αποτέλεσμα που επιζητούμε. Όσο πιο πολλές φορές το παιδί δεχτεί την ίδια συνέπεια μετά από μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, τόσο το πιθανότερο να συγκρατήσει τον κανόνα. Όσο περισσότερες επαναλήψεις προσφέρει ο γονιός, τόσες ευκαιρίες εκμάθησης της συμπεριφοράς δίνει στο παιδί του. Τέλος, όπως είναι γνωστό πολλές συμπεριφορές του παιδιού οδηγούν αυτόματα σε κάποιες “φυσικές” συνέπειες με αποτέλεσμα “το πάθημα να γίνεται μάθημα”. 
Τέτοιου είδους μαθήματα είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά κυρίως γιατί στερούνται της παρέμβασης του γονιού και άρα της συναισθηματικής φόρτισης. Φυσική συνέπεια είναι πχ η πτώση όταν το παιδί αρχίσει να τρέχει σε πάτωμα που γλυστράει ή ακόμα το ότι αν ξοδέψει όλο του το χαρτζηλίκι σε παιχνίδια δε θα μείνει αρκετό για να αγοράσει και παγωτό. Οι γονείς μπορούν να αφήσουν το παιδί να μάθει πολλά από τις “φυσικές” συνέπειες με την προυπόθεση φυσικά οτι θα τα προστατεύσουν 1) από κινδύνους για τη σωματική ακεραιότητα (κανένας γονιός δε θα αφήσει το παιδί να διασχίζει μόνο του το δρόμο για να μάθει για τα αυτοκίνητα), 2) την κοινωνική αποδοκιμασία (πχ δεν πρέπει να αφήσουμε ένα παιδί να γδύνεται στην εκκλησία) 3) αλλά και από τις ίδιες του τις ορμές (πχ δε θα πρέπει να επιτρέπεται σε ένα παιδί να χτυπά τους γονείς του). 

II. Εντολές: πώς πρέπει να δίνονται
Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία για τους γονείς είναι όταν όταν το παιδί αγνοεί ή δεν υπακούει στις εντολές τους. Για το λόγο αυτό θα πρέπει οι εντολές να δίνονται με τέτοιο τρόπο που το παιδί να μην έχει άλλη επιλογή. Αν πχ ο γονιός πει “γιατί δεν κρεμάς το παλτό σου”, δίνει την ευκαιρία στο παιδί να το απαντήσει “γιατί δε θέλω”. Ένας καλύτερος τρόπος είναι να πει “σε παρακαλώ, κρέμασε το παλτό σου”. Στο δεύτερο παράδειγμα το παιδί δεν έχει άλλη επιλογή, η επιθυμητή συμπεριφορά έχει γίνει απολύτως σαφής από τη πλευρά του γονιού. Είναι λάθος να δίνουμε εντολές ξεκινώντας τη φράση μας λέγοντας “μπορείς να....”. Η απάντηση σε μια τέτοια φράση είναι “ναι” ή “όχι” και όχι η συμπεριφορά που ζητούμε από το παιδί να έχει. Σε ένα άλλο παράδειγμα αν πηγαίνοντας στον παιδίατρο για επίσκεψη, πούμε “Αντώνη, μπορείς να ανέβεις στο -εξεταστικό- κρεβάτι και να ανοίξεις το στόμα σου” δεν είναι καθόλου σίγουρο οτι το παιδί θα υπακούσει. Το πιο σωστό θα είναι να πούμε “Αντώνη, ανέβα στο κρεβάτι” κοιτώντας το στα μάτια και δείχνοντας με το χέρι το εξεταστικό κρεβάτι. Όταν το παιδί υπακούσει και βρεθεί ανεβασμένο στο κρεβάτι δίνουμε άμεσα το δεύτερο κομμάτι της εντολής δηλαδή “ωραία, τώρα άνοιξε το στόμα σου”. Συμπερασματικά, είναι προτιμότερο οι έντολες να είναι άμεσες και όχι υπό τη μορφή ερώτησης, ενώ όταν μια εντολή περιέχει πολλά στάδια, η εντολή να σπάει σε μικρότερες διαδοχικές εντολές. Ένα συνηθισμένο λάθος είναι το “Ελένη, ετοιμάσου να πας για ύπνο”. Αυτή είναι μια πολύπλοκη εντολή. Η Ελένη θα πρέπει να φορέσει την πυτζάμα της, μετά να ουρήσει, στη συνέχεια να πλύνει τα δόντια της και τέλος να μπει κάτω από τα σκεπάσματα και να περιμένει το γονιό να την καληνυχτήσει. Είναι σωστότερο να δοθούν μικρές εντολές που αφορούν καθένα από τα παραπάνω στάδια. Ένας άλλος απλός τρόπος για να υπακούσει το παιδί είναι αυτός της “μίας και μοναδικής” εντολής. Οι γονείς συχνά παραπονιούνται “το του λέω 100 φορές κι αυτός ποτέ δε με ακούει”.Στην ουσία, σε τέτοιες περιπτώσεις το παιδί ξέρει οτι δε χρειάζεται να βιαστεί ιδιαίτερα να υπακούσει αφού η εντολή θα επαναληφθεί πολλές φορές ακόμα μέχρι τελικά ο γονιός να “θυμώσει”. Με τη “μία και μοναδική” εντολή ο γονιός παρακολουθεί το παιδί και περιμένει την κατάλληλη χρονική στιγμή, πχ όταν το παιδί παίζει, περιμένει να κάνει ένα διάλλειμα και του ζητά να κλείσει την τηλεόραση. Αν το παιδί δεν υπακούσει τότε προχωρά στην πραγματοποίηση της εντολής ακόμα και χωρίς το παιδί, δηλαδή κλείνει την τηλεόραση. Αυτό πρέπει να γίνει με ήρεμο τρόπο και χωρίς σχόλια. Συχνά τα παιδιά ρωτούν “γιατί” όταν τους ζητείται να κάνουν κάτι. Αν πείτε “δώσε μου το μολύβι”, το παιδί μπορεί να αναρωτηθεί γιατί ο γονιός δεν μπορεί απλά να απλώσει το χέρι του στην άλλη μεριά του τραπεζιού για να πιάσει το μολύβι. Το πιο σωστό σε αυτήν την περίπτωση είναι να συμπεριλάβει ο γονιός στην εντολή του το λόγο για τον οποίο ζητάει κάτι, πχ “δεν μπορώ να φτάσω το μολύβι, δώσε μου το σε παρακαλώ”. Σε τέτοιου είδους εντολές, προσπαθήστε να δώσετε την εξήγηση πριν δώσετε την ίδια την εντολή (στην ίδια πρόταση).

ΠΗΓΗ : ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ
ΣΟΦΙΑ Μ. ΚΟΥΛΟΥΡΗ
ΕΡΓΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ S.I.
www.anaptixipaidiou.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου