Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Ένας σωρός παλιά παιχνίδια ... Συνέχεια

―  Τακ τακ τακ στην πόρτα;
Τακ τακ τακ!
Τι είναι πάλι αυτό, τέτοια ώρα, νυχτιάτικα;

Ο Άη Βασίλης νόμιζε πως έβλεπε όνειρο. Ήταν τόσο κουρασμένος που δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να ανοίξει, ούτε να σηκωθεί, βέβαια. Αλλά κάποιος χτυπούσε· κι εκείνος, που ποτέ δεν χαλούσε χατίρι, έπρεπε να σηκωθεί.
Πήγε μέχρι την πόρτα και κοίταξε από το ματάκι.
Κανείς!
Και τότε, ποιος χτυπάει; Και τι θέλει;
Παιδί δεν έβλεπε, τάρανδο δεν έβλεπε, έλκηθρο δεν έβλεπε, άγγελο δεν… αλλά μήπως; Λες; Γιατί τους αγγέλους δεν τους βλέπουμε, το ξέρετε αυτό, βέβαια. Είναι πλάι μας, αλλά σιωπηλοί, αόρατοι και αθόρυβοι.
Μια που δεν γινόταν αλλιώς, αποφάσισε να ανοίξει την πόρτα. Δεν ήξερε σε ποιον άνοιγε, αλλά πάντως άνοιξε.
―  Ορίστε, παρακαλώ, είπε. Ποιός είστε;
―  Τα σέβη μου, Άγιε. Καλώς σας βρήκα.
―  Εσύ με βρήκες, αλλά εγώ; είπε προβληματισμένος. Ποιός είσαι; Δεν σε βλέπω, ξέχασα να βάλω και τα γυαλιά μου.
―  Μην ανησυχείτε, γέροντα, που δεν με είδατε ακόμα. Θα με δείτε και χωρίς τα γυαλιά σας. Κοιτάξτε λίγο ψηλά, παρακαλώ.

Σήκωσε τα μάτια του ο Άη Βασίλης και, χωρίς να καλοβλέπει, έψαξε γύρω του. Ναι, κάτι σύννεφα ήταν εκεί, ένα μουντό φεγγάρι, πίσω από τα σύννεφα. Χιονισμένες βουνοκορφές στο βάθος του σκοτεινού ορίζοντα και εκεί μπροστά του, δυο διάφανα φτερά, που άστραφταν σαν να είχαν χρυσόσκονη και πάλλονταν ζωηρά! Ένα φωτεινό πρόσωπο, γελαστό και γλυκό και…

―  Παιδί μου, μα εσένα σε ξέρω…. Σε γνώρισα, καλέ! Χιλιάδες χρόνια τώρα, από τότε που γεννήθηκε ο Χριστός, σε βλέπω κάθε χρόνο … μα θύμισέ μου το όνομά σου!
―  Κάθε χρόνο σάς το λέω, γέροντα, αλλά το ξεχνάτε. Δεν πειράζει, άλλωστε είναι τόσο ωραίο που με λέτε «παιδί μου». Όμως είμαι πολύ βιαστικός, δηλαδή είμαστε πολύ βιαστικοί.
Και απλώνοντας το χέρι του έφερε μπροστά στον Άγιο Βασίλη ένα τσαλακωμένο χαρτί. Καθόλου δεν έμοιαζε με τα όμορφα χρωματιστά φακελάκια, με τις ζωγραφιές και τα γραμματόσημα, που κάθε χρόνο τού έστελναν τα παιδιά, ζητώντας τα δώρα τους. Το κοίταξε με απορία:
―  Παιδάκι το έστειλε αυτό; Ποιό παιδάκι;
―  Γέροντα, βάλτε το πανωφόρι σας και πάμε. Έχουμε να κάνουμε με μια εξαιρετική περίπτωση. Το διαβάζετε στο δρόμο. Μόνο τα γυαλιά σας μην ξεχάσετε.

Ξέχασε τη νύστα και την απορία του ο Άγιος Βασίλης, άρπαξε γυαλιά, πανωφόρι, σκουφί, γάντια, καλάθι, σφύριξε το σύνθημα στους ταράνδους του, ανέβηκε στο έλκηθρο και ξεχύθηκαν πάνω από βουνά και πολιτείες, με έναν επιβάτη αυτή τη φορά.

Ο άγγελος «παιδί μου», 
έτσι τον έλεγε πια για ευκολία, άνοιξε το τσαλακωμένο χαρτί κι ο Άγιος Βασίλης κοίταξε μέσα:

―  Μπα, τι γράμμα είναι αυτό; Ορθογραφία έχει, αλλά τόνο κανένα. Τελεία καμιά. Σε τί σχολείο πάνε αυτά τα παιδιά; Μάλλον δεν διαβάζουν καθόλου…
―  Σεβαστέ άγιε, αν το διαβάσετε το γράμμα, θα δείτε ότι στην αρχή και στο τέλος συμβαίνει κάτι περίεργο.
―  Ναι, ναι, «παιδί μου», διαβάζω:

Σεβαστε Aγιε Bασιλη
ειμαστε τα παλια παιχνιδια που κατοικουμε στην αποθηκη του μεγαλου σπιτιου, οδος Mοναξιας 101 Eχουμε μια καπως παραξενη παρακληση για σενα, μα που σιγουρα ειναι χρησιμη Θα θελαμε  Nα σε παρακαλεσουμε να μη μας περιφρονησεις Aν συμφωνουσες κι εσυ, να μας επαιρνες απο το χαρτοκουτι και να μας εδινες, εστω και  εστω και χωρις ωραια περιτυλιγματα σε καποια παιδια που φετος δε θα πάρουν δώρα, εσυ βεβαια ξερεις το γιατι  Eτσι κι αυτα θα χαρουν   Eτσι κι αυτα θα χαρουν κι εμεις θα ξαναζησουμε λιγες χαρουμενες μερες Θα ηθελες, Aγιε Bασιλη, να μας δωσεις αυτη τη χαρα;
Tα παλια παιχνιδια της αποθηκης

―  Καλά λες, «παιδί μου», αυτό δεν το έγραψαν παιδιά, το έγραψαν παιχνίδια. Μέχρι τώρα ήξερα ότι τα παιδιά ζητούν παιχνίδια, αλλά τώρα ο κόσμος γύρισε ανάποδα. Τα παιχνίδια ζητάνε παιδιά… Πώς το λύνουμε αυτό το πρόβλημα; Πού το βρήκες το χαρτί;
―  Γέροντα, ξέρω τη διεύθυνση, θα σας πάω αν συμφωνείτε.
―  Τι ‘’αν συμφωνώ’’ «παιδί μου», αφού με ξεσήκωσες κιόλας νυχτιάτικα…
―  Ήταν κάτι καινούργιο και για μένα, γέροντα. Ξέρετε, εκτός από σας ταξιδεύω κι εγώ πολύ, κι όχι μόνο την παραμονή της πρωτοχρονιάς, αλλά όλο το χρόνο. Πάω όπου μπορώ να συναντήσω παιδιά, για να ακούσω τις πίκρες και τις χαρές τους, τα όνειρα και τις ανάγκες τους, τα βάσανα, τις ελπίδες και τις επιθυμίες τους. Ύστερα, απλώνω τα φτερά μου και τα πηγαίνω στον ουρανό. Ξέρετε εσείς τώρα τί γίνεται μετά!
―  Ξέρω, ξέρω, πως δεν ξέρω. Αλλά αυτό πού το βρήκες; Επισκέπτεσαι και τις αποθήκες; Γιατί εδώ έτσι βλέπω….
―  Όχι, συνήθως δεν τις επισκέπτομαι. Αλλά πετώντας είδα το όνομα του δρόμου, «οδός Μοναξιάς». Άγγιξε την ψυχή μου αυτό το όνομα και είπα να πάω να δω τι γίνεται εκεί. Έτσι, περνώντας έξω από μια αποθήκη, πήρε το μάτι μου ένα στρατιωτάκι πάνω σ᾽ ένα χαρτί, αυτό το πατσαβούρι. Σήκωσα τον στρατιώτη, γιατί φοβήθηκα μήπως έχει χτυπήσει και διάβασα το γράμμα. Είδα ότι το έστελναν σε σας και να! Το έφερα…
―  Το έφερες. Καλά έκανες, «παιδί μου». Φτάνουμε;
―  Φτάσαμε, Άγιε. Εδώ είναι.

Βιαστικοί και απορημένοι, ο Άγιος και ο άγγελος «παιδί μου» πάρκαραν το έλκηθρο στο κοντινό πάρκο ­θέλει πολύ χώρο για να παρκάρει ένα έλκηθρο και δύσκολα βρίσκεις στις μεγάλες πολιτείες­ και πήγαν τρέχοντας στην οδό Μοναξιάς 101. Μια σπασμένη εξώπορτα, μια σκοτεινή σκάλα και μια μικρή ξύλινη πόρτα, μισάνοιχτη, που οδηγούσε σε μια αποθήκη γεμάτη πράγματα. Καναπέδες παλιοί και βιβλιοθήκες, καθρέφτες και σπασμένες καρέκλες, κάτι παλιωμένα χαλιά, κάτι χαρτοκούτια κλεισμένα καλά, παλιά βιβλία και άλλα αντικείμενα μόλις που ξεχώριζαν μέσα στο μισοσκόταδο της αποθήκης.
Έσπρωξε ο Άγιος Βασίλης την ξύλινη πορτούλα, αλλά αυτή δεν κουνήθηκε. Ξανάσπρωξε· τίποτα.
―  Αν θέλετε, γέροντα, είπε ο άγγελος, να περάσω εγώ μέσα, είμαι λεπτός και διάφανος και θα χωρέσω. Θα σας ενημερώσω αμέσως.
―  Ναι, «παιδί μου», μπες. Μπες εσύ. Εγώ θα δυσκολευτώ.

Εύκολα μπήκε ο άγγελος στην αποθήκη. Τίναξε τα χρυσοσκονισμένα του φτερά και φώτισε τα σκοτάδια. Κι εκεί, πάνω στο παλιό τραπέζι με τα παλιά γυαλικά, δίπλα στη σπασμένη λάμπα, είδε ένα μεγάλο χαρτοκούτι. 
Από μέσα φαίνονταν να περισσεύουν πόδια, ρόδες, φτερά, μαλλιά… και ακούγονταν κάτι μικρές φωνίτσες: «Εδώ, εδώ»! «Μας βρήκε κάποιος επιτέλους»! «Μην μας παρατήσετε και φύγετε, σας παρακαλούμε». «Δώστε μας λίγη σημασία».
Ο άγγελος «παιδί μου» κατάλαβε αμέσως. Άπλωσε τα δυο διάφανα φτερά του και έσπρωξε τα εμπόδια πίσω από την πορτούλα. Σήκωσε μετά το κουτί και το έβγαλε από την αποθήκη.
―  Γέροντα, σας παραδίδω το θησαυρό. Τώρα μπορεί ο κόσμος να ξαναγυρίσει στα ίσια του, γιατί ­αν νομίζετε κι εσείς, κι αν το θέλετε­ απόψε θα παραδώσετε ένα ξεχωριστό φορτίο σε ξεχωριστούς παραλήπτες.

―  Παιδί μου, δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, είπε ο Άγιος Βασίλης με μάτια δακρυσμένα. Τόσα χρόνια Άγιος, τόσα χρόνια κουβαλητής δώρων, πρώτη φορά είχα τη χαρά να δώσω χαρά σε παιχνίδια που πάντα δίνουν χαρά στα παιδιά. Μεγάλη χαρά, αλήθεια σου λέω.

Κράτησαν μαζί το χαρτοκούτι με τα παλιά παιχνίδια κι έτρεξαν πετώντας ή πέταξαν τρέχοντας προς το έλκηθρο. Ξεκίνησαν με βιασύνη για την πρώτη γειτονιά που θα έβρισκαν μπροστά τους. 
Ο Άγιος Βασίλης γελούσε χαρούμενος, ο άγγελος «παιδί μου» σκόρπιζε χρυσόσκονη από τα φτερά του πάνω στα παιχνίδια, κι αυτά, σαν από θαύμα, γίνονταν όλο και πιο όμορφα, σαν καινούργια.
―  Δεν ξέρω ποιος είναι πιο τυχερός, απόψε, είπε το αεροπλανάκι. Τα παιδιά που θα πάρουν εμάς ή εμείς που θα πάμε στην αγκαλιά τους;
―  Εγώ είμαι ο πιο τυχερός, είπε ο Άγιος Βασίλης. Γιατί γύρισε ο κόσμος στα ίσια του, κι έτσι θα μπορέσω να πάω τα παιχνίδια στα παιδιά που περιμένουν. Συμφωνείς, «παιδί μου»;


© κειμένου: Ελένη Τσαλίκη
Από τη συλλογή Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου